Με ειδική αναφορά στο Καστελλόριζο, τη Νίσυρο, το Αγαθονήσι και τα μικρά νησιά της Δωδεκανήσου, τοποθετήθηκε ο Βουλευτής Δωδεκανήσου του ΠΑΣΟΚ και Υπεύθυνος του ΚΤΕ Ανάπτυξης του Κόμματος Γιώργος Νικητιάδης, στην Ολομέλεια του Παγκόσμιου Κοινοβουλευτικού Δικτύου του ΟΟΣΑ, την Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026, στο Παρίσι. Ο κ. Νικητιάδης συμμετέχει στις εργασίες ως μέλος της διμελούς ελληνικής αντιπροσωπείας, ενώ είχε τον ρόλο του κεντρικού συνομιλητή της ελληνικής αποστολής στη θεματική συζήτηση για τη στήριξη της εθνικής ανταγωνιστικότητας μέσα από τον μετασχηματισμό των παραμελημένων περιοχών.
Στην τοποθέτηση του ο κ. Νικητιάδης ανέδειξε τη Δωδεκάνησο ως χαρακτηριστική περίπτωση άνισης ανάπτυξης εντός της ίδιας νησιωτικής περιφέρειας. Όπως τόνισε, η περιοχή εκτείνεται από το μικρό Αγαθονήσι έως το ακριτικό Καστελλόριζο, με ακόμη δεκαπέντε κατοικημένα νησιά ανάμεσά τους. Παρά το γεγονός ότι η Ρόδος και η Κως διαθέτουν διεθνή αεροδρόμια, υποδέχονται εκατομμύρια επισκεπτών και συνδέονται καθημερινώς με την Αθήνα, αρκετά μικρότερα νησιά εξακολουθούν να μένουν ακόμη και για ημέρες απομονωμένα, εξαιτίας της έλλειψης ακόμη και στοιχειώδους συγκοινωνιακής σύνδεσης.
Ο Βουλευτής Δωδεκανήσου του ΠΑΣΟΚ υπογράμμισε ότι η ταχεία ανάπτυξη της Ρόδου και της Κω κατά τις τελευταίες δεκαετίες δεν συνοδεύθηκε από αντίστοιχη πρόοδο για τα μικρότερα νησιά, τα οποία, παρότι συμμετέχουν με μικρό μερίδιο στην τουριστική κίνηση της περιοχής, δεν απολαμβάνουν ανάλογο επίπεδο ανάπτυξης ούτε αντίστοιχες συνθήκες διαβίωσης. Όπως επισήμανε, αυτή η ανισορροπία εξηγεί και τη δραματική πληθυσμιακή συρρίκνωση που παρατηρείται σε ορισμένα νησιά.
Ενδεικτικώς ανέφερε ότι η Νίσυρος, η οποία το 1950 αριθμούσε 2.327 κατοίκους, σήμερα έχει περίπου 1.000, καταγράφοντας μείωση της τάξεως του 57%. Αντιστοίχως, το Καστελλόριζο, που στις αρχές του 20ού αιώνα είχε 8.000 έως 10.000 κατοίκους, σήμερα έχει χειμερινό πληθυσμό που μόλις προσεγγίζει τους 200 κατοίκους. Αντιθέτως, η Κως, από 19.000 κατοίκους το 1950, αριθμεί πλέον πάνω από 40.000, εξέλιξη που, όπως τόνισε, αποτυπώνει τη σχέση μεταξύ ανάπτυξης, αυξημένων εισοδημάτων και καλύτερων συνθηκών ζωής.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Νικητιάδης στη Νίσυρο, υπογραμμίζοντας ότι διαθέτει ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα, το ηφαιστειακό της τοπίο. Όπως σημείωσε, εάν η Πολιτεία, παραλλήλως με τις επενδύσεις που έγιναν στην Κω σε λιμάνια, αεροδρόμια και άλλες βασικές υποδομές, εξασφάλιζε αντίστοιχη μέριμνα και για τη Νίσυρο, το νησί θα μπορούσε να προσελκύσει πολύ περισσότερους επισκέπτες και ερευνητές, ενώ συνολικώς θα ωφελείτο και η ευρύτερη περιοχή, με αύξηση της τουριστικής κίνησης και των δημοσίων εσόδων.
Ο κ. Νικητιάδης κατέστησε σαφές ότι δεν ανέδειξε τα Δωδεκάνησα για λόγους τοπικής προβολής, αλλά διότι συνιστούν κλασική περίπτωση περιοχών που έχουν μείνει πίσω αναπτυξιακώς, ενώ θα μπορούσαν, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να συμβάλουν πολύ περισσότερο στην εθνική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε, όταν το κράτος στηρίζει μια περιοχή με δημόσιες επενδύσεις ή κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις, να προβλέπονται ταυτοχρόνως τρία πράγματα: πρώτον, μελέτη των θετικών και αρνητικών επιπτώσεων στις γειτονικές περιοχές, δεύτερον, λήψη μέτρων για τον μετριασμό των συνεπειών της άνισης ανάπτυξης μέσα στην ίδια περιφέρεια και τρίτον, παράλληλο σχέδιο ανάπτυξης και για τα μικρότερα νησιά που μένουν πίσω.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Γιώργος Νικητιάδης υπογράμμισε ότι κάθε τόπος έχει το δικό του μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση, μπορεί να μετατραπεί και σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Τόνισε, ακόμη, ότι καμία περιοχή δεν μπορεί να αναπτυχθεί μόνη της, εάν δεν υπάρχουν δημόσιες επενδύσεις που να διασφαλίζουν καθημερινή συγκοινωνιακή και επικοινωνιακή σύνδεση με τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς και βασικές υποδομές ύδρευσης, αποχέτευσης, υγειονομικής κάλυψης και γενικότερα στοιχειώδεις όρους αξιοπρεπούς διαβίωσης. Όπως χαρακτηριστικώς ανέφερε, «να μη ξεχνάμε ότι για τις παραμελημένες περιοχές δεν ευθύνεται ο Θεός άλλα εμείς οι άνθρωποι που τις δημιουργήσαμε».














