«Πέφτουν» ως αντισυνταγματικά, με δικαστικές αποφάσεις, τα πρόστιμα της Εφορίας που αφορούν φορολογικές υποθέσεις και παραβάσεις παλαιότερων ετών, στις οποίες έγιναν αναδρομικοί έλεγχοι, που παρέμειναν «ζωντανοί» χάρη στις συνεχείς παρατάσεις που έδινε το υπουργείο Οικονομικών στα χρονικά όρια της παραγραφής τους.

Η Δικαιοσύνη θεωρεί ότι οι υποθέσεις αυτές έχουν καλυφθεί με το πέπλο της παραγραφής και κρίνει ότι δεν είναι συνταγματικά ανεκτή η συνεχής επί χρόνια παράταση της παραγραφής, ούτε η άνιση διαιώνιση των φοροελέγχων, επειδή οι φορολογικές αρχές έχουν ελλείψεις και προβλήματα δυσλειτουργίας.
Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που έδιναν τη δυνατότητα αναδρομικών ελέγχων για παραβάσεις και υποθέσεις φοροδιαφυγής που «έτρεχαν» από το 2000 βρίσκονται ουσιαστικά «στον αέρα» και μαζί τους οι σχετικές φορολογικές έρευνες και οι συνακόλουθες κυρώσεις (πρόστιμα κ.λπ.), ύστερα από εφετειακές αποφάσεις-σοκ τις οποίες το Δημόσιο προσπαθεί να ανατρέψει τώρα προσφεύγοντας στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Οι δικαστικές αποφάσεις αποκρούουν ως αντισυνταγματική την επέκταση του χρόνου παραγραφής και πέραν της 6ετίας για τους επίμαχους ελέγχους, φθάνοντας ακόμα και τη 12ετία. Αμφισβητούν ουσιαστικά τη δυνατότητα των φορολογικών αρχών να διαιωνίζουν (με συνεχείς παρατάσεις) το αναδρομικό αυτό «ξεσκόνισμα» παλαιότερων υποθέσεων μόνο και μόνο επειδή οι σχετικοί μηχανισμοί είναι χρονοβόροι και αναποτελεσματικοί, λόγω γραφειοκρατίας, ελλιπούς στελέχωσης και υποδομής κ.λπ.
Ετσι «μπλοκάρεται» στην πράξη η δυνατότητα διενέργειας ελέγχων και επιβολής προστίμων σε παλαιότερες υποθέσεις όπου διερευνώνται τυχόν φοροδιαφυγή ή άλλου είδους παραβάσεις (όπως στις γνωστές κατά καιρούς «λίστες» του παρελθόντος), καθώς οι έρευνες αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν σε επιβολή προστίμων και προσαυξήσεων, σε προσδιορισμό ΦΠΑ κ.λπ. εφόσον έχουν περάσει πάνω από 6 χρόνια από τη σχετική παράβαση.
Παράλληλα, με άλλες αποφάσεις «μπλοκάρεται» και η δυνατότητα αναδρομικής φορολόγησης και περιουσιακών στοιχείων που μεταφέρθηκαν με εμβάσματα στο εξωτερικό πριν από τον Σεπτέμβριο του 2010 (οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 3888/10), αφού ?κατά τα δικαστήρια? ο νόμος επιτρέπει να φορολογηθούν ως προσαύξηση περιουσίας τα κεφάλαια που σχηματίστηκαν μετά τις 30-9-10 και όχι νωρίτερα.
Οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από διάφορα Διοικητικά Εφετεία της χώρας έχουν προκαλέσει τεράστιο «πονοκέφαλο» στο οικονομικό επιτελείο και στις αρμόδιες φορολογικές αρχές, που βλέπουν να «δένονται» τα χέρια τους γύρω από αναδρομικούς ελέγχους για τη φορολόγηση πολλών χιλιάδων πολιτών και επιχειρήσεων. Κι αυτό γιατί αμφισβητείται παράλληλα και η μετακύλιση του βάρους απόδειξης στον πολίτη για να βεβαιώσει ότι δεν είναι φοροφυγάς.
Ηδη το Δημόσιο έσπευσε να προσβάλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας κάποιες από τις εφετειακές αυτές αποφάσεις, ελπίζοντας στην ανατροπή τους μετά το φθινόπωρο σε σχετική «πιλοτική δίκη», γιατί αλλιώς θα καταπέσουν χιλιάδες έλεγχοι και πρόστιμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αναζήτηση μεγάλων κονδυλίων και εσόδων από τυχόν φοροδιαφυγή και παραβάσεις του παρελθόντος.
Αν το ΣτΕ συμφωνήσει με τα Δ. Εφετεία και π.χ. «κλείσει» το «παράθυρο» των αλλεπάλληλων παρατάσεων για τις έρευνες, όρια της παραγραφής κ.λπ., τότε οι έλεγχοι, τα πρόστιμα και τα προσδοκώμενα έσοδα θα βρεθούν «στον αέρα». Αντίθετα, αν ανατρέψει τις εφετειακές αποφάσεις για την παραγραφή, για τα εμβάσματα που προσαυξάνουν την περιουσία κ.λπ., τότε θα «ανάψει πράσινο» για συνέχιση των φορολογικών ελέγχων και των προστίμων.
Οι εφετειακές αποφάσεις θέτουν ζήτημα νομιμότητας για το άνισο χρονικό «ξεχείλωμα» των ελέγχων και της παραγραφής των αξιώσεων του κράτους γύρω από τη φορολογία εισοδήματος. Η νομοθεσία των προηγούμενων ετών όριζε ότι ο έλεγχος και η κοινοποίηση του φύλλου ελέγχου και του προστίμου προς τον φορολογούμενο έπρεπε να γίνουν μέσα σε μία 5ετία από το τέλος της επόμενης διαχειριστικής περιόδου, κατά την οποία έγινε η παράβαση (δηλαδή το πολύ σε 6 χρόνια). Επειδή, όμως, οι σχετικοί έλεγχοι δεν προλάβαιναν στην πράξη να γίνουν, με σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων δόθηκαν κάθε χρόνο (μετά το 2008) ετήσιες παρατάσεις στους ελέγχους και στην επιβολή προστίμων.
Ετσι, ενώ για τις φορολογικές παραβάσεις του 2000 έπρεπε να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι και τα πρόστιμα μέχρι την έναρξη του 2007, νομοθετική ρύθμιση παρέτεινε για ακόμα ένα έτος την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου για φόρους, τέλη, εισφορές. Αντίστοιχη ρύθμιση επαναλήφθηκε και τα επόμενα χρόνια με παρατάσεις που έφεραν την παραγραφή μέχρι το 2014 και οι φορολογικές αρχές θεώρησαν ότι μπορούν μέχρι τότε να ελέγχουν χρήσεις του 2009 κ.λπ.
Ωστόσο οι αποφάσεις του Δ. Εφετείου δέχθηκαν ότι η παράταση της παραγραφής μέχρι τα τέλη του 2007 και του 2008 μπορούσε να αφορά μόνο τους ελέγχους για παραβάσεις του 2000 και του 2001. Δέχθηκαν δηλαδή ότι η ετήσια παράταση αφορούσε ξεχωριστά την 5ετή παραγραφή κάθε επόμενης διαχειριστικής περιόδου. Ετσι μέχρι τα τέλη του 2009 μπορούσαν να παραταθούν οι έλεγχοι του 2002, μέχρι το 2010 οι έλεγχοι του 2003 κ.ο.κ., με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμοι οι έλεγχοι για προηγούμενες χρονιές, ούτε τα σχετικά πρόστιμα.
Στη βασικότερη λόγω και οικονομικού μεγέθους υπόθεση, το Δ. Εφετείο ακύρωσε πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ και φύλλα ελέγχου (που αφορούσαν πρόστιμα που μαζί με τις προσαυξήσεις ξεπερνούσαν τα 12 εκατ. ευρώ), καθώς οι παραβάσεις που καταλογίστηκαν σε εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών φέρονται να έγιναν το 2000 και το 2001, ενώ οι σχετικοί έλεγχοι ολοκληρώθηκαν το 2010 με την επιβολή χρηματικών κυρώσεων, δηλαδή μερικά χρόνια μετά τη λήξη της 5ετούς παραγραφής και της ετήσιας παράτασης που δόθηκε με νόμο.
Κατά το Δ. Εφετείο, αν οι 6 διαδοχικές παρατάσεις της παραγραφής που δόθηκαν με νόμους αφορούσαν όλες τις φορολογικές υποθέσεις του παρελθόντος (2000, 2001 κ.λπ.), τότε θα παραβιάζονταν οι συνταγματικές αρχές που κατοχυρώνουν την ισότητα, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών κ.λπ. Γιατί οι έλεγχοι για το 2001 θα μπορούσαν τότε να κρατήσουν 13 χρόνια, ενώ 12 χρόνια για το 2002, 11 χρόνια για το 2003 κ.ο.κ., χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί μια τέτοια άνιση μεταχείριση από λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Σε καμία δε περίπτωση -τονίζει το δικαστήριο- δεν μπορεί να θεωρηθούν ως τέτοιοι λόγοι η αναποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών της Εφορίας, η δυσλειτουργία του φορολογικού συστήματος, η καθυστέρηση των διαδικασιών μηχανογράφησης, ηλεκτρονικού ελέγχου κ.λπ.
Ο αντίλογος του Δημοσίου
Το Δημόσιο από την πλευρά του, προσπαθώντας να ανατρέψει το σοβαρό εφετειακό «μπλόκο», παραδέχεται ότι οι έλεγχοι ήταν αδύνατον να ολοκληρωθούν εντός 5ετίας λόγω της υπερμεγέθους προσπάθειας φοροδιαφυγής. Αποδίδει την αναποτελεσματικότητα που καταλογίζει το Δ. Εφετείο στις φορολογικές αρχές στον μεγάλο όγκο των ελεγχόμενων φορολογικών πράξεων, στην πολυποίκιλη παράνομη δραστηριότητα των φορολογουμένων, στην απουσία επαρκούς αριθμού ειδικευμένων ελεγκτών και κατάλληλης υποδομής κ.λπ. Ωστόσο επισημαίνει ότι οι όποιες δυσλειτουργίες δεν είναι δυνατόν να περιορίσουν το δικαίωμα του κράτους να παρατείνει τον χρόνο της παραγραφής για να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι.

Εθνος

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ