Από την αγωγή του 16-12-2021 έως την απόφαση 3/2026 της Δημοτικής Επιτροπής, η υπόθεση εξελίσσεται σε δοκιμασία αντοχής για τα οικονομικά του Δήμου και για το νομικό αφήγημα γύρω από την κατάργηση των επιδομάτων από 01-01-2013
Σε έκτακτη συνεδρίαση με μικτό τρόπο, η δημοτική επιτροπή του Δήμου Ρόδου έβαλε την υπογραφή της σε μια απόφαση που μεταφέρει μια πολυετή δικαστική αντιπαράθεση στο ανώτατο επίπεδο, με αίτηση αναίρεσης προς τον Άρειο Πάγο.
Η υπόθεση αφορά αξιώσεις εργαζομένων του Δήμου για δώρα εορτών και επίδομα άδειας, τα οποία είχαν περικοπεί και στη συνέχεια καταργηθεί, με τους ενάγοντες να επιμένουν ότι η κατάργηση από 01-01-2013 είναι αντισυνταγματική, και τον Δήμο να επαναφέρει τώρα στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα ορισμένου της αγωγής και ορίων του δεδικασμένου.
Η απόφαση 3/2026 και το πολιτικό σήμα της προσφυγής
Η Δημοτική Επιτροπή αποφάσισε ομοφώνως να ασκηθεί η αίτηση αναίρεσης της 05-01-2026 κατά της απόφασης 652/2025 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και κατά των αναιρεσίβλητων που αναφέρονται στο δικόγραφο, εγκρίνοντας και το περιεχόμενό της. Παράλληλα δόθηκε εντολή και πληρεξουσιότητα στον έμμισθο δικηγόρο του Δήμου για τη σύνταξη και υπογραφή της αναίρεσης και σε δικηγόρο Αθηνών για την κατάθεσή της στον Άρειο Πάγο και τις αναγκαίες διαδικαστικές ενέργειες.
Το χρονικό μιας διεκδίκησης που δεν έμεινε σε 1 δικαστήριο
Η υπόθεση δεν γεννήθηκε το 2026. Η αφετηρία, όπως περιγράφεται στο υλικό της απόφασης, είναι η αγωγή της 16-12-2021, με αριθμό κατάθεσης 252/16-12-2021, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι είναι εργαζόμενοι του Δήμου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι οι αποδοχές τους διαμορφώνονται στο πλαίσιο του ενιαίου μισθολογίου. Το βασικό τους επιχείρημα ήταν πως οι περικοπές των επιδομάτων ξεκίνησαν από 01-01-2010 με μείωση 30% και κατέληξαν σε πλήρη κατάργηση από 01-01-2013, με τη θέση ότι η κατάργηση αυτή είναι αντισυνταγματική.
Σε επίπεδο αξιώσεων, η διεκδίκηση περιγράφεται με συγκεκριμένα ποσά για τα έτη 2020 και 2021, κατά κανόνα 2.000€ ανά εργαζόμενο για επίδομα άδειας και δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, με επιμέρους διαφοροποιήσεις για ορισμένους ενάγοντες. Το Ειρηνοδικείο Ρόδου εξέδωσε την απόφαση 49/2024, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη και κάνοντας εν μέρει δεκτή την κύρια βάση της, διατάσσοντας καταβολές με νόμιμο τόκο και κηρύσσοντας την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη.
Ο Δήμος άσκησε έφεση στις 26-04-2024 και η υπόθεση πέρασε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο με την απόφαση 652/2025 απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας στην ουσία τη γραμμή ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση. Αυτό το σημείο είναι το κρίσιμο πέρασμα που οδήγησε τώρα στην επιλογή της αναίρεσης.
Το «δεδικασμένο» ως μοχλός πίεσης και ως πεδίο σύγκρουσης
Στην καρδιά της υπόθεσης υπάρχει η αναφορά σε προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση 10/2019 του Ειρηνοδικείου Ρόδου, που αφορούσε προηγούμενα χρονικά διαστήματα και κρίθηκε ότι παράγει δεδικασμένο, στοιχείο που, σύμφωνα με το σκεπτικό που αποτυπώνεται στο υλικό, επηρέασε την κρίση στην επόμενη δίκη. Η ύπαρξη μιας τελεσίδικης κρίσης λειτουργεί πρακτικά σαν επιταχυντής. Μειώνει την αβεβαιότητα για τους ενάγοντες και πιέζει τον Δήμο να μεταφέρει τη μάχη σε ανώτερο επίπεδο, ειδικά όταν το διακύβευμα δεν είναι μόνο τα συγκεκριμένα ποσά αλλά και η ευρύτερη νομολογιακή επίδραση.
Ταυτόχρονα, η επιχειρηματολογία της αίτησης αναίρεσης όπως ενσωματώνεται στην εισήγηση, δείχνει ότι ο Δήμος επιχειρεί να «κόψει» τη δεσμευτικότητα που αποδόθηκε στο δεδικασμένο, υποστηρίζοντας ότι η κρίση περί αντισυνταγματικότητας δεν παράγει δεδικασμένο με την ίδια έννοια που παράγει μια κρίση για ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης ή δικαιώματος. Με άλλα λόγια, ο Δήμος δεν αμφισβητεί απλώς το αποτέλεσμα, αμφισβητεί τον τρόπο που το αποτέλεσμα θεμελιώθηκε και μεταφέρθηκε ως δεδομένο στη νέα δίκη.
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης και το «όριο 3.000€» που αλλάζει τον υπολογισμό
Ένα από τα πιο τεχνικά αλλά καθοριστικά σημεία αφορά στο άρθρο 16 του ν. 4024/2011 και τη σύνδεση των επιδομάτων με το όριο των 3.000€ μηνιαίων αποδοχών σε δωδεκάμηνη βάση. Η θέση που αναπτύσσεται είναι ότι τα επιδόματα δεν χορηγούνται αυτομάτως σε όλους, αλλά υπό προϋποθέσεις. Ειδικά, αν με την καταβολή των επιδομάτων οι αποδοχές υπερβαίνουν το όριο, τότε τα επιδόματα μειώνονται και καταβάλλονται μέχρι το πλαφόν. Ο Δήμος υποστηρίζει ότι στην αγωγή δεν εξειδικεύτηκε επαρκώς αν στο όριο που επικαλούνται οι ενάγοντες περιλαμβάνονται και τα αιτούμενα επιδόματα, άρα υπήρχε ζήτημα ορισμένου.
Η πρακτική σημασία είναι απλή και πολιτικά εκρηκτική. Αν το ανώτατο δικαστήριο δεχθεί ότι απαιτείται τέτοια εξειδίκευση για το παραδεκτό και το ορισμένο, τότε δεν κρίνεται μόνο η συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά επαναχαράσσονται οι κανόνες του παιχνιδιού για αντίστοιχες αγωγές. Για έναν Δήμο, αυτό μεταφράζεται σε διαφορετικό επίπεδο κινδύνου, τόσο σε πιθανές καταβολές όσο και σε δυνατότητα άμυνας με διαδικαστικά όπλα.
Τι διακυβεύεται οικονομικά και θεσμικά για τον Δήμο
Τα ποσά που περιγράφονται αφορούν κυρίως στα έτη 2020 και 2021, με τυπικό αίτημα 2.000€ ανά εργαζόμενο και με ειδικές διαφοροποιήσεις για ορισμένους. Όμως το πραγματικό διακύβευμα δεν περιορίζεται στο άθροισμα των συγκεκριμένων καταβολών. Στο παρασκήνιο υπάρχει το ερώτημα αν η δικαστική κρίση θα λειτουργήσει ως οδηγός για περαιτέρω διεκδικήσεις, είτε χρονικά είτε ως προς ομάδες εργαζομένων. Ακόμη και όταν τα ποσά ανά άτομο μοιάζουν διαχειρίσιμα, η πολλαπλασιαστική δυναμική μιας τέτοιας υπόθεσης μπορεί να πιέσει έναν δημοτικό προϋπολογισμό.













