Η απoxή και η ερμηνεία της

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Στο σχολιασμό των τελευταίων αυτοδιοικητικών εκλογών και στις εκτιμήσεις γνωστών και άγνωστων πολιτικών και παραπολιτικών αναλυτών, κυριαρχεί έντονο τις μέρες αυτές το γνωστό φαινόμενο της μεγάλης αποχής, που παρουσίασαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές της Κυριακής.
Το πρόβλημα εντυπωσιακό αλλά όχι και συνηθισμένο στα εκλογικά μας πράγματα, ήτο επόμενο να κυριαρχήσει και στις πολιτικές δηλώσεις όλων των αρχηγών των κομμάτων του εθνικού μας κοινοβουλίου, αλλά και να απορροφήσει και μεγάλο μέρος των θέσεων και τοποθετήσεων των δεκάδων αυτόκλητων σχολιαστών, που έσπευσαν να φιγουράρουν στα παράθυρα των τηλεοπτικών καναλιών από το βράδυ της Κυριακής και μέχρι σήμερα.
Το πρόβλημα σε μεγάλο βαθμό ήτο αναμενόμενο. Σε ένα βαθμό το είχαν ήδη αναδείξει οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις, το υπέθαλψε η περιρέουσα ατμόσφαιρα, το πιστοποιούσαν ελεύθερες δηλώσεις απλών πολιτών και το επιβεβαίωσε η κάλπη.
Σε δεύτερο βαθμό αποτελεί μοιραία συνέπεια του εξωευρωπαϊσμού της κοινωνικής και της πολιτικής μας ζωής, αλλά και της επιδημίας της παγκοσμιοποίησης που μας έρχεται από την πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη και που δυστυχώς στέλλουν έντονα τα ανακλαστικά τους στη δική μας παραδοσιακή Μεσογειακή κοινωνία.
Και ήτο επόμενο να καταπλήξει το ποσοστό της αποχής σε μία τόσο καθοριστική εκλογική αναμέτρηση για ένα λαό που παρουσίαζε πάντα διεθνώς υψηλό ποσοστό προσέλευσης στις κάλπες. Ενα ποσοστό που δεν είναι μόνο συμβατό με την πολιτικοποίηση του μεγάλου μέρους του ενεργού πληθυσμού της χώρας μας, δεν είναι μόνο απόρροια της έντονης κομματικοποίησης της πολιτικής μας ζωής, αλλά είναι δυστυχώς και απόρροια του γνωστού πελατειακού καθεστώτος που εκτρέφει και αναπαράγει το πολιτικό μας σύστημα.
Η δαιμονιοποίηση όμως του προβλήματος δεν βρίσκεται μόνο στην επισήμανσή του, αλλά περισσότερο στις ελεύθερες, αυθαίρετες και κατά περίπτωση προσκρούστιες ερμηνείες του που αποδεικνύουν δυστυχώς και το βαρόμετρο, με το οποίο προσπαθούν όλοι να μετρήσουν την αιτιολογία του.
Δεν αποστασιοποιούμεθα από τον πειρασμό ενός τέτοιου πολιτικού σχολιασμού και της συνακόλουθης ερμηνείας του. Τον επιχειρούμε όμως με κάθε δυνατή προσέγγιση, αλλά περισσότερο με κριτήρια που αντέχουν σε μια ελεύθερη και αντικειμενική εκτίμηση και τεκμηριώνει το ίδιο το ποσοστό αποχής στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία.
Αναμφισβήτητα η αποχή πέρα από το ποσοστό που δικαιολογούν διάφοροι προσωπικοί, υποκειμενικοί αλλά και κάποιοι αναπόφευκτοι αντικειμενικοί λόγοι, έχει πολιτικό περιεχόμενο και αποτελεί συνειδητή πολιτική πράξη και συμπεριφορά.
Είναι και αυτή μια ψήφος με θετικό ή αρνητικό κατά περίπτωση περιεχόμενο απέναντι όχι μόνο στη συγκεκριμένη εκλογική αυτοδιοικητική διαδικασία, αλλά κυρίως απέναντι σ’ ένα χρεωκοπημένο πολιτικό σύστημα που δοκιμάζεται σκληρά και διεθνώς αλλά και στην πατρίδα μας.
Σίγουρα η αποχή στη μεγτάλη της πλειοψηφία δεν στεγάζει Νεοδημοκράτες ψηφοφόρους, ούτε εκφράζει σκληρή και αυστηρή αντιμνημονιακή συμπεριφορά. Στελεχώνεται κατ’ εξοχήν από ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και εκφράζει μια χαλαρή ψήφο διαμαρτυρίας απέναντι στο αντικοινωνικό κομμάτι του μνημονίου.
Ας μην πανηγυρίζει λοιπόν η Ν. Δημοκρατία για τη δήθεν απώλεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας στο εκλογικό μας σώμα. Και ας μην επιχαίρει και το ΚΚΕ για το αυξημένο ποσοστό που παρουσίασε η λαϊκή συσπείρωση στις εκλογές αυτές. Οι ψηφοφόροι της Ν. Δημοκρατίας δεν είχαν κανένα λόγο να καταφύγουν στην αποχή για να εκφράσουν έμπρακτα και την κομματική πειθαρχία και την αντιμνημονιακή τους τοποθέτηση. Είχαν κάθε λόγο να μιλήσουν μέσα από τις κάλπες για να συμμετάσχουν στο γνωστό αντιμνημονιακό μέτωπο που συνέπηξαν όλες οι αντικυβερνητικές δυνάμεις της χώρας περισσότερο για να πλήξουν την κυβέρνηση και ολιγότερο για να διαμαρτυρηθούν κατά του μνημονίου.
Εξίσου συγκυριακή είναι και η αύξηση δύναμης του ΚΚΕ, δεδομένης της φυσιογνωμίας της αυτοδιοικητικής ψήφου, η οποία πέρα του χαλαρού χαρακτήρα της ενισχύθηκε ευκαιριακά και από τη γνωστή σκληρή αντιμνημονιακή πολιτική που ασκεί το ΚΚΕ απέναντι στην κυβερνητική πλειοψηφία.
Αντίθετα από την άλλη πλευρά οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ μη θέλοντας να μειδήσουν προς άλλους πολιτικούς χώρους και θέλοντας παράλληλα να εκφράσουν την όποια διαμαρτυρία τους απέναντι στις αντικοινωνικές σκιές του μνημονίου, προτίμησαν το δρόμο της αποχής. Ενα δρόμο που στέλλει τα δικά του μηνύματα. Και είναι χρέος της κυβέρνησης να λάβει τα μηνύματα αυτά. Να αναγνώσει το αποτέλεσμα των εκλογών σε όλες τις παραμέτρους και με κάθε διασταλτική ερμηνεία του. Να απαλλάξει τα αδύναμα οικονομικά στρώματα της κοινωνίας μας από τα άδικα και δυσβάστακτα οικονομικά μέτρα που ρυτιδώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας.
Και είναι ευθύνη της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει το μοχλό του μνημονίου στα πλαίσια της οικονομικής αντοχής του Ελληνα φορολογούμενου και γενικά του έλληνα πολίτη και να τον προφυλάξει από κάθε τυχόν αδικία και υπερβολή. Είναι ευθύνη της να αναζητήσει σε άλλες πηγές όλα εκείνα τα μέτρα που χρειάζονται για να βγάλουμε τη χώρα μας από τη χρεοκοπία και το αδιέξοδο. Είναι ευθύνη να ανταποκριθεί στην καθολική αξίωση του ελληνικού λαού, να δώσουν πίσω «τα κλεμμένα» όλοι οι εκάστοτε άρπαγες, μιζαδόροι και τα αδήφαγα τρωκτικά της οικονομίας μας. Είναι ευθύνη της κυβέρνησης να κινητοποιήσει το συντομότερο την ατμομηχανή της ανάπτυξης. Εϊναι ευθύνη της κυβέρνησης να αποκαταστήσει το συντομότερο το κλονισμένο κύρος της κρατικής διοίκησης και να εμπεδώσει στον πολίτη αίσθημα αξιοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, εργασιακής και κοινωνικής ειρήνης.
Αυτά πιστεύω είναι τα μηνύματα που στέλλει η αποχή και αυτή είναι κατά προσέγγιση η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στον σχολιασμό, αλλά περισσότερο στον προβληματισμό που δημιούργησε. Κάθε άλλη ερμηνεία πιστεύω ότι ενέχει πρόθεση και διάθεση μικροπολιτικής κατά περίπτωση αξιολόγησης, που φαλκιδεύει και σε μεγάλο βαθμό νοθεύει το πλειοψηφικό ρεύμα της αποχής από το βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό του περιεχόμενο.
Μόνο έτσι θα καταρρεύσουν τα όποια αντιμνημονιακά μέτωπα και μόνο έτσι θα μεταβληθεί η αποχή σε συμμετοχή για να απακατασταθεί στη δημοκρατία η δυναμική της συμμετοχικής της διάστασης.

Μάνος Δ. Κόκκινος