Στην τελευταία δημοσκόπηση για το 2010, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» από την εταιρεία Kapa Research, η απήχηση των κατεστημένων κομμάτων δείχνει ότι βαίνει μειούμενη. Παρά το γεγονός ότι η διαφορά ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα έχει μειωθεί στο 2% μόλις, αποτέλεσμα της αντιλαϊκής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, το βέβαιο είναι ότι η απαξίωση του κομματικού συστήματος, που σχεδόν αναλλοίωτο υφίσταται από τη μεταπολίτευση του 1974 κι έπειτα, είναι πρωτοφανής. Στο σύνολο τους ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. συγκεντρώνουν μόλις 44% στην πρόθεση ψήφου, ενώ με την εξαίρεση μιας απειροελάχιστης αύξησης στην απήχηση του ΚΚΕ, όλα τα μικρά κόμματα, ακόμα κι εκείνα που δημιουργήθηκαν από γνωστές προσωπικότητες του πολιτικού κόσμου, όπως η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Φώτης Κουβέλης, δείχνουν να υφίστανται τις επιπτώσεις της συνολικής φθοράς του συστήματος και να κινδυνεύουν ακόμα να μη φθάσουν στο 3% που αποτελεί προϋπόθεση για την είσοδό τους στη Βουλή. Είναι προφανές ότι μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος απογοητευμένο από τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης, αλλά και των υπολοίπων κομμάτων, βρίσκεται στις παρυφές του συστήματος και δεν πιστεύει ότι από τις υφιστάμενες δυνάμεις μπορεί να λυθούν τα μείζονα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο τόπος. Και τον απειλούν με πλήρη οικονομική κατάρρευση και χρεοκοπία.
Ελλειψη οράματος
Βεβαίως, είναι προφανές ότι αρκετοί εξ αυτών, που διαμαρτύρονται και δηλώνουν στις έρευνες της κοινής γνώμης εμμέσως ή κι αμέσως απογοητευμένοι από τα κόμματα συλλήβδην, το κάνουν για λάθος λόγους. Επειδή τα κόμματα που τους διέφθειραν με τη δημιουργία, του κομματικού πελατειακού και συντεχνιακού κράτους που βόλευε τους πάντες, άλλους λιγότερο κι άλλους περισσότερο, με δανεικά, δεν μπορούν να συντηρήσουν την πολιτική αυτή, των διορισμών, των επιδοτήσεων, των χορηγήσεων, των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, των ανεξέλεγκτων αυξήσεων, των κλειστών επαγγελμάτων κ.ο.κ., προκαλούν την αντίδραση εκείνων που είχαν μάθει σε αυτή τη ζωή. Ασφαλώς κι αυτή είναι η πραγματικότητα. Αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που δικαίως διερωτώνται πώς είναι δυνατόν εκείνοι οι πολιτικοί που δημιούργησαν αυτό το πελατειακό και συντεχνιακό κράτος, και το οδήγησαν με τις κοντόφθαλμες κι ανεύθυνες πολιτικές τους σε αυτή την οδυνηρή κατάσταση, ένα βήμα και πριν από την τυπική χρεοκοπία, θα μπορούσαν να δώσουν λύσεις σε αυτή τη σύνθετη κατάσταση που προϋποθέτει άλλο τρόπο σκέψης, εντελώς διαφορετικό από αυτόν που ίσχυσε επί δεκαετίες τώρα, από τη μεταπολίτευση κι έπειτα. Κι αυτό το επιχείρημα που προκύπτει μέσα από τις δημοσκοπήσεις αλλά και τις γενικότερες τάσεις της κοινής γνώμης, είναι πολύ ισχυρό σε μια χώρα που δεν δοκιμάζεται μόνο από την οικονομική και κοινωνική κατάρρευση, αλλά πρωτίστως από την αδυναμία των υφιστάμενων πολιτικών δυνάμεων και κομματικών σχηματισμών να δώσουν όραμα, λύσεις και προοπτική σε μια κοινωνία που αγωνιά και φοβάται για το αύριο. Και σε αυτό συμβάλλει τα μέγιστα η διευρυνόμενη αναξιοπιστία της κυβέρνησης που δείχνει να επιχειρεί ανεπαρκώς να εφαρμόσει μια πολιτική, αυτή του μνημονίου, που δεν πιστεύει, αλλά και μια αντιπολίτευση που στο σύνολό της δεν δείχνει να διαθέτει πειστική εναλλακτική λύση για την αποφυγή της χρεοκοπίας και τη μελλοντική ανάκαμψη της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας. Χαρακτηρισιτκό είναι το παράδειγμα των τελευταίων ημερών.
Αλλεπάλληλες
διαψεύσεις
Η νέα αναστάτωση που προκαλεί η κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, με την αύξηση των spreads στα ομόλογα των αδύναμων χωρών, όπως η Ελλάδα πρωτίστως αλλά κι η Πορτογαλία, η Ιρλανδία αλλά κι η Ισπανία, θέτει επιπρόσθετα σε δοκιμασία την αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και την ικανότητά της να ανταποκριθεί με αποφασιστικότητα στην υλοποίηση μιας πολύ δύσκολης αλλά επιβεβλημένης πολιτικής για την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από τη στενωπό και την αποφυγή της οικονομικής κατάρρευσης, που αρκετοί αναλυτές συνεχίζουν να θεωρούν ότι είναι αναπόφευκτη, παρά τις όποιες θυσίες έχει μέχρι στιγμής υποστεί ο ελληνικός λαός. Ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου επιχείρησε για μια ακόμα φορά να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που προκάλεσαν οι φήμες ότι συζητά το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του χρέους με ξένους παράγοντες, διαψεύδοντάς τες κατηγορηματικά. Ο κ. Παπακωνσταντίνου υπεστήριξε με δριμύτητα τις απόψεις του ότι κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό και για την οικονομία αλλά και για την κοινωνία και τόνισε ότι τυχόν επιστροφή στη δραχμή θα ήταν μεγάλο και μοιραίο λάθος, μιλώντας στο διεθνές πρακτορείο Reuters. Πράγματι, οι επισημάνσεις του υπουργού Οικονομικών ειναι ορθές. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι επιπτώσεις για την Ελλάδα θα ήταν καταστροφικές.
Ομως ποιος μπορεί να πιστέψει τους λόγους του κ. Παπακωνσταντίνου σήμερα, όταν αυξάνονται και πληθύνονται οι αναλύσεις, εγχώριες και ξένες, ότι η χώρα μας δεν μπορεί να αποφύγει την αναδιάρθρωση, δεδομένου ότι η κατάσταση πλέον στην οικονομία, με τη συνεχή διεύρυνση του δημοσίου χρέους, σε συνδυασμό με την επιδείνωση της ελληνικής παραγωγικότητας και τη διατήρηση των υψηλών πρωτογενών δαπανών του Δημοσίου, καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής. Και το χειρότερο: Η αξιοπιστία του υπουργού Οικονομικών αλλά ακόμα και του ίδιου του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου έχει τρωθεί από την επανειλημμένη διάψευση από την ίδια τη ζωή αλλά κι από την κυβερνητική πολιτική όσων κατά καιρούς έχουν υποστηρίξει δημοσίως. Να θυμίσουμε ότι, μέσα στον χρόνο που πρόσφατα τελείωσε, ο κ. Παπανδρέου κι ο κ. Παπακωνσταντίνου είχαν υποστηρίξει μια σειρά από πράγματα που δεν επιβεβαιώθηκαν στην πορεία, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώθηκαν όπως συνήθως συμβαίνει, οι «Κασσάνδρες», εκείνοι που έχουν τον ατυχή ρόλο από τη μοίρα να προβλέπουν τις συμφορές και να επιβεβαιώνονται.
Οπως συνέβαινε στα ομηρικά έπη με την μάντισσα, αδελφή του Εκτορα. Να θυμίσουμε ότι μόλις τον περασμένο Απρίλιο, οι κυβερνώντες διέψευσαν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η Ελλάδα κινδυνεύει με πτώχευση. Κι ακολούθως διέψευδαν ότι θα χρειασθεί να καταφύγει στον μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως τελικά συνέβη με το δραματικό μήνυμα του κ. Παπανδρέου από το Καστελόριζο. Στην συνέχεια είχαν διαψεύσει τη μείωση των μισθών και συντάξεων που όλοι οι Ελληνες γνωρίζουν ότι επήλθε με τον πλέον οδυνηρό τρόπο. Είχαν διαψεύσει την «επικαιροποίηση» του μνημονίου και τη λήψη πρόσθετων μέτρων, που συνέβη. Είχαν διαψεύσει την αύξηση των φόρων και κυρίως του ΦΠΑ που συνέβη δύο μάλιστα φορές. Είχαν διαψεύσει την ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας υπέρ των εταιρικών που τελικά συνέβη. Ολα αυτά και πολλά άλλα είχαν διαψευστεί από τους κυβερνώντες, αλλά τελικά συνέβησαν. Κι αυτό εκ των πραγμάτων υπονομεύει την αξιοπιστία της κυβέρνησης και κατά συνέπεια και την ικανότητά της να ασκήσει με επιτυχία μια συγκροτημένη και με όραμα πολιτική που είναι απαραίτητη για τον τόπο στη σημερινή, εξαιρετικά δύσκολη κι οδυνηρή συγκυρία. Ομως ακριβώς αυτή η κυβερνητική αδυναμία υπονομεύει ακόμα περισσότερο την αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος που στα μάτια ολοένα και περισσότερων πολιτών αναδεικνύεται ως άκρως διεφθαρμένο και κυρίως ανίκανο να δώσει λύσεις.
Κι όσο αυτή η εντύπωση παγιώνεται, τόσο θα δυσκολεύονται η κυβερνητική αποτελεσματικότητα αλλά κι η δυνατότητα να προκύψουν διάδοχες λύσεις αποτελεσματικές για τον τόπο και την κοινωνία. Κι αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος κατά την άποψή μας, διότι, εφόσον το πολιτικό σύστημα καταρρεύσει, ενδέχεται να προκύψουν λαϊκιστικές και επίφοβες δυνάμεις, που θα εκμεταλλευθούν την κοινωνική αναστάτωση για να επιβάλουν μια πολιτική πολύ πιο καταστροφική για τον τόπο, όπως το παράδειγμα του Χίτλερ στην κατεστραμμένη Γερμανία του Μεσοπολέμου διδάσκει.













