Προσωρινά κρατούμενη κρίθηκε χθες, μετά την απολογία της, με ομόφωνη απόφαση της τακτικής Ανακρίτριας Ρόδου κ. Μ. Κρανίτη και του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Κ. Μπούτσικου, η κατηγορούμενη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, Γιαννικάκη Ρηγοπούλα του Βασιλείου, 31 ετών, που γεννήθηκε στο Λασίθι της Κρήτης και διέμενε μόνιμα στην Κάρπαθο, εργαζόμενη σε νυχτερινό κέντρο.

Η 31χρονη κατηγορείται για το φόνο του συντρόφου της, 30χρονου επαγγελματία οπλίτη, Αδάμ Βεσσάλα του Παναγιώτη, που γεννήθηκε στο Γαλατά Τροιζηνίας και υπηρετούσε στο 95 ΤΕ Καρπάθου.

Ελεύθεροι χωρίς όρους αφέθηκαν η μητέρα της Μαρία Καζηλιέρη του Ζαφειρίου, 50 ετών και ο κουμπάρος της μητέρας της κ. Εμμανουήλ Σακελλαρίδης του Βασιλείου, 40 ετών, κατηγορούμενοι για υπόθαλψη εγκληματία.

“Σε κλίμα βαθειάς οδύνης για το θάνατο του πλέον αγαπημένου μου προσώπου καλούμαι να απολογηθώ ενώπιόν σας για πράξη, ο χαρακτηρισμός της οποίας ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα αλλά και την ειλικρινή αγάπη, που ένιωθα και νιώθω για τον εκλιπόντα”, κατέθεσε εισαγωγικά, με πολυσέλιδο υπόμνημά της, η 31χρονη, επισημαίνοντας ότι με τον εκλιπόντα την συνέδεαν αισθήματα παθολογικής αγάπης, τα οποία ουδέποτε της επέτρεψαν να αποδράσει από μία σχέση, η οποία είχε καταστεί βασανιστική για εκείνη και την οικογένειά της, εξαιτίας, όπως κατέθεσε, του πάθους του εκλιπόντος για το αλκοόλ και της συνεπακόλουθης βιαιότητας του χαρακτήρα του.

Ισχυρίστηκε ότι ήταν σχεδόν καθημερινές οι σκηνές ζηλοτυπίας προς το πρόσωπό της, οι οποίες σχεδόν πάντοτε κατέληγαν σε ύβρεις και πολύ συχνά σε χειροδικίες και δημόσιους προπηλακισμούς.

Υποστήριξε ότι το προηγούμενο έτος αναγκάσθηκε να αλλάξει τη μπροστινή οδοντοστοιχία της, λέγοντας ότι της είχε προκαλέσει βλάβη από κτυπήματα, ότι είχε προστρέξει στο αστυνομικό τμήμα της Καρπάθου, για να ζητήσει προστασία και ότι είχε υποβάλει σε βάρος του έγκληση φοβούμενη για τη ζωή της.

Σε ό,τι αφορά την επίμαχη ημέρα της Τσικνοπέμπτης, είπε ότι ο 30χρονος είχε καταναλώσει στο σπίτι της μητέρας της δύο λίτρα κρασί και για ασήμαντη αφορμή και συγκεκριμένα, εξαιτίας του γεγονότος, ότι ακολούθησε τον εξάδελφο της, Ζαφείρη Καζηλιέρη του Ανδρέα (με τον οποίον δεν είχαν καλές σχέσεις) μέχρι το σπίτι του, έγινε επιθετικός εναντίον της.

Εγκατέλειψε, όπως είπε, πρώτος την οικία της μητέρας της και ένα μισάωρο αργότερα όταν επέστρεψε στο σπίτι, τον βρήκε να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας. Αρχιζε, όπως είπε, να την εξυβρίζει με ακατανόμαστες εκφράσεις και όταν του απάντησε στις ύβρεις του στο ίδιο ύφος, όπως ισχυρίζεται, άρχισε να την χτυπάει στο πρόσωπο και στο σώμα.

Η ίδια ανταπέδωσε κάποια από τα κτυπήματα και βλέποντας ότι δεν θα είχε τη δυνατότητα να προστατευθεί ικανοποιητικά από εκείνον, που περιγράφει ως “γυμνασμένο, άριστα εκπαιδευμένο στη μάχη σώμα με σώμα (καταδρομέας των ειδικών δυνάμεων) και πανύψηλο”, άρχισε να τρέχει προς το δωμάτιο, προκειμένου να σώσει τη ζωή της.

Υποστηρίζει ότι την ακολούθησε, την έριξε στο κρεβάτι και την έπιασε δυνατά από το λαιμό και από τα μαλλιά, πιέζοντας το κεφάλι της πάνω στο κρεβάτι.
Όπως περιέγραψε, άρχισε να τον σπρώχνει δυνατά με τα πόδια, ενώ εκείνος την κτυπούσε και προσπαθούσε να τη συγκρατήσει, σκίζοντάς της το κολάν που φορούσε.
Τον απώθησε, όπως είπε, και άρχισε να τρέχει προς την κουζίνα…

Περιγράφοντας πώς επήλθε ο θάνατός του, υποστήριξε στο υπόμνημά της, τα εξής:

“Παρακινούμενη από απύθμενο φόβο και ταραχή και προκειμένου να προστατευτώ από τον άμεσο κίνδυνο ζωής, που διέτρεχα και να τον εκφοβίσω, ώστε να με αφήσει, παίρνω το πρώτο αντικείμενο, που βρήκα μπροστά μου και συγκεκριμένα ένα ποτήρι του νερού και γυρίζω απότομα προς το μέρος του. Εκείνος, ωστόσο, αντί να φοβηθεί και να οπισθοχωρήσει στη θέα του θραυσμένου ποτηριού, κινούμενος με μανία εναντίον μου, πέφτει πάνω στο προτεταμένο ποτήρι, με συνέπεια να του δημιουργηθεί μία μικρή εκδορά στο στήθος του, ασήμαντη με μία πρώτη ματιά. Μόλις δε το ποτήρι ακούμπησε το στήθος του έσπευσα να το τραβήξω μακριά του και αυτός είναι ο λόγος εκ του οποίου έχει μία μόνο εκδορά και όχι τόσες, όσες οι εξοχές (εγκοπές) του θραυσμένου γυαλιού, όπως θα συνέβαινε αν αυτός είχε πληγεί από αυτό, με ανθρωποκτόνο δόλο.

Χαρακτηριστικό μάλιστα του γεγονότος, ότι ουδείς κατάλαβε, τι είχε συμβεί και πώς θα μπορούσε άλλωστε να περάσει από το μυαλό του ανθρώπου, ότι το εν λόγω περιστατικό θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο, είναι το γεγονός, ότι για λίγα δευτερόλεπτα και μέχρι να κάνει την εμφάνισή του το αίμα στη μπλούζα του Αδάμ, ο διαπληκτισμός μας συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σταματάει να κινείται, προφέροντας τις λέξεις «πονάω, πονάω, υποφέρω». Ήταν οι λέξεις, που στιγμάτισαν τη ζωή μου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Πετάω το ποτήρι και τρέχω καταπάνω του, ενώ αυτός κατευθυνόταν προς το δωμάτιο. Αρχίζω να φωνάζω σε έξαλλη κατάσταση «Αδάμ αγάπη μου, μίλησε μου σε παρακαλώ», πιέζω τη μπλούζα του πάνω στην πληγή, για να σταματήσει η αιμορραγία, φέρνω νερό για να πλύνω το πρόσωπο και το σώμα του και καλώ σε αλλόφρονα κατάσταση τη μητέρα μου, για να καλέσει γιατρούς σε βοήθεια και να έλθει και η ίδια στο σπίτι, το ταχύτερο δυνατό. Όπως και έγινε.

Ήλθε σχεδόν αμέσως, κάλεσε τον κουμπάρο της προκειμένου να βοηθήσει αλλά και το ασθενοφόρο. Μετακίνησαν τον Αδάμ, τον ξάπλωσαν πάνω στο κρεβάτι και προσπαθούσαν να δουν, αν αναπνέει, προκειμένου να τον βοηθήσουν. Αλλά το κακό είχε ήδη γίνει, ο Αδάμ ήταν πια νεκρός. Τα δύο αυτά άτομα ουδεμία ανάμιξη έχουν σε οιαδήποτε εγκληματική πράξη”.

Επεσήμανε κατ΄επανάληψη ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο και ότι πρόκειται για ατύχημα, ενώ κατέστησε σαφές ότι βρισκόταν κατά την τέλεσή του σε νόμιμη άμυνα.
Ζήτησε επιπλέον την άρση του καταλογισμού της πράξης, λόγω παράλληλης συνδρομής καταστάσεως ανάγκης και όλως επικουρικώς υπέρβαση της αμύνης ή της καταστάσεως ανάγκης λόγω φόβου ή ταραχής.
Ισχυρίστηκε επιπλέον διατάραξη της συνείδησης και σωρευτική συνδρομή βρασμού ψυχικής ορμής.

Η κ. Μαρία Καζηλιέρη, μητέρα της, κατηγορούμενη για το πλημμέλημα της υπόθαλψης εγκληματία, το οποίο μένει ατιμώρητο εξαιτίας και της συγγενικής τους σχέσης από τον ποινικό κώδικα, που πάντως το διώκει, επανέλαβε ότι τελούσε υπό συνθήκες ισχυρού σοκ.

Έφτασε, όπως είπε, στην οικία της θυγατρός της, κατόπιν τηλεφωνήματός της, στο οποίο την ενημέρωνε, ότι ο 30χρονος έπαθε κάτι και έπρεπε να τρέξει για να τον σώσουν.

Τον είδε να κάθεται παραπλεύρως του κρεβατιού αναίσθητος και προσπάθησε μαζί με την κόρη της να τον ξαπλώσουν στο κρεβάτι, σκεπτόμενη, ότι ίσως θα ήταν δυνατόν να είναι λιπόθυμος και να ξαναβρεί τις αισθήσεις του. Του έριξε νερό στο πρόσωπο και στα χέρια, μήπως συνέλθει.

Βλέποντας, ότι δεν ανταποκρίνεται, κλαίγοντας και ούσα σε αλλόφρονα κατάσταση, κάλεσε αμέσως τον κουμπάρο της, κ. Εμμανουήλ Σακελλαρίδη, ο οποίος υπηρετούσε παλαιότερα ως οδηγός ασθενοφόρου, προκειμένου να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες και επιχείρησε να καλέσει το κέντρο υγείας Καρπάθου χωρίς αποτέλεσμα (η γραμμή ήταν κατειλημμένη).

Έχοντας δε πλήρη άγνοια περί των συνεπειών σκούπισε, όπως είπε, λίγο το αίμα του εκλιπόντος, που είχε πλημμυρίσει το πάτωμα, για να μην γλιστρήσει κανείς μέσα στη λίμνη, που είχε σχηματισθεί.
Τις χαρτοπετσέτες με το αίμα τις έριξε στη σακούλα με τα σκουπίδια.

Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ζήτησε από κανένα να ρίξει τη σακούλα στους κάδους απορριμμάτων ούτε πέρασε καν από το μυαλό της η ιδέα να συγκαλύψει οιοδήποτε έγκλημα, αφού καλά καλά δεν είχε καταλάβει, τι είχε συμβεί.

Ισχυρίστηκε ότι αφού κατέφθασε ο κουμπάρος της προσπάθησαν και πάλι να βοηθήσουν τον 30χρονο να ανανήψει αλλά ήταν ήδη νεκρός. Κάλεσαν, όπως είπε μαζί το ασθενοφόρο, το οποίο κατέφθασε εντός ολίγων λεπτών.
O κουμπάρος, ομοίως κατηγορούμενος για υπόθαλψη εγκληματία, τόνισε ότι του ζητήθηκε να πετάξει τη σακούλα και ότι δεν γνώριζε τι υπήρξε στο εσωτερικό της. Επεσήμανε ότι κατέβαλε προσπάθεια να τον επαναφέρει και ότι κάλεσε αμέσως ασθενοφόρο. Κατά τ’ άλλα περιέγραψε το τι είχε συμβεί όπως και η κ. Καζηλιέρη.
Τους κατηγορούμενους εκπροσώπησαν οι δικηγόροι κ.κ. Στ. Αλεξανδρής, Κ. Διακονής και Βασιλική Σαββάκη.

Οι γονείς του εκλιπόντος και ο αδελφός του αναμένεται να υποβάλουν σήμερα δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους κ. Κ. Βολονάκη, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.

Όπως τονίζουν στην παράσταση πολιτικής αγωγής, δοκίμασαν τρομερό ψυχικό πόνο, ψυχική συντριβή, ασίγαστη θλίψη, συναισθηματική καταρράκωση, πληροφορούμενοι το θάνατο του οικείου τους, βιώνουν την επώδυνη εμπειρία της κηδείας του, και εν γένει η απώλειά του αφήνει στη μνήμη τους ανεξίτηλα γεγονότα της τραγικότητος του θανάτου του, ο οποίος επισυνέβη με τον πλέον απεχθή τρόπο.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ