ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αποκαλυπτική έρευνα: Στα ελληνικά νοικοκυριά η μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση στον κόσμο

news room 1 λεπτό ανάγνωση
φοροι

Η μεσαία τάξη ήταν η μεγάλη χαμένη της κρίσης στην Ελλάδα

Η αύξηση της φορο­λο­γίας στη δεκα­ε­τία που ακο­λού­θησε τη χρη­μα­το­πι­στω­τική κρίση στην Ελλάδα εν μέσω των προ­γραμ­μά­των λιτό­τη­τας στο πλαίσιο των Μνη­μο­νίων, ήταν άνιση στην κατα­νομή της, όπως δείχνει η τελευ­ταία έκθεση του Ινστι­τού­του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ. Το μεγα­λύ­τερο βάρος της φορο­λο­γι­κής επι­βά­ρυν­σης την επω­μί­σθη­καν τα νοι­κο­κυ­ριά, των οποίων η αγο­ρα­στική δύναμη συρ­ρι­κνώ­θηκε. Συμπε­ρα­σμα­στικά η έκθεση κατα­λή­γει ότι η μεσαία τάξη ήταν η μεγάλη χαμένη της κρίσης στην Ελλάδα.

Η δεκα­ε­τία της κρίσης

Σύμφωνα με την έκθεση, η δεκα­ε­τία που ξεκί­νησε με το ξέσπα­σμα της δημο­σιο­νο­μι­κής κρίσης το 2009 στην Ελλάδα σημα­το­δό­τησε τη μεγα­λύ­τερη οικο­νο­μική κρίση που βίωσε η χώρα στη νεότερη ιστορία της αλλά και την υιο­θέ­τηση μιας σειράς από σκληρά προ­γράμ­ματα λιτό­τη­τας.

Τα μυστικά της φορο­λο­γίας εισο­δή­μα­τος [Πίνακες]

Η αύξηση του φορο­λο­γι­κού βάρους στην Ελλάδα, κατά τη δεκα­ε­τία της οικο­νο­μι­κής κρίσης (2009-2019) και των τριών μνη­μο­νίων, δεν συγκρί­νε­ται με καμιά άλλη χώρα του ανα­πτυγ­μέ­νου κόσμου. Η αύξηση αυτή, της τάξης των 8,5 ποσο­στιαίων μονάδων του ΑΕΠ, είναι με διαφορά η μεγα­λύ­τερη ανάμεσα στις 38 χώρες του Οργα­νι­σμού Οικο­νο­μι­κής Συνερ­γα­σίας και Ανά­πτυ­ξης και σχεδόν πεντα­πλά­σια από τον μέσο όρο των χωρών αυτών, ο οποίος βρί­σκε­ται κάτω από 2 ποσο­στιαίες μονάδες.

Οι έμμεσοι φόροι

Οι έμμεσοι φόροι απο­τε­λού­σαν τη βασι­κό­τερη πηγή φορο­λο­γι­κών εσόδων σε όλη τη διάρ­κεια της σύγ­χρο­νης ιστο­ρίας της Ελλάδας. Στην Ελλάδα ο πρω­τα­γω­νι­στι­κός ρόλος της έμμεσης φορο­λο­γίας ενι­σχύ­θηκε περαι­τέρω κατά τη δεκα­ε­τία της οικο­νο­μι­κής κρίσης, καθώς το μερίδιο των έμμεσων φόρων στο ΑΕΠ αυξή­θηκε από 13,9% το 2009 σε 17,5% το 2019

Συν­δυα­στικά, σε καθένα ευρώ φόρου εισο­δή­μα­τος φυσικών προ­σώ­πων αντιστοι- χούν πάνω από 2,5 ευρώ φόρων κατα­νά­λω­σης, και αυτή η ανα­λο­γία σπάνια γίνε- ται ευθέως αντι­λη­πτή από τους φορο­λο­γού­με­νους πολίτες. Ο φορο­λο­γού­με­νος από το εκκα­θα­ρι­στικό της φορο­λο­γι­κής του δήλωσης αποκτά άμεση γνώση του συνόλου του φόρου εισο­δή­μα­τος που έχει κατα­βά­λει στο κράτος, ενώ το ίδιο δεν συμ­βαί­νει στην περί­πτωση των φόρων κατα­νά­λω­σης, οι οποίοι ενσω­μα­τώ­νο­νται στις τιμές των προ­ϊ­ό­ντων και είναι πρα­κτικά αδύνατο να υπο­λο­γι­στούν από τον φορο­λο­γού­μενο σε ετήσια μάλιστα βάση. Οι ανα­δια­νε­μη­τι­κές συνέ­πειες, επο­μέ­νως, των φόρων κατανά- λωσης είναι πολύ δύσκολο να ανα­τρα­πούν από άλλα φορο­λο­γικά εργα­λεία, και για τον λόγο αυτό στη μελέτη τους αφιε­ρώ­νε­ται ένα μεγάλο μέρος της παρού­σας εργα­σίας.

Το 2008, πριν το ξέσπα­σμα της οικο­νο­μι­κής κρίσης στην Ελλάδα, οι έμμεσοι φόροι απορ­ρο­φού­σαν κατά μέσο όρο το 11,4% περίπου της κατα­να­λω­τι­κής δαπάνης των νοι- κοκυ­ριών, με την επι­βά­ρυνση αυτή να εκτο­ξεύ­ε­ται στο 15,2% το 2014 και περαι­τέρω στο 15,7% το 2019, ως απο­τέ­λε­σμα των εκτε­τα­μέ­νων και αλλε­πάλ­λη­λων αυξή­σεων στους συντε­λε­στές των έμμεσων φόρων. Παράλ­ληλα μετα­βλή­θηκε και η κατα­νομή της επι­βά­ρυν­σης αυτής στα νοι­κο­κυ­ριά δια­φο­ρε­τι­κού βιο­τι­κού επι­πέ­δου.

Παίρ­νο­ντας ως αφε­τη­ρία τη συνο­λική μετα­βολή των κατα­να­λω­τι­κών δαπανών των νοι­κο­κυ­ριών, η ισο­δύ­ναμη κατα­να­λω­τική δαπάνη των νοι­κο­κυ­ριών στην Ελλάδα κατά μέσο όρο μειώ­θηκε σε πραγ­μα­τι­κούς όρους κατά περισ­σό­τερο από 22% μεταξύ του 2008 και του 2014, ενώ σημεί­ωσε οριακή αύξηση από το 2014 έως το 2019.

Οι έμμεσοι φόροι και οι φόροι εισο­δή­μα­τος συνει­σφέ­ρουν περισ­σό­τερο του 75% των συνο­λι­κών φορο­λο­γι­κών εσόδων του κράτους

Κατά τη διάρ­κεια της περιό­δου 2008-2019 και στο πλαίσιο των τριών μνη­μο­νίων λιτό­τη­τας, υιο­θε­τή­θηκε μεγάλο πλήθος φορο­λο­γι­κών μετα­βο­λών με τις οποίες ανα­προ­σαρ­μό­στη­καν ανοδικά οι σχε­τι­κοί φορο­λο­γι­κοί συντε­λε­στές και αυξή­θηκε, σε πολλές περι­πτώ­σεις υπέρ­με­τρα, το φορο­λο­γικό βάρος που σηκώ­νουν τα νοι­κο­κυ­ριά.

Στην περί­πτωση των έμμεσων φόρων, οι εκτε­τα­μέ­νες και αλλε­πάλ­λη­λες αυξή­σεις των σχε­τι­κών συντε­λε­στών, τόσο του ΦΠΑ όσο και των Ειδικών Φόρων Κατα­νά­λω­σης εκτό­ξευ­σαν τη φορο­λο­γική επι­βά­ρυνση από 11,4% της κατα­να­λω­τι­κής δαπάνης των νοι­κο­κυ­ριών το 2008, σε 15,7% το 2019. Στη συντρι­πτική τους πλειο­νό­τητα οι αυξή­σεις αυτές πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν την περίοδο 2010-2014, στο πλαίσιο των δύο πρώτων μνη­μο­νίων. Την περίοδο 2014-2019, οι φορο­λο­γι­κοί συντε­λε­στές εξα­κο­λού­θη­σαν να μετα­βάλ­λο­νται, αλλά κατά πολύ μικρό­τερο βαθμό και όχι προς ενιαία κατεύ­θυνση. Συνο­λικά από το 2008 έως το 2019, η αντί­στροφη προ­ο­δευ­τι­κό­τητα των έμμεσων φόρων ενι­σχύ­θηκε, λιγό­τερο όμως από όσο θα ανα­μέ­ναμε. Η δρα­μα­τική συρ­ρί­κνωση των οικο­γε­νεια­κών προ­ϋ­πο­λο­γι­σμών και η συνα­κό­λουθη ανα­διάρ­θρωση των οικο­γε­νεια­κών δαπανών εξηγούν αυτήν την εξέλιξη. Από τη μια πλευρά, μεγάλα μερίδια των δαπανών αυτών απορ­ρο­φώ­νται πλέον από δαπάνες σε απο­λύ­τως ανα­γκαία αγαθά και υπη­ρε­σίες, όπως τα τρόφιμα και η στέγαση, των οποίων οι φόροι είναι καθαρά αντί­στροφα προ­ο­δευ­τι­κοί. Παράλ­ληλα, η συμβολή στα δια­νε­μη­τικά χαρα­κτη­ρι­στικά της έμμεσης φορο­λο­γίας ορι­σμέ­νων προ­ο­δευ­τι­κών φόρων μειώ­θηκε επειδή η οικο­νο­μική κρίση προ­κά­λεσε μεγάλη μείωση στην κατα­νά­λωση των αγαθών στα οποία οι φόροι αυτοί επι­βάλ­λο­νται. Τέτοια είναι η περί­πτωση των φόρων στην ένδυση και την υπόδηση, όπως και στα αγαθά οικια­κής χρήσης (διαρκή ή μη). Από την άλλη πλευρά, τα στοι­χεία δεί­χνουν ότι τα φτωχά νοι­κο­κυ­ριά μείωσαν αισθητά τις δαπάνες τους και για απα­ραί­τητα αγαθά, όπως τα φάρμακα ή το πετρέ­λαιο θέρ­μαν­σης, αφή­νο­ντας βασικές ανάγκες τους ακά­λυ­πτες. Με δεδο­μένο ότι οι φόροι στα συγκε­κρι­μένα αγαθά ήταν πριν την κρίση οι πιο έντονα αντί­στροφα προ­ο­δευ­τι­κοί φόροι, αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε ότι η έμμεση φορο­λο­γία εμφα­νί­ζε­ται μέσα στην κρίση λιγό­τερο αντί­στροφα προ­ο­δευ­τική, εν μέρει επειδή πολλά φτωχά νοι­κο­κυ­ριά στε­ρού­νται βασικών αγαθών και επο­μέ­νως δεν πλη­ρώ­νουν τους αντί­στοι­χους φόρους.

Πρέπει επίσης να επι­ση­μαν­θεί ότι η συρ­ρί­κνωση της κατα­να­λω­τι­κής δαπάνης των νοι­κο­κυ­ριών κατά 1/4 περίπου, κατά μέσο όρο, δεν ήταν ενιαία για όλα τα νοι­κο­κυ­ριά. Ο κύριος χαμένος της οικο­νο­μι­κής κρίσης ήταν η μεσαία τάξη, καθώς το μερίδιό της στη δρα­μα­τικά συρ­ρι­κνού­μενη συνο­λική κατα­νά­λωση μειώ­θηκε. Την περίοδο 2008-2014, ενώ η κατα­νά­λωση μειώ­θηκε για τα νοι­κο­κυ­ριά σε όλο το μήκος της κατα­νο­μής, η μεσαία τάξη έχασε και σε σχε­τι­κούς όρους, καθώς μερίδιο της κατα­νά­λω­σής της μετα­κι­νή­θηκε στο πλου­σιό­τερο 10%. Ή περί­ο­δος 2014-2019 αντέ­στρεψε τις τάσεις της προη­γού­με­νης περιό­δου, καθώς σημα­το­δό­τησε μια οριακή ανά­καμψη της συνο­λι­κής κατα­να­λω­τι­κής δαπάνης των νοι­κο­κυ­ριών αλλά και μια μετα­βολή στην κατα­νομή της προς όφελος τόσο των φτω­χό­τε­ρων ομάδων όσο και της μεσαίας τάξης. Αυτή η αλλαγή τάσης δεν αρκεί για να ανα­τρέ­ψει τις εξε­λί­ξεις της περιό­δου 2008- 2014, οι οποίες κυριαρ­χούν στο σύνολο της περιό­δου 2008-2019.

Ο φόρος εισο­δή­μα­τος

Ο φόρος εισο­δή­μα­τος φυσικών προ­σώ­πων απο­φέ­ρει σχετικά λιγό­τερα έσοδα σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Είναι αλήθεια πως, κατά την περίοδο της κρίσης, η αύξηση της φορο­λο­γίας μετα­τό­πισε τη χώρα μας προς τον μέσο όρο, όμως ακόμα και το 2019 η Ελλάδα κατα­τασ­σό­ταν 25η ανάμεσα στις 38 χώρες του ΟΟΣΑ με βάση τον λόγο των εσόδων από τον φόρο εισο­δή­μα­τος φυσικών προ­σώ­πων προς το ΑΕΠ.

Στην περί­πτωση του φόρου εισο­δή­μα­τος φυσικών προ­σώ­πων, θεω­ρη­τικά πρό­κει­ται για φορο­λο­γικό εργα­λείο που κατε­ξο­χήν μπορεί να συμ­βά­λει στον σχε­δια­σμό προ­ο­δευ­τι­κής φορο­λο­γίας, αφού η φορο­λο­γική του βάση απο­τε­λεί έναν καλό δείκτη της φορο­δο­τι­κής ικα­νό­τη­τας των φορο­λο­γου­μέ­νων. Στην Ελλάδα, παρόλο που η φορο­λο­γική κλίμακα έχει όντως σχε­δια­στεί με προ­ο­δευ­τικό τρόπο, στην πράξη η προ­ο­δευ­τι­κό­τητά της υπο­νο­μεύ­ε­ται από το γεγονός ότι δεν υπά­γο­νται σε αυτήν όλα τα εισο­δή­ματα, επειδή είτε αυτά δεν δηλώ­νο­νται στις φορο­λο­γι­κές αρχές είτε ο ίδιος ο νόμος προ­βλέ­πει τη φορο­λό­γησή τους σε ξεχω­ρι­στή κλίμακα (π.χ. τα ενοίκια) ή με ενιαίο αυτο­τελή συντε­λε­στή (π.χ. τα μερί­σματα). Αν εντο­πί­ζο­νταν τα πραγ­μα­τικά εισο­δή­ματα και υπήρχε συνε­κτι­κός ορισμός του εισο­δή­μα­τος, θα μπο­ρούσε να εξορ­θο­λο­γι­στεί και η δομή του συστή­μα­τος με πολύ πιο στα­διακά ανερ­χό­με­νους ορια­κούς φορο­λο­γι­κούς συντε­λε­στές.

Η δυσκο­λία να εντο­πί­σουν οι φορο­λο­γι­κές αρχές τα πραγ­μα­τικά εισο­δή­ματα έχει οδη­γή­σει σε στρε­βλώ­σεις την αρχι­τε­κτο­νική του συστή­μα­τος, η οποία, κακώς βέβαια, χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να αντι­με­τω­πι­στεί η φορο­δια­φυγή. Για παρά­δειγμα, το επι­χει­ρη­μα­τικό εισό­δημα φορο­λο­γεί­ται από το πρώτο ευρώ ανε­ξάρ­τητα από το εάν τα σχετικά εισο­δή­ματα έχουν δηλωθεί με ακρί­βεια ή όχι, η μικρή μείωση φόρου που σχε­τί­ζε­ται με τα παιδιά δεν ενερ­γο­ποιεί­ται όταν τα εισο­δή­ματα προ­έρ­χο­νται από επι­χει­ρη­μα­τική δρα­στη­ριό­τητα, ενώ ένα πολύ­πλοκο σύστημα τεκ­μη­ρίων προ­σθέ­τει μεν αρκετά δισε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ στη φορο­λο­γη­τέα ύλη, δεν φαί­νε­ται όμως να εντο­πί­ζει υψηλά εισο­δή­ματα που δεν δηλώ­νο­νται και από τα οποία θα προ­έ­κυ­πταν σημα­ντικά φορο­λο­γικά έσοδα. Παράλ­ληλα, η προ­ο­δευ­τι­κό­τητα του συστή­μα­τος φορο­λο­γίας εισο­δή­μα­τος εξα­ντλεί­ται σε πολύ βραχύ εύρος εισο­δη­μά­των, με τον ανώτατο οριακό συντε­λε­στή να εφαρ­μό­ζε­ται είτε το ατομικό εισό­δημα είναι 40.000 ευρώ είτε πολλές δεκάδες ή και εκα­το­ντά­δες χιλιά­δες ευρώ. Αυτά όλα οδηγούν σε υπέρ­με­τρη φορο­λό­γηση αυτών που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να απο­κρύ­ψουν εισο­δή­ματα και σε αύξηση του κόστους συμ­μόρ­φω­σης και του διοι­κη­τι­κού κόστους του συστή­μα­τος για όλους.

Ο εντο­πι­σμός της φορο­λο­γη­τέας ύλης από τις αρχές και η αντι­με­τώ­πιση της φορο­δια­φυ­γής ήταν πάντα στις δια­κη­ρυγ­μέ­νες προ­τε­ραιό­τη­τες των κυβερ­νή­σεων, οι ενδεί­ξεις όμως που προ­κύ­πτουν και από τη συγκε­κρι­μένη μελέτη συντεί­νουν στο ότι το περι­θώ­ριο βελ­τί­ω­σης του επι­πέ­δου φορο­λο­γι­κής συμ­μόρ­φω­σης στη χώρα μας είναι μεγάλο.

Ανα­φο­ρικά με τις επι­λο­γές πολι­τι­κής, η υπαγωγή δια­φο­ρε­τι­κών κατη­γο­ριών εισο­δη­μά­των σε δια­φο­ρε­τι­κές κλί­μα­κες ή η προ­κλη­τικά χαμηλή αυτο­τε­λής φορο­λό­γηση των μερι­σμά­των είναι παρα­δείγ­ματα επι­λο­γών που δεν προ­ά­γουν ούτε την κοι­νω­νική δικαιο­σύνη αλλά ούτε και την ενί­σχυση των φορο­λο­γι­κών εσόδων. Παράλ­ληλα, οι μεταρ­ρυθ­μί­σεις που υιο­θε­τή­θη­καν στη διάρ­κεια της οικο­νο­μι­κής κρίσης σήμαναν την ουσια­στική εγκα­τά­λειψη της πολι­τι­κής φορο­λο­γι­κών ελα­φρύν­σεων για τις οικο­γέ­νειες με παιδιά. Η απλο­ποί­ηση των φορο­λο­γι­κών δια­τά­ξεων και η διεύ­ρυνση της φορο­λο­γι­κής βάσης θα μπο­ρού­σαν, ενδε­χο­μέ­νως, να δικαιο­λο­γή­σουν τέτοιες μεταρ­ρυθ­μί­σεις εις βάρος των οικο­γε­νειών, αν παράλ­ληλα ενι­σχύ­ο­νταν με απο­φα­σι­στικό τρόπο οι πολι­τι­κές ουσια­στι­κής υπο­στή­ρι­ξης των οικο­γε­νειών με παιδιά με άλλους τρόπους. Η δρα­μα­τική επι­δεί­νωση των δεικτών παι­δι­κής φτώ­χειας που δια­πι­στώ­νε­ται σε πλήθος ερευνών που ανα­φέρ­θη­καν παρα­πάνω απο­δει­κνύει, όμως, τη βαθιά ελλειμ­μα­τική αντι­με­τώ­πιση των οικο­γε­νειών από τις κρα­τι­κές πολι­τι­κές.

Γενι­κό­τερα, το φορο­λο­γικό σύστημα στη χώρα μας απο­τε­λεί πεδίο έντονων αντι­πα­ρα­θέ­σεων, ενώ προ­τά­σεις ανα­μόρ­φω­σής του έχουν κατα­τε­θεί πρό­σφατα από ερευ­νη­τικά ινστι­τούτα και επι­τρο­πές ποι­κί­λων ιδε­ο­λο­γι­κών και τεχνο­κρα­τι­κών απο­χρώ­σεων. Τα φορο­λο­γικά συστή­ματα αξιο­λο­γού­νται στη βάση διά­φο­ρων κρι­τη­ρίων, όπως η απο­δό­τι­κό­τητά τους σε φορο­λο­γικά έσοδα, η πρό­κληση των μικρό­τε­ρων δυνατών στρε­βλώ­σεων στην οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα, η απλή και κατα­νοητή δομή τους και, βέβαια, η δικαιο­σύνη στην κατα­νομή των φορο­λο­γι­κών βαρών, κατα­λή­γει η έκθεση.

Πηγή ΟΤ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.