Τοπικές Ειδήσεις

Η εισαγγελική έφεση που ξαναφέρνει στο ακροατήριο τη βαριά υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου

• Ο 52χρονος που αθωώθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ρόδου οδηγείται σε επανεκδίκαση στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου στις 2-2-2026, καθώς η Εισαγγελία αμφισβητεί ευθέως τον τρόπο αξιολόγησης καταθέσεων, πραγματογνωμοσύνης και ιατροδικαστικών δεδομένων

Η υπόθεση επιστρέφει, όχι ως τυπική συνέχεια, αλλά ως ουσιαστική επανεκκίνηση. Παρά την αθωωτική κρίση του πρώτου βαθμού, η εισαγγελική έφεση ανοίγει ξανά έναν φάκελο που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της προστασίας των ανηλίκων, αναγκάζοντας το δικαστικό σύστημα να ξαναμετρήσει την αντοχή της αποδεικτικής εικόνας. Η νέα δίκη, όπως έγραψε η «δημοκρατική», έχει προσδιοριστεί για τις 2-2-2026 στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου, με τον 52χρονο να οδηγείται σε επανεκδίκαση μετά από έφεση του Εισαγγελέα κατά της απόφασης που τον απάλλαξε.
Το διακύβευμα δεν είναι απλώς αν θα επιβεβαιωθεί ή θα ανατραπεί η πρώτη κρίση. Είναι αν το δικαστήριο του πρώτου βαθμού αξιολόγησε το υλικό με τρόπο που άφησε κρίσιμα στοιχεία στο περιθώριο, αν “διάβασε” σωστά τις καταθέσεις, αν απέδωσε ακατάλληλο βάρος σε ιατροδικαστικά ευρήματα και αν τελικά κατέληξε σε αθώωση που, κατά την εισαγγελική θέση, δεν συμβαδίζει με όσα προέκυψαν στη διαδικασία. Στην πρώτη δίκη συνήγορος υπεράσπισης του 52χρονου ήταν ο Μανώλης Χατζηάμαλος, ενώ για την υποστήριξη της κατηγορίας παρέστη ο Δημήτρης Δρόσος.
Η απόφαση που αμφισβητήθηκε και το πολιτικό βάρος της έφεσης
Η έφεση ασκήθηκε στις 14-11-2023 κατά της υπ’ αριθμ. 29/6-11-2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ρόδου. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι μόνο ότι υπήρξε αθώωση, αλλά ότι, όπως καταγράφεται, αυτή ήταν κατά πλειοψηφία, με 2 μέλη να έχουν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος. Αυτή η λεπτομέρεια λειτουργεί σαν “υπόγεια” ένδειξη ότι το αποδεικτικό υλικό δεν διαβάστηκε μονοσήμαντα ούτε μέσα στο ίδιο το δικαστήριο.
Σε μια τέτοια υπόθεση, η εισαγγελική έφεση δεν αποτελεί τυπική διαφωνία. Είναι ευθεία αμφισβήτηση της αξιολόγησης του πρώτου δικαστηρίου και αίτημα να επανακριθεί από την αρχή η αξιοπιστία, η συνοχή και η βαρύτητα των στοιχείων. Η έφεση ζητά την εξαφάνιση της αθωωτικής απόφασης και την κήρυξη ενοχής για όλες τις αποδιδόμενες πράξεις, περιλαμβανομένης και κατηγορίας ενδοοικογενειακής απειλής.
Οι κατηγορίες που παραμένουν στο κέντρο της επανεκδίκασης
Στο επίκεντρο παραμένουν οι ίδιες βαριές κατηγορίες που είχαν τεθεί εξαρχής, δηλαδή καταγγελίες για γενετήσιες πράξεις και κατάχρηση σε βάρος ανήλικης, με επιμέρους αναφορές σε ηλικιακά όρια κάτω των 12 ετών και από 12 έως 14 ετών, καθώς και κατηγορία ενδοοικογενειακής απειλής, που χρονικά τοποθετείται στις 5-11-2019.
Η εισαγγελική πλευρά δεν περιορίζεται σε μια γενική επίκληση “εσφαλμένης κρίσης”. Αντίθετα, περιγράφει συγκεκριμένες παραλείψεις και στρεβλώσεις στην εκτίμηση του υλικού, υποστηρίζοντας ότι, αν όλα σταθμίζονταν ορθά, η κατάληξη θα έπρεπε να είναι ενοχή και όχι αθώωση.
Το κρίσιμο σημείο της έφεσης είναι η αξιολόγηση των καταθέσεων
Στον πυρήνα των λόγων έφεσης βρίσκεται η θέση ότι το δικαστήριο της πλειοψηφίας “δεν εκτίμησε καθόλου” ή δεν αξιολόγησε με επάρκεια τις 2 ανωμοτί καταθέσεις της ανήλικης, με ημερομηνίες 7-11-2019 και 23-1-2020. Η εισαγγελική προσέγγιση δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι οι περιγραφές χαρακτηρίζονται χωρίς αντιφάσεις και με σαφήνεια, με λεπτομέρειες για πράξεις και αντιδράσεις, καθώς και για το πώς η ανήλικη φέρεται να προσπάθησε να προστατευτεί χωρίς να προκαλέσει οικογενειακή κατάρρευση.
Σε υποθέσεις τέτοιας φύσης, το “βάρος” της κατάθεσης ενός ανηλίκου δεν μετριέται μόνο από την ένταση της περιγραφής, αλλά από τη διαδρομή της αφήγησης στον χρόνο, από τη συνοχή της, από τη σταθερότητα των βασικών σημείων και από το κατά πόσο η περιγραφή “κουμπώνει” με το υπόλοιπο υλικό. Η έφεση ουσιαστικά υποστηρίζει ότι ο πρώτος βαθμός δεν έκανε αυτόν τον σύνθετο έλεγχο, ή τον έκανε με τρόπο που υποβάθμισε την ουσία.
Η πραγματογνωμοσύνη που, κατά την έφεση, αγνοήθηκε
Κομβικός λόγος έφεσης είναι και η μη αξιολόγηση της από 30-1-2020 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης ψυχολόγου. Η εισαγγελική θέση, όπως αποτυπώνεται, είναι ότι η πραγματογνωμοσύνη περιγράφει ένα παιδί με καλή αντίληψη της πραγματικότητας, ώριμη σκέψη για την ηλικία του, επαρκή λόγο και χωρίς ενδείξεις ενεργού ψυχοπαθολογίας ή τάσεις κατασκευής ιστοριών, στοιχείο που, κατά την έφεση, μειώνει τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία των καταγγελιών.
Η έφεση επισημαίνει ακόμη ότι δεν εκτιμήθηκε ορθά ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης της 8-11-2019. Το σημείο τριβής, όπως περιγράφεται, είναι πως το πρώτο δικαστήριο φέρεται να θεώρησε ότι η ύπαρξη άθικτου παρθενικού υμένα αποκλείει ακόμη και την παραμικρή διείσδυση δακτύλων, άρα οδηγεί σε αμφισβήτηση της σχετικής καταγγελίας. Η εισαγγελική έφεση εμφανίζεται να απορρίπτει αυτή τη συλλογιστική ως μη ορθή αποδεικτική ανάγνωση, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε σε συμπέρασμα που δεν αντανακλά κατ’ ανάγκη το σύνολο της εικόνας.
Η κατηγορία της απειλής και η κατάθεση που, κατά την έφεση, παραμερίστηκε
Στους λόγους έφεσης περιλαμβάνεται και η θέση ότι δεν εκτιμήθηκε καθόλου η κατάθεση της μητέρας ως παθούσας στην πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής, με την αναφορά ότι στις 5-11-2019 δέχθηκε απειλή που την τρομοκράτησε. Η εισαγγελική πλευρά το αντιμετωπίζει ως στοιχείο που έπρεπε να σταθεί αυτοτελώς, ανεξάρτητα από την κύρια δέσμη των καταγγελιών, και να κριθεί με βάση τα δεδομένα της δίκης.
Γιατί, κατά την έφεση, η υπερασπιστική γραμμή δεν αρκούσε για αθώωση
Η υπερασπιστική θέση, όπως παρουσιάστηκε, στηρίχθηκε σε πλήρη άρνηση και σε ισχυρισμό ότι η καταγγελία ήταν κατασκευασμένη, με κίνητρο την αποχώρηση της μητέρας στο εξωτερικό μαζί με το ανήλικο παιδί που είχε αποκτήσει με τον 52χρονο. Η έφεση, όμως, δεν μένει στην παράθεση. Επιχειρεί να “ξηλώσει” την εσωτερική λογική του ισχυρισμού, παραθέτοντας σημεία που, κατά την εισαγγελική εκτίμηση, τον αποδυναμώνουν, όπως αντιφάσεις σε κρίσιμες λεπτομέρειες της αφήγησης του 52χρονου και πραγματικά γεγονότα που δεν ταιριάζουν με το υποτιθέμενο σχέδιο.
Η επανεκδίκαση στις 2-2-2026 θα κριθεί σε ένα πεδίο που είναι πάντα δύσκολο: την αποδεικτική σύνθεση. Το εφετείο καλείται να ακούσει, να διαβάσει και να σταθμίσει ξανά το υλικό, όχι ως αντίγραφο του πρώτου βαθμού, αλλά ως ανεξάρτητη κρίση. Αυτό σημαίνει ότι η αξιοπιστία, οι χρονικές ακολουθίες, η συνοχή των περιγραφών και η σχέση των ιατροδικαστικών και ψυχολογικών δεδομένων με τις καταγγελίες θα μπουν ξανά στο μικροσκόπιο.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου