• Απορρίφθηκε το αίτημα να παγώσει η ποινή κάθειρξης 5 ετών έως την κρίση του Αρείου Πάγου, ενώ αρνητική ήταν η απάντηση και σε ξεχωριστό αίτημα συγκατηγορούμενης στην ίδια δικογραφία, με την υπεράσπιση να επιμένει σε ζητήματα υγείας και ανεπανόρθωτης βλάβης
Η υπόθεση που στη Ρόδο έχει ταυτιστεί για σχεδόν 2 δεκαετίες με το αποκαλούμενο σκάνδαλο μαμούθ της πρώην Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, σήμερα Alpha Bank, μπήκε ξανά στο προσκήνιο με επίκεντρο όχι την ουσία της δικογραφίας αλλά το πιο άμεσο και ανθρώπινο διακύβευμα, την ελευθερία και τις συνθήκες ζωής ενός καταδικασθέντος.
Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων (προεδρική διαδικασία) απέρριψε χθες το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής που υπέβαλε 68χρονος Έλληνας κρατούμενος, συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος, ο οποίος εκτίει ποινή κάθειρξης 5 ετών και έχει ήδη ανοίξει την αναιρετική οδό στον Άρειο Πάγο. Στην ίδια διαδικαστική συγκυρία απορρίφθηκε και ακόμη ένα αίτημα που κατέθεσε συγκατηγορούμενή του, στην ίδια υπόθεση, επιβεβαιώνοντας ότι το δικαστήριο κινήθηκε σε αυστηρή γραμμή ως προς τη μεταβολή της εκτέλεσης των ποινών.
Η απόφαση που κράτησε σε ισχύ την εκτέλεση της ποινής
Το επίδικο αίτημα στόχευε να παγώσει η εκτέλεση της ποινής μέχρι να κριθεί η αναίρεση που έχει κατατεθεί στον Άρειο Πάγο και έχει προσδιοριστεί για τον Απρίλιο του 2026. Στην πράξη, η αναστολή θα λειτουργούσε ως μια προσωρινή ασπίδα για τον καταδικασθέντα, ώστε να μην συνεχιστεί η κράτηση όσο εκκρεμεί ο αναιρετικός έλεγχος. Το δικαστήριο, όμως, δεν έκανε δεκτή την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε, κρίνοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να ανασταλεί η ποινή στο συγκεκριμένο στάδιο.
Στον πυρήνα του αιτήματος τέθηκε η κατάσταση υγείας του 68χρονου. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι υπάρχουν σοβαρά ζητήματα που επιδεινώνονται στο περιβάλλον κράτησης και ότι η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής προκαλεί κίνδυνο που δεν μπορεί να αποκατασταθεί εκ των υστέρων.
Στο πλαίσιο αυτό περιγράφηκαν χρόνια γενικευμένη αγχώδης διαταραχή με εκδηλώσεις επεισοδιακού πανικού και έντονων μυοσπασμών. Επίσης αναφέρθηκε εγκεφαλικό επεισόδιο, με τον ισχυρισμό ότι η κράτηση συνέβαλε στην επιβάρυνση. Παράλληλα προβλήθηκε χρόνιο αναπνευστικό πρόβλημα, με διάγνωση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, περιγραφές παρόξυνσης με υποξυγοναιμία και ανάγκη οξυγονοθεραπείας. Στο ίδιο πακέτο αναφορών εντάχθηκαν μυοσπασμοί σε πρόσωπο, κεφαλή και άνω άκρα, κινητικές διαταραχές, διαταραχές μνήμης και ύπνου, καθώς και οσφυοϊσχιαλγία λόγω εκφυλιστικών αλλοιώσεων και δισκοκηλών.
Η συνολική εικόνα που επιχειρήθηκε να δοθεί ήταν ότι απαιτείται σταθερή ιατρική παρακολούθηση, ηρεμία και άμεση πρόσβαση σε ιατρικές πράξεις, προϋποθέσεις που, κατά τους ισχυρισμούς, δεν διασφαλίζονται επαρκώς στο πλαίσιο της κράτησης. Το δικαστήριο, ωστόσο, κατέληξε σε απόρριψη, στέλνοντας το μήνυμα ότι τα δεδομένα που τέθηκαν δεν αρκούν για να ενεργοποιήσουν την εξαιρετική διαδικασία της αναστολής.
Πέρα από την υγεία, στο αίτημα αναπτύχθηκε και η διάσταση της οικογενειακής και οικονομικής επιβάρυνσης, με την υπεράσπιση να προβάλλει ότι η συνέχιση της κράτησης προκαλεί δυσανάλογο πλήγμα τόσο στον ίδιο όσο και στο οικογενειακό περιβάλλον. Επιπλέον προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι δεν έχει άλλη εμπλοκή με τη δικαιοσύνη, ενώ δόθηκε έμφαση στη μεγάλη χρονική απόσταση από την τέλεση των πράξεων που αποδόθηκαν, περίπου 18 έτη.
Η απόρριψη της αναστολής, πάντως, δεν προδικάζει την τύχη της αναίρεσης. Αποτυπώνει όμως ότι, μέχρι να υπάρξει απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου, η εκτέλεση της ποινής συνεχίζεται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για έναν κρατούμενο με βεβαρημένο ιατρικό φάκελο, όπως αυτός περιγράφηκε από την υπεράσπιση.
Η καρδιά της δικογραφίας και το οικονομικό αποτύπωμα της υπόθεσης
Η δικογραφία που σημάδεψε την τοπική κοινωνία συνδέθηκε με δανειοδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στηρίχθηκαν σε ψευδή στοιχεία και δικαιολογητικά αμφίβολης γνησιότητας. Τα αδικήματα που αποδόθηκαν περιελάμβαναν συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης από κοινού, πλαστογραφία με σκοπούμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ από κοινού και απάτη με ζημία άνω των 120.000 ευρώ από κοινού. Η ουσία της υπόθεσης, όπως έχει περιγραφεί, ήταν η υποβολή ψευδών στοιχείων για την εξασφάλιση δανείων συνολικού ύψους 2.257.022 ευρώ, με χορηγήσεις από υποκαταστήματα στη Ρόδο και συνδέσεις με αγορές ακινήτων και αγροτεμαχίων.
Η υπόθεση ξεκίνησε από καταγγελία στις 26 Μαρτίου 2007 στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, από σύμβουλο της Διεύθυνσης Επιθεώρησης της τράπεζας. Στον έλεγχο καταγράφηκαν αμφιβολίες για δηλωθέντα εισοδήματα, για την ύπαρξη και λειτουργία επιχειρήσεων που εμφανίζονταν ως εργοδότες, για στοιχεία διευθύνσεων, αλλά και για καθυστερήσεις στην αποπληρωμή μετά την εκταμίευση.
Στην προανάκριση περιγράφηκαν πρακτικές προσέγγισης προσώπων με οικονομική ανάγκη και υποσχέσεις αμοιβών 20.000 ευρώ ή 5.000 ευρώ για συμμετοχή σε αίτηση δανείου, ενώ αποτυπώθηκε και η εικόνα μεταφοράς εκταμιευθέντων ποσών σε λογαριασμό ταμιευτηρίου με δικαιούχο κατηγορούμενο, στοιχείο που, κατά την αποτύπωση της δικογραφίας, ενίσχυσε την υπόνοια κεντρικής διαχείρισης των ροών χρήματος.
Η απόρριψη και του αιτήματος συγκατηγορούμενης και το μήνυμα της έδρας
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, πέρα από το αίτημα του 68χρονου, το δικαστήριο απέρριψε και ακόμη ένα αίτημα που υπέβαλε συγκατηγορούμενή του στην ίδια υπόθεση. Η παράλληλη αυτή απόρριψη ενισχύει την εικόνα ότι η έδρα αντιμετώπισε συνολικά τις παρεμβάσεις που ζητούσαν μεταβολή στην εκτέλεση των ποινών με αυστηρό κριτήριο, χωρίς να ανοίξει παράθυρο προσωρινής ανακούφισης για κανέναν από τους αιτούντες.
Την υπόθεση χειρίζονται οι δικηγόροι Άκης Δημητριάδης και Βασίλης Μπέης.













