Τη δύσκολη εξίσωση της πορείας του τουρισμού στην επόμενη μέρα της πανδημίας επιχειρούν να λύσουν το Ινστιτούτο ΣΕΤΕ και η Deloitte. Το σενάριο που «σώζεται κάτι» από τη φετινή χρονιά και αυτό που οδηγεί σε μια χαμένη διετία.

Εξαιρετικά χαμηλή παραμένει η ορατότητα στον ελληνικό τουρισμό σε ότι αφορά εκτιμήσεις για τις αγορές που θα τροφοδοτήσουν με τουρίστες τη χώρα μας αλλά και επίπεδα στα οποία θα διαμορφωθεί η ζήτηση.

Την πυκνή ομίχλη στη γυάλινη σφαίρα των προβλέψεων για τη φετινή πρωτόγνωρη τουριστική περίοδο επιχειρήσαν να ξεδιαλύνουν το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (INSETE) και η Deloitte Ελλάδας με τις έρευνές τους.

Μιλώντας πρόσφατα σε webinar, ο Αρης Ικος, επιστημονικός δ/ντής του INSETE έδωσε μια πρόγευση μέσα από τη μελέτη που ακτινογραφεί 26 αγορές οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 87% των εισπράξεων της χώρας.
Όπως προκύπτει, η ζήτηση για το ταξίδια φέτος θα παραπέμπει μάλλον σε σύστημα δύσκολων εξισώσεων και όχι απλώς σε μια σύνθετη εξίσωση. Κι αυτό καθώς στις αρκετές μεταβλητές που την επηρεάζουν κάθε χρόνο προστίθενται φέτος δύο επιπλέον ομάδες που αφορούν στην εξέλιξη της πανδημίας και το δαιδαλώδες πλέγμα περιοριστικών μέτρων που έχουν τεθεί από τις κυβερνήσεις των χωρών.

Ενδεικτικό της πρόκλησης που καλείται να αντιμετωπίσει ο ελληνικός τουρισμός φέτος είναι το γεγονός πως ο τουριστικός τομέας που στην Ε.Ε αντιπροσωπεύει το 10% του ΑΕΠ της Ένωσης και συνδέεται με το 12% της απασχόλησης, στην Ελλάδα εκτιμάται πως συμβάλει στο 26-30% του ΑΕΠ της χώρας και στο τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου υπολογίζεται πως απασχολεί περισσότερους από 700.000 εργαζόμενους.

Το ειδικό βάρος που έχουν στον ελληνικό τουρισμό χώρες οι οποίες δοκιμάστηκαν σκληρά από την πανδημία, προδικάζει σε μεγάλο βαθμό και το μέγεθος των πιθανών φετινών απωλειών.

Οι πέντε κύριες αγορές της χώρας αντιπροσωπεύουν το 50% των εισπράξεων με τη Γερμανία να συμβάλει με το 19%, το Ηνωμένο Βασίλειο με 13% και τις Γαλλία, Ιταλία και ΗΠΑ να αντιπροσωπεύουν μερίδιο από 6% η κάθε μια.

Σύμφωνα με τη μελέτη η Ελλάδα έχει πολύ καλή εικόνα σε όλες τις κύριες ευρωπαϊκές αγορές, τις μακρινές αγορές Αυστραλίας και Καναδά, καθώς και σε Πολωνία, Τσεχία, τις σκανδιναβικές χώρες και στις περισσότερες χώρες των Βαλκανίων. Θετική εικόνα για την Ελλάδα καταγράφεται και στις αγορές του Ισραήλ και της Βόρειας Μακεδονίας. Οι δύο συγκεκριμένες αγορές, ωστόσο, εμφανίζονται να έχουν μικρότερα περιθώρια επίδρασης στα μεγέθη του ελληνικού τουρισμού εξαιτίας της χαμηλής κατά κεφαλή δαπάνης των τουριστών από αυτές.

Οι χώρες που δέχθηκαν το ισχυρότερο πλήγμα από την πανδημία προσφέρουν μια εικόνα των ευκαιριών, αλλά και των δυσκολιών που καλείται να υπερκεράσει ο ελληνικός τουρισμός φέτος. Σύμφωνα με τη μελέτη του INSETE, οι χώρες που δέχθηκαν το ισχυρότερο πλήγμα με βάση τον αριθμό θανάτων ανά 100.000 κατοίκων ήταν η Ιταλία, η Γαλλία, η Σουηδία, η Ολλανδία και το Βέλγιο αλλά και οι ΗΠΑ που αποτελούν την κύρια μακρινή αγορά της Ελλάδας.

Συγκριτικά μικρότερο είναι το πλήγμα στα Βαλκάνια, την Κύπρο, την Αυστραλία και τον Καναδά, το Ισραήλ καθώς και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Ερωτηματικό αποτελεί η Ρωσία δεδομένου του μεγάλου αριθμού κρουσμάτων που εμφανίζει το τελευταίο διάστημα.

Σε κάθε περίπτωση οι χώρες που θα αποτελέσουν το «καλάθι» αγορών από το οποίο προσδοκά να προσελκύσει πελάτες ο ελληνικός τουρισμός θα επισημοποιηθούν τις επόμενες μέρες. Σύμφωνα με τον υπουργό Τουρισμού Χ. Θεοχάρη η πρώτη ομάδα χωρών για τις οποίες θα ξεκλειδώσουν οι πτήσεις θα οριστικοποιηθούν και θα ανακοινωθούν μέχρι 1 Ιουνίου.

Σε συνθήκες ακραίας αβεβαιότητας όπως αυτές που διαμόρφωσε η πανδημία, τα σενάρια αποτελούν το μόνο τρόπο να μορφοποιηθούν κάποιοι «εικονικοί» οδικοί χάρτες στους οποίους θα βασιστούν οι επιχειρηματίες για να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις για τις εταιρείες τους.

Σ’ αυτή τη λογική η Deloitte επεξεργάστηκε τρία πιθανά σενάρια για την πορεία του ελληνικού τουρισμού στους επόμενους μήνες και το 2021.

Στο ήπιο σενάριο, τα μέτρα οδηγούν σε αντιμετώπιση της πανδημίας στο γ’ τρίμηνο. Τα όποια ξεσπάσματα της νόσου αντιμετωπίζονται με τεστ και ιχνηλατήσεις, αλλά όχι με lockdown. Σε συνδυασμό με αποτελεσματικά υγειονομικά πρωτόκολλα επιτυγχάνεται η σταδιακή επανέναρξη των ταξιδιών και του τουρισμού. Η πλειοψηφία των ξενοδοχείων ξεκινούν τη λειτουργία τους τον Ιούνιο ή τις αρχές Ιουλίου. Η ταξιδιωτική κίνηση είναι σαφώς μειωμένη, αλλά δεν χάνεται εντελώς η χρονιά. Τα κυβερνητικά μέτρα τονώνουν την τοπική ζήτηση, ο ελληνικός τουρισμός βγαίνει επικοινωνιακά ενισχυμένος και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν της λειτουργικές και χρηματοοικονομικές προκλήσεις. Η σεζόν επεκτείνεται προς το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Στα ξενοδοχεία πόλης επιδρούν θετικά η σταδιακή επανεκκίνηση των city breaks των επαγγελματικών ταξιδιών, των συνεδρίων και εκδηλώσεων.

Το 2021 είναι χρονιά ισχυρής ανάκαμψης για τον ελληνικό τουρισμό, η χρονιά ξεκινά ομαλά χρησιμοποιώντας ως βάση την επιτυχημένη διαχείριση του 2020. Ο ξενοδοχειακός κλάδος αντιμετώπισε προβλήματα, αλλά καταφέρνει να βγει αλώβητος από την κρίση και σχετικά ενισχυμένος σε σύγκριση με ανταγωνιστικές χώρες. Η ανάκαμψη μεγεθών στα επίπεδα του 2019 απαιτεί τουλάχιστον 2-3 χρόνια.

Στο ενδιάμεσο, δυσμενές σενάριο, η πανδημία επιμένει, καθώς η σταδιακή άρση των περιορισμών οδηγεί σε νέα έξαρση ακόμα και μέσα στο καλοκαίρι. Στο δυτικό κόσμο και τις βασικές αγορές που ενδιαφέρουν τον ελληνικό τουρισμό η πανδημία διαρκεί μέχρι τις αρχές του 2021. Οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση με την οικονομική ανάκαμψη να ξεκινά δειλά στα τέλη του 2021 και να επιταχύνεται ή επιτυγχάνεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2022.

Παρά τις προσπάθειες, η επανεκκίνηση των διεθνών ταξιδιών εμποδίζεται από τα lockdown, τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς και τις υποχρεωτικές καραντίνες ενώ τα υγειονομικά πρωτόκολλα αποδεικνύονται όχι όσο θα έπρεπε αποτελεσματικά. Στην Ελλάδα, αν και παρατηρείται ύφεση στον αριθμό των κρουσμάτων το καλοκαίρι, η ασθένεια επανέρχεται από το Σεπτέμβριο.

Για τα εποχικά ξενοδοχεία η τουριστική περίοδος του 2020 χάνεται καθώς μπορεί να βασιστεί μόνο στον περιορισμένο εγχώριο τουρισμό. Τα ξενοδοχεία πόλης πλήττονται επίσης ιδιαίτερα καθώς τα επαγγελματικά ταξίδια, οι εκδηλώσεις, τα συνέδρια και ο τουρισμός πόλης περιορίζονται σημαντικά το 2020 αλλά και στις αρχές του 2021. Καθώς η πανδημία υποχωρεί σταδιακά, τα διεθνή ταξίδια αρχίζουν να επανακάμπτουν σταδιακά από τα μέσα του 2021 και έπειτα. Η ανάκαμψη του ελληνικού τουρισμού ξεκινά με σχετικά αργό ρυθμό το 2021 εντός μια συρρικνωμένης παγκόσμιας αγοράς. Αξιοποιώντας τη καλή διαχείριση της υγειονομικής κρίσης ο ελληνικός τουρισμός επανέρχεται στα επίπεδα του 2019 σε τουλάχιστον 3-4 χρόνια. Ως αποτέλεσμα, ο αντίκτυπος στον κλάδο είναι σημαντικός με πτωχεύσεις επιχειρήσεων, άνοδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων αν και η δομή και λειτουργία του κλάδου δεν επηρεάζονται σημαντικά.

Στο τρίτο, δριμύ σενάριο η πανδημία συνεχίζει με σφοδρότητα και εντός του 2021 μέχρι να βρεθεί κατάλληλο εμβόλιο ή να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης. Τα συνεχή κύματα εξάρσεων της νόσου επιφέρουν σοβαρές επιπτώσεις σε κοινωνία, οικονομία και διεθνείς αγορές. Επιπτώσεις για τις οποίες κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας ξεκινά σταδιακά από τα μέσα του 2022. Οι όποιες προσπάθειες επανεκκίνησης του τουρισμού έχουν ελάχιστα αποτελέσματα και οι περιορισμοί στα διεθνή ταξίδια ισχύουν τόσο το 2020, όσο και το 2021.

Η επίδραση στις διεθνείς μετακινήσεις είναι ακόμα μεγαλύτερη και μακροπρόθεσμη καθώς υπερισχύουν φόβος και απομονωτισμός. Ο παγκόσμιος ταξιδιωτικός κλάδος επηρεάζεται περαιτέρω αρνητικά από τη σοβαρή οικονομική κρίση και από τη διατάραξη της ευρύτερης αλυσίδας του καθώς αεροπορικές εταιρείες, τουρ οπερέιτορ κλπ αντιμετωπίζουν πτωχεύσεις και σοβαρά λειτουργικά προβλήματα.

Πιο μακροπρόθεσμα παρατηρούνται αλλαγές στις συνήθειες και προτιμήσεις των ταξιδιωτών και παγιώνονται μικρότεροι αριθμοί μετακινήσεων και ταξιδιωτών τόσο για αναψυχή, όσο κυρίως για επαγγελματικούς λόγους, ιδιαίτερα σε ώριμες αγορές όπως η Ευρώπη.

Για τον ελληνικό τουρισμό το σενάριο αυτό προβλέπει ουσιαστικά δύο χαμένα χρόνια, τόσο για τα εποχικά όσο και τα ξενοδοχεία πόλης, με αποτέλεσμα δομικές αλλαγές. Η σταδιακή ανάκαμψη του τουρισμού ξεκινά από το 2022 ενώ ο ελληνικός τουρισμός επανέρχεται στα επίπεδα του 2019 μετά από, τουλάχιστον, μια πενταετία και εντός εντελώς διαφορετικού περιβάλλοντος.

Ο αναλυτής της Deloitte ανέφερε πως στον ωκεανό αβεβαιοτήτων που βρισκόμαστε ένα είναι βέβαιο: πως η πανδημία θα περάσει και ο ελληνικός τουρισμός θα επανέλθει επειδή οι άνθρωποι ποτέ δεν θα πάψουν να ταξιδεύουν. Όταν συμβεί αυτό, ωστόσο, το περιβάλλον ενδέχεται να είναι πολύ διαφορετικό από το σημερινό.

Γι’ αυτό κάλεσε τους επιχειρηματίες να μπουν στη διαδικασία να σχεδιάσουν την επόμενη μέρα της πανδημίας.

«Ακόμα κι αν μας καίει η καθημερινότητα και τα άμεσα προβλήματα πρέπει να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε για το πώς θα είναι ο κόσμος μετά τον κορωνοϊό. Τι θα αλλάξει στην κοινωνία και τις συνήθειες των καταναλωτών και ταξιδιωτών; Πως θα εξελιχθούν η τεχνολογία και οι καινοτομίες και πως θα επηρεάσουν τον ταξιδιωτικό κλάδο; Πως θα επηρεαστούν οι αγορές και τα τμήματα πελατείας στα οποία απευθυνόμαστε; Τι θα γίνει ευρύτερα στον κόσμο; Θα συνεχιστεί η παγκοσμιοποίηση και η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων, κεφαλαίων και ιδεών ή πηγαίνουμε προς ένα κόσμο απομονωτισμού; Τι θα γίνει με την Ε.Ε και ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις στα ταξίδια εντός της Ευρώπης; Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και τα θέματα αειφορίας, σημαντικά και τα δύο για τον τουρισμό; Ποιες θα είναι οι τάσεις και οι εξελίξεις; Η επόμενη μέρα είμαι βέβαιος πως θα ανήκει σε αυτούς που θα αποδεχθούν την αβεβαιότητα και τη νέα κανονικότητα που θα προκύψει στο μέλλον. Θα ανήκει σε αυτούς που θα έχουν το θάρρος και το κουράγιο να αναγνωρίσουν αυτά που γνωρίζουν και, κυρίως, αυτά που δεν γνωρίζουν, και να αντιληφθούν τη διαφορά μεταξύ των δύο ώστε προετοιμαστούν κατάλληλα» είπε ο Θ. Παπακωνσταντίνου.

Πηγή: euro2day.gr

Παναγιώτης Δ. Υφαντής

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ