ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Στην αντεπίθεση πέρασε ο ασφαλιστικός σύμβουλος

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
ασφαλιστης

Στην αντε­πί­θε­ση πέ­ρα­σε χθες με την υπο­βο­λή πο­λυ­σέ­λι­δης μη­νύ­σε­ως κατά μιας κα­τοί­κου του Πα­ρα­δει­σί­ου και του συ­ζύ­γου της, ο ασφα­λι­στι­κός σύμ­βου­λος που βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πος με τα αδι­κή­μα­τα της πλα­στο­γρα­φί­ας μετά χρή­σε­ως κατ’ επάγ­γελ­μα και κατά συ­νή­θεια, όπου το συ­νο­λι­κό όφε­λος και η συ­νο­λι­κή ζημία υπερ­βαί­νουν τα 30.000 ευρώ κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση, της υπε­ξαί­ρε­σης κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση αντι­κει­μέ­νου ιδιαί­τε­ρα με­γά­λης αξίας, που το είχαν εμπι­στευ­θεί στον υπαί­τιο, λόγω της ιδιό­τη­τάς του ως εντο­λο­δό­χου και δια­χει­ρι­στή ξένης πε­ριου­σί­ας και της απι­στί­ας, από την οποία η πε­ριου­σια­κή ζημία υπερ­βαί­νει το ποσό των 15.000 ευρώ κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση.

Υπε­ρα­μυ­νό­με­νος της αθω­ό­τη­τας του ο ασφα­λι­στι­κός σύμ­βου­λος προ­σέ­φυ­γε χθες ενώ­πιον της Ει­σαγ­γε­λέ­ως Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου κατά των δύο μη­νυ­τών του, ενώ ετοι­μά­ζε­ται για την υπο­βο­λή κι άλλων μη­νύ­σε­ων σε βάρος επεν­δυ­τών, που τον κα­τα­μή­νυ­σαν.

Στην μή­νυ­ση του εκ­θέ­τει ότι το έτος 1997, ότε και ανέ­λα­βε να προ­ω­θή­σει αμοι­βαία κε­φά­λαια ασφα­λι­στι­κής εται­ρεί­ας στην οποία απα­σχο­λεί­το, η ελ­λη­νι­κή χρη­μα­τα­γο­ρά αν­θού­σε, με απο­τέ­λε­σμα στα­δια­κώς να κα­τορ­θώ­σει, αφε­νός μεν να δια­μορ­φώ­σει ένα ισχυ­ρό επεν­δυ­τι­κό χαρ­το­φυ­λά­κιο – που ανήρ­χε­το πε­ρί­που σε ένα δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο επτα­κό­σια εκα­τομ­μύ­ρια δραχ­μές, ποσό, που αντι­στοι­χού­σε σε 373 επεν­δυ­τές, με κέρδη για τους πε­λά­τες του, αφε­τέ­ρου δε να απο­κτή­σει φήμη στην το­πι­κή κοι­νω­νία της Ρόδου.

Το­νί­ζει ότι κατά την πε­ρί­ο­δο των ετών 1997 – 2000, ήτοι την πε­ρί­ο­δο της ξέ­φρε­νης ανό­δου του δεί­κτη τιμών του Χρη­μα­τι­στη­ρί­ου Αθη­νών, προ­ω­θού­σε επεν­δυ­τι­κά προ­ϊ­ό­ντα στους πε­λά­τες της εται­ρεί­ας βάσει των οδη­γιών, που ελάμ­βα­νε σε ημε­ρή­σιο επί­πε­δο από τα κε­ντρι­κά γρα­φεία της.

Σε ό,τι αφορά το ζευ­γά­ρι από το Πα­ρα­δεί­σι, εκ­θέ­τει ότι η γνω­ρι­μία τους χρο­νο­λο­γεί­ται από το έτος 1990 και η επαγ­γελ­μα­τι­κή συ­νερ­γα­σία τους, από το έτος 1997, όταν επέν­δυ­σαν σε με­το­χι­κά αμοι­βαία κε­φά­λαια.

Υπο­στη­ρί­ζει ότι από το 1997 και μέχρι το έτος 2008 επέν­δυ­σαν με τη με­σο­λά­βη­σή του ως επεν­δυ­τι­κού συμ­βού­λου από κοι­νού σε αμοι­βαία με­το­χι­κά, μικτά και στα χα­μη­λού ρί­σκου ομο­λο­για­κά, τα οποία συ­νή­θως έχουν χα­μη­λές απο­δό­σεις.

Για την επέν­δυ­ση ανοί­χθη­καν λο­γα­ρια­σμοί μη­τρώ­ου από την εται­ρεία στα ονό­μα­τα τους και των συν­δι­καιού­χων μελών της οι­κο­γέ­νειάς τους.

Υπο­στη­ρί­ζει ότι ο σύ­ζυ­γος, απε­φά­σι­σε να προ­βεί σε κά­ποιες επεν­δύ­σεις από μόνος του, με σκοπό να πολ­λα­πλα­σιά­σει το επεν­δυ­θέν κε­φά­λαιό του, ώστε την τυχόν δια­φο­ρά, που θα προ­έ­κυ­πτε, να την δια­θέ­σει ως δώρο γάμου στις δύο θυ­γα­τέ­ρες του.

Το­νί­ζει ότι ήταν και οι δύο απο­λύ­τως εξοι­κειω­μέ­νοι με τη δια­δι­κα­σία επέν­δυ­σης στο χρη­μα­τι­στή­ριο αλλά και στα συ­γκε­κρι­μέ­να χρη­μα­τι­στη­ρια­κά προ­ϊ­ό­ντα, ήτοι τα αμοι­βαία κε­φά­λαια με­το­χι­κού χα­ρα­κτή­ρα, αφού και κατά το πα­ρελ­θόν και δη από το Μάιο του έτους 1996, δη­λα­δή πολύ προ­τού συ­νερ­γα­στούν και πριν καν ασχο­λη­θεί με την προ­ώ­θη­ση αμοι­βαί­ων κε­φα­λαί­ων το έτος 1997, είχαν επεν­δύ­σει σε επεν­δυ­τι­κά προ­ϊ­ό­ντα της ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας.

Επέν­δυ­σαν, όπως εκ­θέ­τει, 539.788,32 € και ελάμ­βα­ναν τα­χυ­δρο­μι­κώς ανά ημε­ρο­λο­για­κό τρί­μη­νο αντί­γρα­φο κί­νη­σης επεν­δυ­τι­κού λο­γα­ρια­σμού μη­τρώ­ου (statement) στη διεύ­θυν­ση, που είχαν δη­λώ­σει.

Υπο­στη­ρί­ζει ακόμη ότι κα­τό­πιν αλ­λε­πάλ­λη­λων συ­ζη­τή­σε­ων συ­νε­φω­νή­θη με­ρι­κές επεν­δύ­σεις τους να υλο­ποι­η­θούν και μέσω της κα­τάρ­τι­σης ασφα­λι­στη­ρί­ων συμ­βο­λαί­ων ζωής, τα οποία και θα ήταν συν­δε­δε­μέ­να με αμοι­βαία κε­φά­λαια, προ­κει­μέ­νου σε πε­ρί­πτω­ση, που θα ση­μεί­ω­νε πτώση ο δεί­κτης τιμών του Χρη­μα­τι­στη­ρί­ου, να μην έχουν με­γά­λες απώ­λειες, όπως αν επέν­δυαν ολό­κλη­ρο το κε­φά­λαιό τους σε ένα μη­τρώο αμοι­βαί­ου κε­φα­λαί­ου και δη υψη­λού ρί­σκου.

Τον Σε­πτέμ­βριο του έτους 2000, κατά τον οποίο όλως αιφ­νι­δί­ως ο Γε­νι­κός Δεί­κτης Τιμών του Χρη­μα­τι­στη­ρί­ου Αθη­νών ση­μεί­ω­σε κά­θε­τη πτώση τιμών, οι απώ­λειες επί των αμοι­βαί­ων κε­φα­λαί­ων ανήλ­θαν σε πο­σο­στό άνω του 70%, με απο­τέ­λε­σμα οι πε­λά­τες να ζη­τούν επι­μό­νως την εξα­γο­ρά των επεν­δυ­τι­κών συμ­βο­λαί­ων τους δια­κα­τε­χό­με­νοι από έντο­να αι­σθή­μα­τα πα­νι­κού.

Ωστό­σο, οι εντο­λές της ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας ήταν σα­φείς και ρητές και αφο­ρού­σαν σε «δια­κρά­τη­ση θέ­σε­ων», ήτοι δια­τή­ρη­ση των πε­λα­τών, όπερ και θα εγέ­νε­το με το να απο­φευ­χθεί πάση θυσία η εξα­γο­ρά των επεν­δυ­τι­κών συμ­βο­λαί­ων τους.

Όπως υπο­στη­ρί­ζει σύμ­φω­να, με τις εντο­λές των ιθυ­νό­ντων της εται­ρεί­ας τα με­το­χι­κά αμοι­βαία κε­φά­λαια έπρε­πε να με­τα­φερ­θούν σε ομο­λο­για­κά, τα οποία χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντο «μι­κρού ρί­σκου», έως ότου εμ­φα­νι­σθούν τα πρώτα ση­μά­δια ανά­καμ­ψης, οπότε και εκ νέου θα με­τε­φέ­ρο­ντο σε με­το­χι­κά αμοι­βαία κε­φά­λαια.

Απο­φά­σι­σε έτσι να απο­τρέ­ψει τους πε­λά­τες από την εξα­γο­ρά των με­ρι­δί­ων τους και να τους πεί­σει να με­τα­φέ­ρουν τις επεν­δύ­σεις τους σε ομο­λο­για­κά αμοι­βαία κε­φά­λαια, τα οποία θε­ω­ρού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο στα­θε­ρά και ασφα­λή από άλλες επεν­δύ­σεις, προ­κει­μέ­νου έτσι να προ­στα­τεύ­σει τα συμ­φέ­ρο­ντά τους, μέ­νο­ντας ταυ­το­χρό­νως πι­στός στις κα­τευ­θυ­ντή­ριες οδη­γί­ες της εται­ρεί­ας.

Εκ­θέ­τει ότι ολό­κλη­ρο σχε­δόν το πε­λα­το­λό­γιό του πεί­σθη­κε και δεν εξα­γό­ρα­σε τις επεν­δύ­σεις του, χωρίς, όμως, να απου­σιά­ζουν τα πα­ρά­πο­να και οι αμ­φι­βο­λί­ες, ώστε κάθε φορά να πρέ­πει να λο­γο­δο­τεί ο ίδιος προ­σω­πι­κώς, αφού οι εν λόγω πε­λά­τες εκεί­νον γνώ­ρι­ζαν.

Όταν το Μάρ­τιο του έτους 2001 η ελ­λη­νι­κή χρη­μα­τα­γο­ρά άρ­χι­σε να εμ­φα­νί­ζει ση­μά­δια ανά­καμ­ψης, η οποία και δι­ήρ­κε­σε για πε­ρί­που ένα τρί­μη­νο, έλαβε εκ νέου εντο­λές από διευ­θυ­ντι­κά στε­λέ­χη, να με­τα­φέ­ρει τα κε­φά­λαια των πε­λα­τών από τα ομο­λο­για­κά αμοι­βαία στα με­το­χι­κά αμοι­βαία κε­φά­λαια.

Προς με­γά­λη απο­γο­ή­τευ­ση και διά­ψευ­ση των προσ­δο­κιών του, ωστό­σο, ξέ­σπα­σε νέα χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή κρίση με απώ­λειες της τάξης του 90%, που δη­μιούρ­γη­σε ένα δίχως προη­γού­με­νο κλίμα πα­νι­κού στους πε­λά­τες της εται­ρεί­ας, οι οποί­οι επι­τα­κτι­κώς πλέον άρ­χι­σαν να ζη­τούν την εξα­γο­ρά των με­ρι­δί­ων τους.

Ανα­λο­γι­ζό­με­νος τότε το μέ­γε­θος της οι­κο­νο­μι­κής κα­τα­στρο­φής των επεν­δυ­τών – πε­λα­τών της εται­ρεί­ας, καθώς και το ανα­λο­γούν σε εκεί­νον με­ρί­διο ευ­θύ­νης, απο­φά­σι­σε ότι, έπρε­πε να επα­νορ­θώ­σει με οποιο­δή­πο­τε προ­σω­πι­κό κό­στος γι αυτό το… «λάθος» του.

Δια­τεί­νε­ται ότι περί τα τέλη του έτους 2001 άρ­χι­σε στα­δια­κώς να κα­λύ­πτει εξ ιδίων κε­φα­λαί­ων τις απώ­λειες από την επέν­δυ­ση σε αμοι­βαία κε­φά­λαια πε­λα­τών της εται­ρεί­ας, το ύψος των οποί­ων συ­νο­λι­κώς ανήρ­χε­το σε αρ­κε­τά εκα­τομ­μύ­ρια ευρώ.

Εκεί­νη την πε­ρί­ο­δο είχε στο πε­λα­το­λό­γιό του, με­τα­ξύ άλλων, και έξι με­γά­λους πε­λά­τες, έκα­στος των οποί­ων είχε επεν­δύ­σει στα αμοι­βαία κε­φά­λαια της εν λόγω εται­ρεί­ας ποσό ύψους του­λά­χι­στον 100.000.000 δρχ..

Ανα­γκά­σθη­κε, όπως το­νί­ζει, να ανα­γνω­ρί­σει εγ­γρά­φως και δη σε έντυ­πο με τα δια­κρι­τι­κά της εται­ρεί­ας ότι, θα επέ­στρε­φε σε πε­λά­τη το αρ­χι­κώς επεν­δυ­θέν κε­φά­λαιό του, όπερ και πράγ­μα­τι έκανε στα­δια­κώς.

Δυ­στυ­χώς, όπως υπο­στη­ρί­ζει, αυτό ήταν η αρχή, αφού την ίδια πρα­κτι­κή εξα­πό­λυ­σης απει­λών και άσκη­σης πιέ­σε­ων ακο­λού­θη­σαν έκτο­τε και μέχρι σή­με­ρον πολ­λοί εκ των άλ­λο­τε πε­λα­τών της εν λόγω εται­ρεί­ας, στους οποί­ους πα­ρεί­χε επεν­δυ­τι­κές συμ­βου­λές.

Οι δύο μη­νυό­με­νοι, όπως ισχυ­ρί­ζε­ται, τον προ­σέγ­γι­σαν περί τον Οκτώ­βριο του έτους 2001 γνω­ρί­ζο­ντας ότι, είναι σε ανα­ζή­τη­ση οι­κο­νο­μι­κής ρευ­στό­τη­τας, ώστε να κα­λύ­ψει τις – κατά τα ανω­τέ­ρω – απώ­λειες των πε­λα­τών της εται­ρεί­ας, και του πρό­τει­ναν να του δα­νεί­σουν κά­ποιο χρη­μα­τι­κό ποσό ως διευ­κό­λυν­ση, το οποίο και θα τους επέ­στρε­φε, όποτε είχε τη δυ­να­τό­τη­τα, υπό την ταυ­τό­χρο­νη προ­ϋ­πό­θε­ση ότι, θα τους έδινε και κά­ποιο τόκο.

Ισχυ­ρί­ζε­ται ότι κατά το χρο­νι­κό διά­στη­μα των ετών 2001-2005 κα­τέ­βα­λε στους εγκα­λου­μέ­νους απευ­θεί­ας τοις με­τρη­τοίς, προς εξό­φλη­ση του χο­ρη­γη­θέ­ντος εκ μέ­ρους τους δα­νεί­ου συ­νο­λι­κώς το χρη­μα­τι­κό ποσό των 138.000 € πε­ρί­που συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και τόκων.

Την υπό­θε­ση χει­ρί­ζο­νται οι δι­κη­γό­ροι κ.κ. Αση­μά­κης Αση­μα­κό­που­λος και Ακης Δη­μη­τριά­δης.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.