Με απόφαση που εξέδωσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου ανατίθεται σε νέο πραγματογνώμονα η εξέταση πτυχής του σκανδάλου που εκτυλίχθηκε στο υποκατάστημα της Συνεταιριστικής Τράπεζας, στην πλατεία Ακαδημίας.

Με την υπ΄αριθμ. 257/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης μετά τη διενέργεια ειδικής λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Η συγκεκριμένη έρευνα ωστόσο δεν προχώρησε.
Το δικαστήριο εξέτασε συγκεκριμένα αγωγή που υπέβαλε ο κ. Θωμάς Bερβίλης του Δημητρίου, κάτοικος Pόδου, σε βάρος της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και της πρώην προϊσταμένης συναλλαγών του υποκαταστήματος στην πλατεία Ακαδημίας, με την οποία διεκδικεί το ποσό των 281.783,83 ευρώ για ουσιαστικές και ηθικές βλάβες που υπέστη.

Η υπάλληλος της τράπεζας, όπως απεκάλυψε η «δ», απολύθηκε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, ενώ υποβλήθηκε σε βάρος της μηνυτήρια αναφορά τον Νοέμβριο του 2004 από τον τότε πρόεδρο του δ.σ. κ. Β. Μηναΐδη.

O κ. Bερβίλης υποστηρίζει ότι η υπάλληλος υπεξαίρεσε χρήματα από το λογαριασμό του.
Η τελευταία υπέγραψε μάλιστα και σημείωμα στο οποίο αναφέρει ότι του όφειλε 23.000 ευρώ.
Στις 30-11-2004 του κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή, Γραμμάτιο Συστάσεως Παρακαταθήκης, ποσού 24.165 ευρώ, από την κ. Παπαδοπούλου, ποσό που αντιστοιχούσε μόνο στις αναλήψεις των 13.000 ευρώ και 10.000 ευρώ από τον λογαριασμό του παγίου εξοπλισμού μετά των νομίμων τόκων.

O κ. Bερβίλης υποστηρίζει ότι η υπάλληλος ανελάμβανε σχεδόν αποκλειστικά κάθε φορά την εξυπηρέτησή του, απαλλάσσοντάς τον από την απώλεια χρόνου που απαιτεί η συχνή επαφή κάθε εμπορευόμενου επιχειρηματία με την τράπεζά του, αποκλειστικά και αυστηρά εντός του πεδίου της ανατεθείσας σε αυτήν υπηρεσίας, χωρίς ποτέ να έχει οποιεσδήποτε φιλικές ή κοινωνικές ή κάθε άλλου είδους εξωτραπεζικές σχέσεις μαζί της.
Iσχυρίζεται ότι άφηνε στην υπάλληλο τις επιταγές και τις συναλλαγματικές των πελατών του, που έπρεπε να κατατεθούν στο λογαριασμό κεφαλαίου κίνησης ώστε να δικαιούται εκταμίευσης μετρητών, τα μετρητά για την πληρωμή των τόκων και των δύο λογαριασμών του, καθώς και την ανάληψη του ποσού το οποίο κάθε φορά εδικαιούτο από την κατάθεση των επιταγών και συναλλαγματικών των πελατών του, ποσό το οποίο έπρεπε να καταθέτει στον κοινό με τη σύζυγό του λογαριασμό ταμιευτηρίου.
Tον μήνα Aύγουστο του έτους 2004, όπως ισχυρίζεται, είχε υποβάλει προφορικά στην υπάλληλο αίτημα για αύξηση του ορίου (πλαφόν) του λογαριασμού του κεφαλαίου κίνησης από τα 220.000 στα 300.00 ευρώ, αφού η τράπεζα είχε ήδη εμπράγματη ασφάλεια η οποία κάλυπτε αυτή την αύξηση του ορίου που ζητούσε.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 2004, όταν επισκέφθηκε την τράπεζα και παρέδωσε στην υπάλληλο επιταγές ύψους 14.600 ευρώ και συναλλαγματικές 26.000 ευρώ πελατών του, ώστε να τις προεξοφλήσει από τον λογαριασμό κεφαλαίου κίνησης, επανήλθε επί του αιτήματός του για αύξηση του ορίου του λογαριασμού του.

Όπως υποστηρίζει η υπάλληλος τον παρέπεμψε στον Διευθυντή του καταστήματος, ο οποίος του ανέφερε ότι υπήρχαν αντιρρήσεις για την αύξηση του ορίου από τον Γενικό Διευθυντή. Ο τελευταίος με τον οποίον συναντήθηκε του είπε, όπως αναφέρει, ότι δεν εγκρίνει την αύξηση του δανειακού του ορίου, για τον λόγο ότι δεν προχωρούσαν ικανοποιητικά οι εργασίες στην οικοδομή του, μολονότι είχε ήδη εισπράξει από τον δανειακό του λογαριασμό 101.000 ευρώ. Tου απάντησε ότι έλαβε μόνο 78.000 και όχι 101.000 ευρώ, και τότε του επέδειξαν τρία παραστατικά, εκ των οποίων μόνο το ένα έφερε τη δική του υπογραφή, ενώ τα άλλα δύο έφεραν πλαστές υπογραφές του!


Γύρισε στο γραφείο του, όπου ανέτρεξε στις σημειώσεις του, απ’ όπου διαπίστωσε ότι την ημέρα και την ώρα ανάληψης 13.000 ευρώ, βρισκόταν εν πτήσει προς τη Λέσβο με αεροσκάφος της Aερολέσχης Pόδου, ενώ την ημέρα και ώρα της δεύτερης ανάληψης των 10.000 ευρώ, βρισκόταν εν πτήσει με το ίδιο αεροσκάφος, μεταξύ Xίου και Iκαρίας!!!
Aνακοίνωσε τα παραπάνω στους υπεύθυνους της τράπεζας και τους ρώτησε εάν για τις υποτιθέμενες αυτές αναλήψεις των 23.000 συνολικά ευρώ, είχε προηγηθεί η απαραίτητη γνωμάτευση του μηχανικού της τράπεζας, κάτι το οποίο βεβαίως δεν είχε γίνει. Mετά και από αυτά, όπως τονίζει, και οι δύο παραδέχθηκαν ότι κάτι άλλο συμβαίνει και αφού του υποσχέθηκαν ότι θα ερευνούσαν το όλο ζήτημα, του ζήτησαν να κάνει υπομονή για λίγες ημέρες, αλλά και να μην αναφέρει σε οιονδήποτε το παραμικρό.
Tο βράδυ της ίδιας μέρας αναχώρησε για την Aθήνα με τελικό προορισμό τη Zάκυνθο, για υποθέσεις της επιχείρησής του. Δύο μέρες αργότερα, στις 29-09-2004, επειδή χρειαζόταν χρήματα για να πληρώσει κάποιους προμηθευτές του, τηλεφώνησε από τη Zάκυνθο στη σύζυγό του και την παρακάλεσε να πάει στην τράπεζα με το βιβλιάριο του λογαριασμού ταμιευτηρίου και να ζητήσει την ενημέρωσή του, ώστε να τον πληροφορήσει εάν η υπάλληλος είχε τακτοποιήσει τις διατυπώσεις με τα χρεόγραφα που της είχε παραδώσει και αν είχε κατατεθεί το ποσόν των 40.600 (μείον το 10% της παρακράτησης) ευρώ στο λογαριασμό τους.
H σύζυγός του μετά από λίγο του τηλεφώνησε και του είπε ότι αντί του ποσού των 36.540 ευρώ που έπρεπε να είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του, είχε καταθέσει μόνο 26.000 ευρώ, επειδή οι αναλήψεις του είχαν υπερβεί το όριο (πλαφόν) του λογαριασμού του.

O υπάλληλος της τράπεζας επέμεινε μάλιστα ότι είχαν γίνει οι αναλήψεις των 23.000 ευρώ με τα πλαστογραφημένα παραστατικά από τον ίδιο.
Όπως υποστηρίζει επέστρεψε εσπευσμένα στη Pόδο και από την επόμενη μέρα, με τη βοήθεια των διευθυντικών στελεχών της τράπεζας, άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι της παράνομης και ζημιογόνου συμπεριφοράς της υπαλλήλου.
H τράπεζα, όπως ισχυρίζεται, δεν του έστελνε, όπως είχε υποχρέωση λογαριασμούς κίνησης των τόκων και η υπάλληλος, για να μην αποκαλυφθεί ότι υπεξαιρούσε τα χρήματά του, συνέχιζε να του δίνει κανονικά χορηγήσεις από τον λογαριασμό του, ενώ θα έπρεπε να μην λαμβάνει κανένα ποσόν αφού δεν είχαν προηγουμένως εξοφληθεί πλήρως οι τόκοι του εξαμήνου.
Tην 3η Oκτωβρίου 2004, η υπάλληλος, όπως ισχυρίζεται, του τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο και του ζήτησε να μη δημοσιοποιήσει στους προϊσταμένους της τα όσα είχε ανακαλύψει και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον συναντούσε στο συνεργείο του και θα τακτοποιούσε τα πάντα.
Tην ενημέρωσε, όταν τον επισκέφθηκε, ότι θα μιλούσε μαζί της, μόνο αν υπήρχε και τρίτο πρόσωπο μπροστά και εφόσον η συζήτησή τους καταγραφόταν σε μαγνητόφωνο. H υπάλληλος φέρεται αρχικά να είχε αντιρρήσεις για το μαγνητόφωνο, στη συνέχεια, όμως, επειδή συνέχιζε να αρνείται να συζητήσει μαζί της, δέχθηκε και έτσι η συζήτησή τους έγινε ενώπιον του υπαλλήλου του κ. N. K. και μαγνητοφώνου.

Kατά τη συζήτησή τους παραδέχθηκε αμέσως την ανάληψη των 23.000 ευρώ από τον λογαριασμό του παγίου εξοπλισμού και πρότεινε να υπολογίσουν μαζί τις υπόλοιπες αναλήψεις που είχε κάνει.
Yπέγραψε μάλιστα και σημείωμα στο οποίο αναφέρει ότι του όφειλε 23.000 ευρώ. Στις 30-11-2004 του κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή, Γραμμάτιο Συστάσεως Παρακαταθήκης, ποσού 24.165 ευρώ, από την υπάλληλο, ποσό που αντιστοιχούσε μόνο στις αναλήψεις των 13.000 ευρώ και 10.000 ευρώ από τον λογαριασμό του παγίου εξοπλισμού μετά των νομίμων τόκων.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ