Είναι σφόδρα πιθανός και όχι απίθανος, ο κίνδυνος, απορρίψεως ως απαραδέκτου της δηλώσεως ή αποβολής από την παράσταση τους ως πολιτικής αγωγής, αφού κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ, η δυνατότητα να παραστεί κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, προβλέπεται από τα άρθρα 63–68 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και συνδέεται με την ιδιότητα αυτού που έχει υποστεί άμεση ζημία από το αδίκημα ή έχει προσωπική προσβολή του έννομου αγαθού που προστατεύει ο ποινικός νόμος. Το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη ή όχι ενεργητικής νομιμοποίησης ήτοι κατά πόσον ο δηλών έχει υποστεί προσωπική ζημία/ηθική βλάβη από την τέλεση της αξιόποινης πράξης. Η νομική βάση της παράστασης των Δικηγορικών Συλλόγων στηρίζεται όχι σε άμεση ζημία ιδιωτικού έννομου αγαθού (όπως π.χ. υλική ή ηθική βλάβη που υπέστησαν οι ίδιοι) αλλά σε γενικότερο θεσμικό και κοινωνικό έννομο συμφέρον, το οποίο περιλαμβάνει, την προάσπιση του κράτους δικαίου και της σωστής λειτουργίας της δικαιοσύνης, δηλαδή την αποτελεσματική, δίκαιη και αξιοπρεπή ποινική διαδικασία για κύρια υπόθεση πολύ σοβαρής κοινωνικής σημασίας, τη «συμβολή στην αποκάλυψη της αλήθειας» και την απόδοση δικαιοσύνης σε μια υπόθεση με ενδιαφέρον για την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της»,την προστασία των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης και τη διασφάλιση κατάλληλων συνθηκών ώστε η δίκη να διεξαχθεί με σεβασμό στα δικαιώματα όλων των διαδίκων. Αυτά μπορούν να θεωρηθούν άμεσο έννομο συμφέρον στο ευρύτερο θεσμικό πεδίο διότι αφορά στην προάσπιση και εφαρμογή των βασικών αρχών του ποινικού δικαίου και της δίκαιης δίκης, ιδίως σε μια υπόθεση που έχει μεγάλο κοινωνικό και νομικό αντίκτυπο. Νομικά, το Δικαστήριο θα προβεί σε αξιολόγηση της νομιμοποίησης , η θέση των Συλλόγων θα τεθεί υπό κρίση βάσει των άρθρων 63-68 του ΚΠΔ για ενεργητική νομιμοποίηση, όπου συνήθως απαιτείται άμεση βλάβη ή προσωπικό δικαίωμα ,αλλά στην Ελληνική πρακτική έχει υπάρξει η δυνατότητα να εξετάζεται και γενικότερο έννομο συμφέρον σε ειδικές περιπτώσεις με μεγάλη κοινωνική βαρύτητα. Δεν υπάρχει δημόσια αναφορά ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι έχουν υποστεί συγκεκριμένη άμεση ζημία από την υπόθεση Τεμπών. Σε αντίθεση με συγγενείς θυμάτων ή θύματα που μπορούν να επικαλούνται ηθική ή υλική βλάβη, οι Σύλλογοι: α).-Δεν διεκδικούν αποζημίωση για δική τους ζημία β).-δεν έχουν εμφανιστεί ως ζημιωθείσες προσωπικότητες στο ποινικό δίκαιο. Αντίθετα, η παρέμβασή τους στοιχειοθετείται κυρίως ως θεσμικό και κοινωνικό συμφέρον, προκειμένου να υποστηριχθεί η ορθή διεξαγωγή της δίκης και η αναζήτηση της αλήθειας. Τυχόν απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου ως απαραδέκτου της δηλώσεως πολιτικής αγωγής ή αποβολής τους δεν θα είναι εσφαλμένη απόφαση, αν κρίνει ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν έχουν δικαίωμα παράστασης ως πολιτικώς ενάγοντες βάσει των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Και τούτο εξηγείται εκ του ότι σύμφωνα με τα άρθρα 63–68 ΚΠΔ: Πολιτικώς ενάγων μπορεί να παρασταθεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπέστη άμεση ζημία από την αξιόποινη πράξη ή έχει προσωπικό έννομο συμφέρον που προστατεύεται από τον ποινικό νόμο. Η συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος αφορά κυρίως αξιώσεις αποζημίωσης ή ηθικής βλάβης, δηλαδή προσωπική ζημία. Οι Δικηγορικοί σύλλογοι ως συλλογικά όργανα δεν έχουν υποστεί άμεση ζημία ούτε προσωπική προσβολή. Η παρέμβασή τους έχει γενικότερο θεσμικό χαρακτήρα, δηλαδή αφορά σε κοινωνικό ή θεσμικό συμφέρον, όχι προσωπικό δικαίωμα που προστατεύει ο Ποινικός Νόμος
Η ελληνική νομολογία συνήθως :Αποδέχεται ως πολιτικώς ενάγοντες θιγόμενους πολίτες ή φορείς που έχουν υποστεί άμεση ζημία. Δεν αποδέχεται συλλογικούς φορείς με γενικό θεσμικό ή κοινωνικό ενδιαφέρον ως πολιτικώς ενάγοντες, εκτός αν υπάρχει συγκεκριμένη ζημία ή άμεσο έννομο συμφέρον που αναγνωρίζεται από το δικαστήριο. Άρα, από καθαρά νομική σκοπιά, το δικαστήριο δεν θα σφάλει αν απορρίψει τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ή αν αποβάλει τους Συλλόγους από την πολιτική αγωγή, επειδή ο ΚΠΔ δεν προβλέπει ρητά τέτοιο δικαίωμα σε συλλογικούς φορείς χωρίς ζημία.Το δικαστήριο δεν παραβιάζει τον νόμο αν βασιστεί στο γράμμα του ΚΠΔ και δεν επιτρέψει την παράσταση του Δικηγορικού Συλλόγου, ως πολιτικώς ενάγοντα. Η απόφαση δεν κρίνεται αυθαίρετη ή εσφαλμένη: απλώς εφαρμόζει τις διατάξεις περί ενεργητικής νομιμοποίησης.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: Η νομολογία δέχεται την παράσταση πολιτικής αγωγής νομικών προσώπων μόνο εφόσον υφίσταται άμεση προσβολή εννόμου αγαθού τους. Δεν έχει αναγνωρισθεί ενεργητική νομιμοποίηση συλλογικών φορέων για λόγους γενικού ή θεσμικού ενδιαφέροντος. Συνεπώς, η παράσταση Δικηγορικών Συλλόγων ως πολιτικώς εναγόντων δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία.
Η Επιχειρηματολογία υπέρ της νομιμοποίησης των Δικηγορικών Συλλόγων:
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι: Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι υπέστησαν Ηθική Βλάβη ως ΘΕΣΜΟΙ, λόγω της σοβαρής διατάραξης της εμπιστοσύνης στη λειτουργία του κράτους, που σχετίζεται με τη υπόθεση και άρα το έννομο συμφέρον δεν είναι αποκλειστικά περιουσιακό ή ατομικό, ότι υφίστανται παραλείψεις του κρατικού μηχανισμού, που πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και τους Θεσμούς, ότι έχουν το ίδιο έννομο αγαθό (θεσμικό κύρος και αποστολή), που υφίσταται προσβολή. Μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 20 Συντάγματος (δικαίωμα δικαστικής προστασίας), της αρχής του κράτους δικαίου (άρθρο 25), ότι δεν είναι απλά σωματεία είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με θεσμική αποστολή και άρα έχουν καθήκον να παρεμβαίνουν όταν διακυβεύεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης και ότι η συμμετοχή τους στη δίκη συνδέεται με λειτουργική αναγκαιότητα και όχι από απλό ενδιαφέρον και Άρα μπορεί να υποστηριχθεί ότι:«Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η έννοια του άμεσου εννόμου συμφέροντος πρέπει να ερμηνεύεται ευρύτερα, ώστε να καλύπτει και θεσμικούς φορείς που εκπροσωπούν το συλλογικό ενδιαφέρον για δικαιοσύνη.», ότι σε άλλα πεδία Δικαίου, αναγνωρίζεται actio popularis ή συλλογική προστασία (π.χ. περιβαλλοντικές υποθέσεις και οτι άρα δεν είναι ξένη προς το δίκαιο η ιδέα της διευρυμένης νομιμοποίησης που μπορεί να μεταφερθεί κατ’ αναλογία σε εξαιρετικές ποινικές υποθέσεις. Ολα αυτά και άλλα πολλά επιχειρήματα υπέρ της μιάς ή της άλλης απόψεως που μπορούν να προβληθούν και επί των οποίων θα κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο προ της ενάρξεως της επ’ ακροατηρίου αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίζουν προφανώς μέγα νομικό ενδιαφέρον και ερεθίσματα προς συζήτηση στο πεδίο Θεωρίας και Νομολογίας και θα περιμένουμε να τις δούμε με μεγάλο ενδιαφέρον
ΝΙΚΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ συν. Δικηγόρος Ρόδου.













