• Ο Δήμος Ρόδου ζητά αλλαγή στον Κώδικα Δικηγόρων • Θεσμική σύγκρουση για τις γνωμοδοτήσεις
Η σχέση ανάμεσα στη νομική γνωμοδότηση και την ποινική ευθύνη ανοίγει ξανά έναν δύσκολο θεσμικό διάλογο που αγγίζει την καρδιά της δημόσιας διοίκησης. Όταν οι νομικοί σύμβουλοι ενός Δήμου καλούνται να υποστηρίξουν με επιστημονική επάρκεια την κανονικότητα των πράξεων της διοίκησης, η οριοθέτηση του ρόλου τους είναι κρίσιμη όχι μόνο για την υπηρεσιακή τάξη αλλά και για τη δημοκρατική λειτουργία των αιρετών οργάνων.
Στη Ρόδο, το ζήτημα παίρνει πλέον χαρακτήρα ανοικτής θεσμικής αντιπαράθεσης, καθώς ο Δήμος Ρόδου δια του δημάρχου κ. Αλέξανδρου Κολιάδη, με επιστολή του προς την Κεντρική Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου, διατείνεται ότι ποινικές ενέργειες εναντίον νομικών συμβούλων στηρίζονται αποκλειστικά στο περιεχόμενο γνωμοδοτήσεων, οι οποίες κατά τον ίδιο δεν δεσμεύουν το αποφασίζον όργανο.
Η επιστολή που ακολουθεί, με ημερομηνία 11/02/2026, αποτυπώνει μια θέση με σαφή πολιτική και διοικητική φόρτιση. Περιγράφει συγκεκριμένες δικονομικές κινήσεις, μιλά για διαπόμπευση, για κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης μέσα στον Δήμο και για πρακτική που, όπως αναφέρεται, δυσχεραίνει στο έπακρο τη λήψη αποφάσεων.
Παράλληλα, διατυπώνει αίτημα για ρητή αναθεώρηση του άρθρου 160 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ώστε να αποσαφηνιστεί η μη ευθύνη των δικηγόρων που υπηρετούν νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα όταν εκφέρουν γνώμη στο πλαίσιο των καθηκόντων τους.
Αυτούσια η επιστολή
ΘΕΜΑ : Ευθύνη Νομικών Συμβούλων για γνωμοδοτήσεις σε Ν.Π.Δ.Δ.
Ιδιαίτερα σημαντική υπηρεσία του Δήμου Ρόδου, όπως και σε όλους τους υπόλοιπους Δήμους της Ελλάδας, είναι η Νομική Υπηρεσία, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 6 της υπ’ αρ. 4114/2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης (ΦΕΚ 3159 Β730-12-2011) έχει τις εξής αρμοδιότητες:
«Η Νομική Υπηρεσία παρέχει νομική υποστήριξη προς τα αιρετά όργανα του Δήμου και τις δημοτικές υπηρεσίες για την προώθηση των επιδιώξεων/ στόχων/ συμφερόντων του Δήμου. Ειδικότερα η Υπηρεσία:
1. Παρέχει νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις προς τα πολιτικά όργανα διοίκησης του Δήμου (Δημοτικό Συμβούλιο, Επιτροπές, Δήμαρχος κλπ.) διασφαλίζοντας το νομότυπο των πράξεων του Δήμου.
2. Παρέχει νομικές συμβουλές και κατευθύνσεις προς τις επί μέρους υπηρεσίες του Δήμου, για την διασφάλιση του νομότυπου των δράσεων τους.
3. Επεξεργάζεται και γνωμοδοτεί για πράξεις της δημόσιας διοίκησης που αφορούν το Δήμο.
4. Επεξεργάζεται και ελέγχει νομικά όλες τις συμβάσεις που συνάπτει ο Δήμος με τρίτους, καθώς και τις προκηρύξεις του Δήμου για την ανάθεση έργων, προμηθειών και υπηρεσιών σε τρίτους.
5. Εκπροσωπεί τον Δήμο σε νομικές υποθέσεις εντός και εκτός των Δικαστηρίων και των Διοικητικών Αρχών, για την προάσπιση των συμφερόντων του Δήμου.
6. Παρακολουθεί την σχετική νομοθεσία και νομολογία και τηρεί και επικαιροποιεί αρχείο με τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που ενδιαφέρουν το Δήμο.
7. Τηρεί το αναγκαίο αρχείο εγγράφων και πληροφοριών για τις ανάγκες της Νομικής Υπηρεσίας. Όλες τις ανωτέρω υπηρεσίες η Νομική Υπηρεσία τις παρέχει και στα ιδρύματα και στα νομικά πρόσωπα του Δήμου.»
Σε συνέχεια των συνεχόμενων διώξεων των αιρετών για παράβαση καθήκοντος, το τελευταίο χρονικό διάστημα η Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου επεκτάθηκε και στις εξής ενέργειες: στην άσκηση ποινικής δίωξης κατά νομικού συμβούλου του Δήμου Ρόδου για άμεση συνέργεια σε παράβαση καθήκοντος, στηριζόμενη μόνο σε γνωμοδότηση, που παρείχε κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του σχετικά με τη λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά και σε κλήση σε έτερο νομικό σύμβουλο του Δήμου Ρόδου, προκειμένου να καταθέσει ανωμοτί ως ύποπτος για το αδίκημα της άμεσης συνέργειας και ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, στηριζόμενη πάλι μόνο σε γνωμοδότηση, που παρείχε κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του σχετικά με τη λειτουργία έτερου καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Οι ανωτέρω νομικοί σύμβουλοι διώκονται ή καλούνται να παρέχουν εξηγήσεις ως ύποπτοι τέλεσης εγκληματικών πράξεων για επιστημονική γνώμη που διατύπωσαν, μη δεσμευτική για το αποφασίζον όργανο, με την οποία επιστημονική γνώμη δεν συμφωνεί η Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου, απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, που να τους συνδέει με τα αναφερόμενα ποινικά αδικήματα.
Πέραν της διαπόμπευσης του προσώπου των ανωτέρω νομικών συμβούλων οι ανωτέρω ενέργειες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου συνιστούν ξεκάθαρη παρέμβαση στην λειτουργία του Δήμου Ρόδου διαρρηγνύοντας, όπως είναι φυσιολογικό, τη σχέση εμπιστοσύνης των οργάνων του Δήμου με τους ανωτέρω, καθόσον φέρονται ως κατηγορούμενοι ή ύποπτοι τέλεσης αξιόποινων πράξεων και δυσχεραίνοντας στο έπακρο τη λήψη οποιοσδήποτε απόφασης.
Επιπλέον παρεμποδίζουν την ελεύθερη άσκηση των επιστημονικών καθηκόντων των νομικών συμβούλων, όσον αφορά την παροχή γνωμοδοτήσεων υπό το φόβο της διαφορετικής επιστημονικής άποψης του τυχόν διερευνούντος την υπόθεση Εισαγγελικού Λειτουργού και παρουσιάζουν τον Δήμο Ρόδου, στη κοινή γνώμη, ως εγκληματική οργάνωση με συμβουλευτική και εκτελεστική δομή, άμεσους και απλούς συνεργούς, φυσικούς αυτουργούς και ηθικούς αυτουργούς.
Ως εκ των ανωτέρω θεωρούμε σκόπιμη αφενός την αναθεώρηση του Κώδικα περί Δικηγόρων, και ειδικότερα του άρθρου 160 στο οποίο θα πρέπει ρητά να αναφέρεται ότι οι δικηγόροι που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους δεν ευθύνονται, δεν διώκονται και δεν εξετάζονται για γνώμη που διατύπωσαν ή πράξη που διενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Δίωξη επιτρέπεται κατόπιν εγκλήσεως μόνο για συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση ή παραβίαση του απορρήτου, όπως αυτή ίσχυε μέχρι πρότινος. Αφετέρου θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι τα διοικητικά όργανα του Δήμου Ρόδου είναι συγκεκριμένα και ορίζονται από τη νομοθεσία, ασκούν τα καθήκοντά τους με ευσυνειδησία και δεν είναι δυνατόν να ενεργούν και να λαμβάνουν αποφάσεις υπό το φόβο διώξεων.
Ο Δήμαρχος Ρόδου
Αλέξανδρος Βασίλειος Κολιάδης».















