Εξετάζει το ενδεχόμενο καλύψεως χρεών με εκχώρηση απαιτήσεων

Στην εκχώρηση απαιτήσεων του Δήμου Ρόδου προς εξόφληση οφειλών του από τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις προσανατολίζεται η δημοτική αρχή!!
Το θέμα έχει τεθεί επί τάπητος σε σύσκεψη επί των οικονομικών εκκρεμοτήτων του Δήμου Ρόδου και θεωρείται η ιδανικότερη λύση για την αντιμετώπιση δεκάδων πιστωτών που διεκδικούν ληξιπρόθεσμες οφειλές με την έκδοση διαταγών πληρωμής και κατασχέσεις.
Η δημοτική αρχή παρότι συγκαταλέγεται μεταξύ των υπερχρεωμένων της χώρας έχει να λαμβάνει περισσότερα από αυτά που οφείλει. Πλην όμως υφίσταται αδυναμία να εισπράξει τα οφειλόμενα από ιδιώτες και επιχειρήσεις γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ακόμη και δίωξη αιρετών για το αδίκημα της απιστίας.
Κάτω από αυτό το πρίσμα και στα πλαίσια της προσπάθειας που καταβάλλεται για να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με την τοπική αγορά, η δημοτική αρχή θεωρεί τη συγκεκριμένη λύση ως την ιδανικότερη.
Στην από 4 Ιουλίου 2011 αποκαλυπτική γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου του Δήμου Ρόδου κ. Θ. Παπαγεωργίου αναφέρονται τα εξής:
«Στην τελευταία σύσκεψη επί των οικονομικών εκκρεμοτήτων του Δήμου (απαιτήσεις και οφειλές) θέσαμε το θέμα της δυνατότητας εκχώρησης βεβαιωμένων απαιτήσεων του Δήμου Ρόδου για την εξόφληση εκκαθαρισμένων οφειλών του Δήμου Ρόδου με βάση τελεσίδικες – εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις που συνιστούν υποχρεωτικές δαπάνες (158 παρ. 1 εδ. ιβ του Δ.Κ.Κ. Ν. 3463/2006).
Η παραπάνω περίπτωση είναι ανεξάρτητη από την υφιστάμενη δυνατότητα κατασχέσεων σε χέρια τρίτων οφειλών του Δήμου Ρόδου, εφόσον βέβαια οι σχετικές οφειλές των τρίτων δεν αφορούν ακατάσχετες απαιτήσεις.
Επί της δυνατότητας λοιπόν εκχώρησης απαιτήσεων του Δήμου Ρόδου προς εξόφληση οφειλών από τελεσίδικες αποφάσεις, ως και στο παρελθόν είχαμε ομοίως γνωμοδοτήσει (αρ. πρωτ. 17342/2010), γνωμοδοτούμε ομοίως ως εξής:
Α) Σύμφωνα με την υπ’αρ. 577/1993 Γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έγινε δεκτό ότι:
– «1. Η δυνατότητα ενός Ο.Τ.Α να συνάψει συγκεκριμένη σύμβαση διέπεται από την «αρχή της νομιμότητας», σύμφωνα με την οποία «η Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να προβαίνει σε νομικές πράξεις, δηλαδή στην έκδοση διοικητικών πράξεων και τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και σε υλικές ενέργειες παρά μόνον βάσει αρμοδιότητας που παρέχεται από τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου ή του Συντάγματος ή νομοθετικών διατάξεων ή κανονιστικών πράξεων» (βλ. γνωμοδ. Π. Παυλόπουλου εις ΕΔΔΔ ’92 σελ. 161 επ. Σπηλιωτόπουλο Διοικ. Δίκαιο σελ. 81 και γνωμ. Ν.Σ.Κ. 472/1993)….
Σύμφωνα με το αρθρ. 223 παρ. 4 Δ.Κ.Κ. (Π.Δ. 323/89) ορίζει ότι «Η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων των Δήμων και Κοινοτήτων επιτρέπεται, εφόσον τηρηθούν οι ειδικές διατάξεις του κώδικα και εφόσον ο σκοπός που επιδιώκεται με τη διάθεση αυτή εξυπηρετεί το δημοτικό ή κοινοτικό συμφέρον».
Συνεπώς η εκχώρηση, ως δικαιοπραξία διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων – χρηματικών απαιτήσεων – (βλ. Μπαλή Γεν. Αρχές παρ. 31 σελ. 98), ρητό επιτρέπεται στους ΟΤΑ, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη.
– 2. Στο όρθρο 464 Α.Κ. ορίζεται ότι «απαιτήσεις ακατάσχετου είναι ανεκχώρητοι». Η διάταξη αυτή σκοπεί την προστασία συγκεκριμένων απαιτήσεων, λόγω της φύσεως του αντικειμένου τους (π.χ. διατροφή, μισθός κ.λ.π.), παραπέμπουσα στις οικείες διατάξεις της Πολ. Δικονομίας (αρθρ. 953) και τις διάφορες άλλες ειδικές εξαιρέσεις. Ως λόγον έχει την εξασφάλιση της παραμονής της απαιτήσεως στον ίδιο δανειστή, έστω και παρά την θέλησή του και αυτό το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την καθιέρωση τόσον του ακατάσχετου όσον και του ανεκχώρητου (βλ. Μπαλή Ενοχικό Δίκαιο παρ. 160 επ. Ερμ. Α.Κ. υπ’αρ. 464, Λιτζερόπουλου Παραδόσεις Ενοχικού Δικαίου παρ. 292 επ).
Κατ’ εφαρμογήν της προπαρατεθείσας διατάξεως γίνεται δεκτόν ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε πράξη εκτελέσεως προς ικανοποίηση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου “και των Ο.Τ.Α, επομένως και η κατάσχεση (βλ. γνωμοδ. Ν.Σ.Κ. 271/1993).
Η απαγόρευση όμως κατασχέσεως κατά του Δημοσίου και των Ο. Τ.Α. ως πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν αφορά σε συγκεκριμένη απαίτηση, αλλά προστατεύει γενικώς τα εν λόγω νομικά πρόσωπα από την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών τους υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως. Αυτό βεβαίως το προνόμιο δεν θίγεται από την δυνατότητα του ιδίου του προστατευόμενου νομικού προσώπου να διαθέσει τα περιουσιακά του στοιχεία (μεταξύ των οποίων και τις χρηματικές του απαιτήσεις) κατά τη βούλησή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτή η διάθεση επιτρέπεται και είναι εν γένει εντός των πλαισίων των περί Δημοσίου ή Ο.Τ.Α στη συγκεκριμένη περίπτωση, οικείων διατάξεων (κατά τα ανωτέρω από 1 εκτεθέντα).
Συμπερασματικά δηλαδή το ανεκχώρητο του αρθρ. 464 Α.Κ. αφορά στις συγκεκριμένες απαιτήσεις που δια ρητών ειδικών διατάξεων θεωρούνται ως ακατάσχετες λόγω της φύσεως του αντικειμένου τους, και όχι σε όλες συλλήβδην τις απαιτήσεις των Ο.Τ.Α, που λόγω του υποκειμενικού δικονομικού προνομίου της κατά των Ο.Τ.Α απαγορεύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως είναι μεν ακατάσχετες, πλην όμως όχι ως εκ του λόγου τούτου και ανεκχώρητες.
– 3. Επομένως εκ των εσόδων που προορίζονται προς ελευθέρα διάθεση νομίμως ένας Δήμος μπορεί να προβεί σε εκχώρηση απαιτήσεως του προς εξόφληση νομίμως ανειλημμένης οφειλής.»
Β) Η παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 223 παρ. 4 του Δ.Κ.Κ. (Π.Δ. 323/1989), στην οποία στηρίχθηκε η Γνωμοδότηση 577/1993 της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. αποτελεί αυτούσια διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 178 παρ. 3 του και σήμερα ισχύοντα Δ.Κ.Κ. (Ν. 3463/2006) σύμφωνα με την οποία επίσης «η διάθεση περιουσιακών στοιχείων των Δήμων ή των Κοινοτήτων επιτρέπεται, εφόσον τηρηθούν οι ειδικές διατάξεις του παρόντος και εφόσον ο σκοπός που επιδιώκεται με τη διάθεση αυτή εξυπηρετεί το δημοτικό ή κοινοτικό συμφέρον».
Γ) Συνεπώς σύμφωνα με τα παραπάνω επί νομίμως ανειλημμένων οφειλών, όπου δηλαδή υπάρχουν πλήρως εκκαθαρισμένες οφειλές που έχουν όλες τις προϋποθέσεις ενταλματοποίησης προς πληρωμή, ο Δήμος Ρόδου μπορεί να έλθει σε συμφωνία με τους δικαιούχους με την υπογραφή σχετικής σύμβασης προς εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεών του.
Οι εκχωρητέες απαιτήσεις μπορεί να είναι είτε υπάρχουσες είτε μελλοντικές (Γεωργιάδης – Μ. Σταθόπουλος: Α.Κ. τ. 2, εκδ. 1979 όρθρο 455, 5 με Μπαλή: παρ. 152 αρ. 1, Ολομ. Α.Π. 302/1959 κ.λ.π.).
Στους όρους των συμβάσεων εκχώρησης πρέπει να περιέχεται ότι ο Δήμος Ρόδου δεν αναλαμβάνει ευθύνη για το φερέγγυο του οφειλέτη του, ότι ο εκδοχέας έλαβε γνώση της ύπαρξης της συγκεκριμένης εκχωρούμενης απαιτήσεως του Δήμου Ρόδου και ότι δια της εκχωρήσεως αποδέχεται την εξόφληση και απόσβεση της απαιτήσεώς του, παραιτούμενος της προσβολής και ακυρώσεως της σύμβασης για κάθε αιτία και λόγο (ως και του δικαιώματος διαιρέσεως και διηζήσεως). Επίσης ότι ο εκδοχέας θα έχει την ευθύνη αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον οφειλέτη και τους τρίτους (άρθρο 460 Α.Κ.).
Στο εκχωρούμενο από το Δήμο ποσό, μπορεί να συμφωνούνται και να υπολογίζονται και να συναθροίζονται και οι καθυστερούμενες από τους οφειλέτες του Δήμου Ροδίων προσαυξήσεις επί των εκχωρούμενων απαιτήσεών του (άρθρο 459 Α.Κ.).
Δ) Για την σύναψη των συμβάσεων εκχώρησης ο Δήμαρχος ή ο αρμόδιος επί των Οικονομικών Αντιδήμαρχος πρέπει να εξουσιοδοτηθεί με αντίστοιχες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, ύστερα από κατά κάθε περίπτωση ξεχωριστά εισήγηση της Δ/νσης Οικονομικών, που θα έχει προηγουμένως εξασφαλίσει έγγραφη συναίνεση του αντίστοιχου δανειστή – εκδοχέα.
Τέλος θεωρούμε σωστό, πριν απ’ όλα, να υπάρξει άτυπη έστω επικοινωνία με την Υπηρεσία του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νομού Δωδεκανήσου ή της Δ/νσης Οικονομικών Ο.Τ.Α του Υπουργείου Εσωτερικών, για την πρόθεση του Δήμου Ρόδου πληρωμής των ανωτέρω οικονομικών υποχρεώσεών του με σύμφωνη με τα παραπάνω εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεών του.

Ο ΝΟΜΙΜΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ»