«Μέχρι τα τέλη του 2015 θα έχει υπογραφεί η σύμβαση παραχώρησης με τη γερμανική Fraport για τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια», δηλώνει στην «Οικονομία» ο πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ, Στέργιος Πιτσιόρλας.

Ετσι τα αεροδρόμια θα αποτελέσουν ουσιαστικά την πρώτη αποκρατικοποίηση που περιλαμβάνεται στη λίστα με τα προαπαιτούμενα της νέας δανειακής σύμβασης. Aμεση προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι η κατάρτιση χρονοδιαγράμματος για την πώληση όλων των περιουσιακών στοιχείων που διέθετε το Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου μέχρι το τέλος του 2014, με τη διοίκησή του να βρίσκεται σε διαρκή επαφή με την κοινοπραξία Fraport AG – Slentel Ltd, επιβεβαιώνοντας το ενδιαφέρον της για την ολοκλήρωση της συμφωνίας.
Ο πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ Στέργιος Πιτσιόρλας μιλώντας στην «Οικονομία» θέτει ως χρονικό ορίζοντα το τέλος του χρόνου για την υπογραφή της σύμβασης για τα περιφερειακά αεροδρόμια, υπογραμμίζοντας ότι «τα αεροδρόμια δεν πωλούνται αλλά παραχωρείται η λειτουργία τους για 40 χρόνια μέσα σε ένα αυστηρό πλαίσιο διαρκούς ελέγχου από την πολιτεία. Οι υφιστάμενες επενδύσεις στα αεροδρόμια αυτά και όλες οι επενδύσεις ύψους 1,4 δισ. ευρώ που θα κάνει ο παραχωρησιούχος παραμένουν περιουσία του ελληνικού λαού. Είναι ένα κατεξοχήν αναπτυξιακό έργο που θα μεταμορφώσει τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια ώστε να στηρίξουν την περαιτέρω ανάπτυξη του τουρισμού».

Στη Βουλή
Την υπογραφή της σύμβασης παραχώρησης θα ακολουθήσει η κύρωσή της από την Ολομέλεια της Βουλής, αλλά προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της συμφωνίας αποτελεί η τελική έγκριση από την Επιτροπή Ανταγωνισμού (DG Comp) της Κομισιόν.

Η παραχώρηση που θα έχει διάρκεια 40 χρόνια περιλαμβάνει τα αεροδρόμια του Ακτίου, των Χανίων, της Καβάλας, της Κεφαλονιάς, της Κέρκυρας, της Κω, της Μυτιλήνης, της Μυκόνου, της Ρόδου, της Σάμου, της Σαντορίνης, της Σκιάθου, της Θεσσαλονίκης και της Ζακύνθου και βάσει της απόφασης που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα στο ΦEK δεν επιφέρεται αλλαγή και η σύμβαση θα γίνει βάσει των όρων του διαγωνισμού που είχε κατακυρωθεί στην εταιρεία.

Η κοινοπραξία του αεροδρομίου της Φρανκφούρτης και του ομίλου Κοπελούζου είχε καταθέσει προσφορά που ανήλθε σε 1,234 δισ. ευρώ εφάπαξ τίμημα και 22,9 εκ. ευρώ ετήσιο εγγυημένο καταβλητέο μίσθωμα, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως με τον πληθωρισμό. Παράλληλα, οι επενδύσεις που αναμένεται να υλοποιηθούν σε χρονικό ορίζοντα 4 ετών ανέρχονται σε ποσό περίπου 330 εκ. ευρώ, ενώ για όλη τη διάρκεια της παραχώρησης, ανέρχονται σε ποσό περίπου 1,4 δισ. ευρώ. Τα ποσά αυτά θα είναι επιπλέον του εφάπαξ τιμήματος και του ετήσιου εγγυημένου καταβλητέου μισθώματος.

Οι όροι της σύμβασης του ΤΑΙΠΕΔ με την κοινοπραξία προβλέπουν:

• Εγγυημένο τίμημα 2,4 δισ. ευρώ το οποίο περιλαμβάνει εφάπαξ τίμημα 1,234 δισ. ευρώ και ετήσια μισθώματα συνόλου άνω των 1,2 δισ. ευρώ (μίσθωμα 22,9 εκ. ευρώ ετησίως για 40 χρόνια, προσαυξημένο με τον ετήσιο πληθωρισμό).
• Μεταβλητό τίμημα εκτιμώμενο σε 5 δισ. ευρώ (θα εισπράττεται από το ΤΑΙΠΕΔ ετήσιο μερίδιο της κερδοφορίας μέσω σταθερού, προκαθορισμένου ποσοστού 28,5% επί των κερδών προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων).
• Επενδύσεις 1,4 δισ. ευρώ.
• Στα επιπλέον έσοδα για το ελληνικό Δημόσιο (κατ’ εκτίμηση, αθροιστικά στα 40 χρόνια διάρκειας της παραχώρησης) συνυπολογίζονται ο φόρος εισοδήματος ύψους 2,5 δισ. ευρώ καθώς και άλλα τέλη ύψους 1,2 δισ. ευρώ (υπέρ ΥΠΑ κ.ά.).

Τα τέλη υπερπτήσεων είναι ανεξάρτητα της συναλλαγής και θα συνεχίσουν να εισπράττονται από την ΥΠΑ, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις στην αεροναυτιλία και τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας.

Πρόκειται για ένα τίμημα που ήδη αναγνωρίζεται από τη διεθνή αεροπορική βιομηχανία ως εξαιρετικό αφού αντιστοιχεί σε ένα πολύ υψηλό πολλαπλάσιο των εσόδων και της εκτιμώμενης κερδοφορίας των εν λόγω αεροδρομίων. Τα αεροδρόμια αυτά σήμερα χαρακτηρίζονται από έλλειψη επενδύσεων και δεν αποτελούν καν μία ενιαία οικονομική οντότητα, δεν εκδίδουν οικονομικές καταστάσεις και δεν διαθέτουν κάποια ιστορικότητα αποτελεσμάτων. Συνεπώς το τίμημα αντικατοπτρίζει την προσδοκία των επενδυτών για τις προοπτικές των εν λόγω μονάδων μετά την υλοποίηση των υποχρεωτικών επενδύσεων του παραχωρησιούχου για την αναβάθμιση και επέκτασή τους. Και βέβαια, ενσωματώνουν την προσδοκία των επενδυτών για αύξηση της τουριστικής κίνησης.

Οι χρεώσεις
Οπως ορίζει η σύμβαση παραχώρησης, οι χρεώσεις των περιφερειακών αεροδρομίων θα είναι 13 ευρώ ανά αναχωρούντα επιβάτη (σήμερα είναι 12,7 ευρώ) έως την αποπεράτωση των έργων αναβάθμισης, που θα ολοκληρωθούν από τον παραχωρησιούχο το αργότερο σε 4 χρόνια. Μετά την ολοκλήρωση των επενδύσεων, το ανώτατο όριο των χρεώσεων θα ανέρχεται σε 18,5 ανά αναχωρούντα επιβάτη. Το όριο των 18,5 ευρώ υπολογίστηκε με γνώμονα τον μέσο όρο των αντίστοιχων χρεώσεων αεροδρομίων στη Νότια Ευρώπη και στη Μεσόγειο (π.χ. Νάπολι, Μαγιόρκα, Μάλτα, Λάρνακα, Αττάλεια, Σμύρνη) τα οποία έχουν τα συγκρίσιμα χαρακτηριστικά (ήτοι υψηλή εποχικότητα, τουριστικός χαρακτήρας).
Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο επενδυτής θα ελέγχεται συνεχώς και αυστηρά για το επίπεδο εξυπηρέτησης, την ικανοποίηση των επιβατών καθώς και την επάρκεια της δυναμικότητας των εγκαταστάσεων και της αναβάθμισης των υποδομών.

Το τελικό σχέδιο των Συμβάσεων Παραχώρησης, βάσει του οποίου υπέβαλαν δεσμευτικές προσφορές οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές, διαμορφώθηκε μετά από τα σχόλια των συναρμόδιων υπουργείων και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου και του υπουργείου Εθνικής Αμυνας για θέματα εθνικής ασφάλειας και άμυνας.
Σύμφωνα με τη Σύμβαση Παραχώρησης ο επενδυτής υποχρεούται να προχωρήσει σε έργα ούτως ώστε τα αεροδρόμια να ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες προδιαγραφές επιπέδου εξυπηρέτησης και προδιαγραφές απόδοσης. Ο επενδυτής δεσμεύεται για επενδύσεις 330 εκατομμύρια ευρώ εντός τετραετίας και συνολικά 1.4 δισ. ευρώ για όλη τη διάρκεια της παραχώρησης.

Το οφέλη για το ελληνικό Δημόσιο από τη συμφωνία είναι πολλαπλά. Συγκεκριμένα:
• Διασφαλίζονται έσοδα 11 δισ. ευρώ (εκτιμώμενα στην 40ετία) από τα οποία 1,2 δισ. ευρώ άμεσα (με την ολοκλήρωση της συναλλαγής στις αρχές του 2016).
• Εξασφαλίζεται η υλοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων ύψους 1.4 δισ. ευρώ που θα αναμορφώσει ριζικά την εικόνα των αεροδρομίων που αποτελούν τις πύλες εισόδου εκατομμυρίων επισκεπτών στη χώρα μας και στην ουσία τον καθρέφτη του τουριστικού μας προϊόντος.
• Προεξοφλείται άνοδος της τουριστικής κίνησης από τον επενδυτή που για την υλοποίηση του επιχειρησιακού του σχεδίου θα επενδύσει κεφάλαια για τον σκοπό αυτό.
• Διατηρούνται οι χρεώσεις σε επίπεδα επωφελή για τους επιβάτες.
• Θα ενισχυθούν οι τοπικές οικονομίες μέσα από την αύξηση της τουριστικής κίνησης και τις θετικές επιπτώσεις από τις επενδύσεις για την αναβάθμιση και τη λειτουργία των αεροδρομίων στην απασχόληση και στην κτηματαγορά.
164,7 εκατομμύρια επιβάτες

Κύριος μέτοχος της Fraport είναι το γερμανικό ομόσπονδο κρατίδιο της Εσης με ποσοστό 31,35%, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Εσης με 20,2% και η αεροπορική εταιρεία Lufthansa με 8,45%.
Ο γερμανικός όμιλος εκμεταλλεύεται το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης και άλλα 11 αεροδρόμια παγκοσμίως. Ταυτόχρονα δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων, των επενδύσεων και των τηλεπικοινωνιών.
Η εταιρεία εξυπηρετεί 164,7 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως και πρόθεση της διοίκησής της είναι να επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε όλο τον κόσμο.

Σήμερα, η Fraport έχει μετοχές ή συμβόλαια εκμετάλλευσης στα αεροδρόμια της Λίμα, του Ντακάρ, του Καΐρου, του Ριάντ, της Τζέντα, του Δελχί, του Μπουργκάς, του Ζιαν, της Αγίας Πετρούπολης, του Αμβούργου και της Αττάλειας, ενώ παρέχει υπηρεσίες στους αερολιμένες του Ορλάντο, της Βιέννης, της Σανγκάης και του Χονγκ Κονγκ.
• 1,2 δισ. έχει προσφέρει η κοινοπραξία Fraport AG – Slentel Ltd, ενώ ετησίως και για 40 έτη θα καταβάλλει 22,9 εκατ. ευρώ εγγυημένο μίσθωμα, αναπροσαρμοζόμενο με βάση τον πληθωρισμό.
• 1,4 δισ. είναι το ύψος των επενδύσεων που θα υλοποιηθούν, ενώ στα επιπλέον έσοδα για το ελληνικό Δημόσιο, κατ’ εκτίμηση, αθροιστικά, συνυπολογίζονται ο φόρος εισοδήματος ύψους 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και άλλα τέλη ύψους 1,2 δισ. ευρώ (υπέρ ΥΠΑ κ.ά.).

ΕΘΝΟΣ Κώστας Νάνος

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ