Ειδήσεις

Στα «χαρακώματα» και πάλι οι επιχειρηματίες για το ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.!

Οι Δήμοι μπορούν να καταλογίζουν και να βεβαιώνουν τον φόρο, μέχρι να καταργηθούν με νόμο οι διατάξεις

Στα «χαρακώματα» βρίσκονται από χθες τα μέλη του Επιμελητηρίου και η διοίκηση του μετά την διαπίστωση ότι ο Δήμος Ρόδου έχει δεσμεύσει τα ΑΦΜ επιχειρηματιών του νησιού για οφειλές τους σε δημοτικό φόρο παρά το γεγονός ότι η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κρίνει οριστικά και αμετάκλητα αντισυνταγματικό τον φόρο και με διάταξη στο τρίτο μνημόνιο προβλέπεται πέραν της κατάργησής του, η μη αναδρομική αξίωση των ήδη καταβληθέντων.

Το θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό αφού η δημοτική αρχή, μετά την υπ’ αρίθμ. 138/2015 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, της 11ης Ιουνίου 2015, δεν δεσμεύεται να ακυρώσει ταμειακές βεβαιώσεις για την καταβολή δημοτικού φόρου, παρότι έχει κριθεί αντισυνταγματικός και επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του δημοτικού συμβουλίου να κρίνει επί σχετικών αιτήσεων διαγραφής, με το βάρος του όρου ότι κάτι τέτοιο επιτρέπεται για το δημόσιο συμφέρον. Δηλαδή ότι η οικονομική κατάσταση του Δήμου είναι τέτοια που να επιτρέπει διαγραφές.
Κι όλα αυτά, ενώ τα οικονομικά του Δήμου είναι ήδη βεβαρημένα κι ανά τρίμηνο υποβάλλονται καταστάσεις στο Υπουργείο Εσωτερικών και το Ελεγκτικό Συνέδριο (παρατηρητήριο) για τον έλεγχο της ροής των εσόδων με απειλές καταλογισμών σε υπηρεσιακά και αιρετά όργανα, που δεν φροντίζουν για την είσπραξη.
Στο μεταξύ εκκρεμεί ενώπιον του Συμβούλιου της Επικρατείας κι άλλη αίτηση της εργολαβικής κοινοπραξίας του νοσοκομείου για ακύρωση του φόρου ως αντισυνταγματικού, η οποία σε θεωρητικό επίπεδο, θα εξεταστεί εξ υπαρχής. Η δίκη είχε προγραμματιστεί για την 23 Σεπτεμβρίου 2015, αλλά αναβλήθηκε για τις 7 Νοεμβρίου 2015, εξαιτίας των εκλογών.
Η Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σε 44μελή σύνθεση, κλήθηκε να αποφανθεί επί των ακόλουθων ερωτημάτων, που απηύθυνε η Διεύθυνση Οικονομικών των ΟΤΑ, του Υπουργείου Εσωτερικών, την 24η Φεβρουαρίου 2015:
Αν μετά την έκδοση των υπ’ αριθμ. 4504 και 4505/2014 αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ, με τις οποίες κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, περί επιβολής του Δημοτικού Φόρου Δωδεκανήσου, οι Δήμοι οφείλουν:
-Να βεβαιώνουν ταμειακώς τον φόρο, προς διασφάλιση των εσόδων τους, βάσει του άρθρου 277 του ν. 3852/2010,
-Να προχωρήσουν σε διαδικασίες εισπράξεως των ήδη ταμειακώς βεβαιωμένων, πριν την δημοσίευση των αποφάσεων, οφειλομένων ποσών του ιδίου φόρου,
-Σε περίπτωση δυνατότητας των δήμων να διαγράψουν οφειλές, για τις οποίες έχει παρέλθει η νόμιμη προθεσμία προσφυγής, ποια είναι η ενδεικνυόμενη διαδικασία, κατά παρέκκλιση του άρθρου 174 του ν. 3463/2006,
-Εάν γεννάται υποχρέωση νομοθετικής ρυθμίσεως για την ρητή κατάργηση της ανωτέρω διατάξεως και κατά πόσο στο πλαίσιο αυτής μπορούν να διασφαλισθούν οι δήμοι για τα εισπραχθέντα ποσά.
Το ΝΣΚ γνωμοδότησε επί των ερωτημάτων, που του τέθηκαν, ως εξής:
– Κατά πλειοψηφία, ότι, σε συμμόρφωση προς τις υπ’ αριθμ. 4504 και 4505/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ και σε σχέση με πράξεις εγγραφής ποσών φόρου του άρθρου 60 του ν. 2218/1994 στους οικείους βεβαιωτικούς καταλόγους των Δήμων της Δωδεκανήσου, οι οποίες είναι όμοιες με εκείνες που ακυρώθηκαν με τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις:
α) Τα όργανα των Δήμων πρέπει παραλείπουν στο μέλλον την έκδοση αποφάσεων προσδιορισμού και επιβολής φόρου που στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, καθώς και, επί ήδη εκδοθεισών πράξεων, προσβληθεισών ή μη με προσφυγή, την ταμειακή βεβαίωση αυτών.

β) Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες εκδόθηκαν τέτοιες διοικητικές πράξεις είτε αυτές προσεβλήθησαν δικαστικώς είτε όχι, οι πράξεις αυτές υπόκεινται σε ανάκληση και τα ίδια όργανα, εφόσον υποβληθούν αιτήσεις όσων έχουν έννομο συμφέρον, υποχρεούνται να τις εξετάζουν, να κρίνουν εάν αυτές υπεβλήθησαν σε εύλογο, με βάση την κοινή πείρα και τις ειδικότερες περιστάσεις χρόνο από της δημοσιεύσεως των ανωτέρω αποφάσεων του ΣτΕ (12.12.2014), να εκτιμούν, περαιτέρω, την τυχόν συνδρομή υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος (στο οποίο περιλαμβάνεται το δημοσιονομικό συμφέρον), που επιβάλλει ή αποκλείει την ανάκληση και, αναλόγως, να προβαίνουν στην ανάκληση των πράξεων ή στην απόρριψη των αιτήσεων.
γ) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εκδόθηκαν τέτοιες διοικητικές πράξεις, τα δε ποσά βεβαιώθηκαν εν στενή εννοία (ταμειακώς) και δεν εισπράχθηκαν, είτε η ταμειακή βεβαίωση προσεβλήθη δικαστικώς είτε όχι, οι πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων υπόκεινται σε ανάκληση από τα αρμόδια όργανα των Δήμων, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β”) προϋποθέσεις και
δ) Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες βεβαιωμένα ταμειακώς ποσά του ιδίου ως άνω φόρου εισπράχθηκαν από τους Δήμους είναι δυνατή η επιστροφή των καταβληθέντων ποσών με απόφαση των αρμοδίων οργάνων των Δήμων, κατόπιν αιτήσεων όσων έχουν έννομο συμφέρον, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β’), προϋποθέσεις και με την επί πλέον προϋπόθεση να μην έχει υποκύψει η αξίωση των αιτούντων έναντι των Δήμων (στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό) σε παραγραφή, βάσει των ειδικότερων διατάξεων που διέπουν το λογιστικό των Δήμων.
– Ομοφώνως, ότι δεν γεννάται υποχρέωση της Διοικήσεως για τη ρητή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 60 του ν.2214/1994 με νομοθετική ρύθμιση και κρίνεται σκόπιμη η επίσπευση σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας.
– Αποφαίνεται, ομοφώνως, ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, δεν μπορεί να γνωμοδοτήσει αν, σε περίπτωση καταργήσεως της διατάξεως του άρθρου 60 του ν. 2214/1994 με νομοθετική ρύθμιση, θα διασφαλίζονται οι Δήμοι της Δωδεκανήσου για τα ποσά του φόρου που ήδη εισέπραξαν.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν τα διαλαμβανόμενα στην 22σέλιδη γνωμοδότηση του ΝΣΚ.

Επισημαίνεται συγκεκριμένα εισαγωγικά στην άποψη, που εξέφρασε η πλειοψηφία και συγκεκριμένα (24 ψήφοι) ότι κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία έχει εφαρμογή, εφ’ όσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, η Διοίκηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής ή που έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς ενώπιον των δικαστηρίων και έχουν πλέον το τεκμήριο της νομιμότητας, ενώ το δεδικασμένο ισχύει μόνον μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε από την πλειοψηφία ειδικότερα ότι η Διοίκηση δεν υποχρεούται να ανακαλέσει τις όμοιες με την κριθείσα παράνομες ατομικές πράξεις αυτεπαγγέλτως, αλλά κατόπιν αιτήματος του έχοντος έννομο συμφέρον και αφού διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν νόμιμες προϋποθέσεις, που αποκλείουν την ανάκληση.
Οι προϋποθέσεις ανακλήσεως, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, όπως επισημαίνεται, είναι οι ακόλουθες:
-Ο λόγος ακυρώσεως να συνίσταται σε παρανομία της πράξεως λόγω αντιθέσεως με υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή θεμελίωσής της, σε κανονιστική πράξη της Διοικήσεως, που δεν έχει νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα,
-Να πρόκειται για ομοίου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια διάταξη,
-Να υποβληθεί στην Διοίκηση σχετικό αίτημα από τον έχοντα έννομο συμφέρον, εντός ευλόγου χρόνου (με βάση την κοινή πείρα και τις ειδικότερες περιστάσεις) από την δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως και
-Να εκτιμήσει η Διοίκηση, κατά την επανεξέταση και προ της ανακλήσεως, την τυχόν-συνδρομή υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει ή αποκλείει αυτήν, την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που αποκτήθηκαν καλοπίστως από την εφαρμογή της ομοίας πράξεως και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοσή της.
Με βάση τα προαναφερόμενα, όπως έκρινε η πλειοψηφία, δεν υφίσταται μεν τυπική δέσμευση από την κρίση των αποφάσεων του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, πλην όμως η αρχή της χρηστής διοίκησης και η εν γένει υποχρέωση σεβασμού της δικαιοδοτικής κρίσεως του ΣτΕ επί ανακυπτουσών υποθέσεων με όμοιο νομικό ζήτημα συνηγορούν, όπως:
α. Τα όργανα των Δήμων θα πρέπει να παραλείπουν στο μέλλον την έκδοση αποφάσεων προσδιορισμού και επιβολής φόρου, που στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, καθώς και στην ταμειακή βεβαίωση αυτών, επί ήδη εκδοθεισών πράξεων, προσβληθεισών ή μη με προσφυγή.
β. Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες εκδόθηκαν τέτοιες διοικητικές πράξεις, είτε αυτές προσεβλήθησαν δικαστικώς είτε όχι, αυτές υπόκεινται σε ανάκληση και τα ίδια όργανα, εφόσον υποβληθούν αιτήσεις όσων έχουν έννομο συμφέρον, υποχρεούνται να τις εξετάζουν, να κρίνουν εάν αυτές υπεβλήθησαν σε εύλογο, με βάση την κοινή πείρα και τις ειδικότερες περιστάσεις, χρόνο από της δημοσιεύσεως των ανωτέρω αποφάσεων του ΣτΕ (12.12.2014), να εκτιμούν, περαιτέρω, την τυχόν συνδρομή υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος (στο οποίο περιλαμβάνεται το δημοσιονομικό συμφέρον), που επιβάλλει ή αποσείει την ανάκληση και, αναλόγως, να προβαίνουν στην ανάκληση των πράξεων ή στην απόρριψη των αιτήσεων.
γ. Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες εκδόθηκαν τέτοιες διοικητικές πράξεις, τα δε ποσά βεβαιώθηκαν εν στενή εννοία (ταμειακώς) και δεν εισπράχθηκαν, είτε η ταμειακή βεβαίωση προσεβλήθη δικαστικώς είτε όχι, οι πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων υπόκεινται σε ανάκληση από τα αρμόδια όργανα Δήμων, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β’) προϋποθέσεις.
Η πρώτη μειοψηφήσασα γνώμη (19 ψήφοι) έκρινε ότι στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες βεβαιωμένα ταμειακώς ποσά από τον ίδιο, ως άνω, φόρο, εισπράχθηκαν από τους Δήμους, είναι δυνατή η επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, κατόπιν αιτήσεων όσων έχουν έννομο συμφέρον, με απόφαση των αρμοδίων οργάνων των Δήμων, υπό τις αυτές, ως άνω (περ. β’) προϋποθέσεις και με την επιπλέον προϋπόθεση, να μην έχει υποκύψει η αξίωση των αιτούντων έναντι των Δήμων στην τριετή παραγραφή που προβλέπεται στη ειδική διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του ν.δ. 318/1969 (ΕλΣ 3/2011, ΣτΕ 1916/1988).
Η δεύτερη μειοψηφήσασα γνώμη (2 ψήφοι), δέχθηκε ότι, ναι μεν συντρέχει νόμιμος λόγος υποχρεωτικής ανάκλησης των καταλογιστικών πράξεων και βεβαιώσεων που έχουν λάβει χώρα εις βάρος φορολογουμένων, δυνάμει των αυτών διατάξεων που κρίθηκαν αντισυνταγματικές από την Ολομέλεια του ΣτΕ (εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν σχετική προς τούτο αίτηση και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις), πλην όμως, μέχρι τη νομοθετική κατάργηση των εν λόγω διατάξεων, η αρμόδια δημοτική υπηρεσία δεν κωλύεται να συνεχίσει να καταλογίζει και να βεβαιώνει τις σχετικές φορολογικές οφειλές, εξαιτίας της ως άνω δικαιοδοτικής κρίσης του ΣτΕ.
Εκριναν δηλαδή ότι η νομική δέσμευση των αρμόδιων δημοτικών υπηρεσιών από τις κριθείσες αντισυνταγματικές, αλλά μη καταργηθείσες εισέτι, νομοθετικές διατάξεις, ως προς τον καταλογισμό και τη βεβαίωση του φόρου, εξακολουθεί να ισχύει στο ακέραιο.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου