Σε δεύτερο βαθμό θα εξεταστεί, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η υπόθεση με κατηγορούμενο για ληστεία στο κεντρικό κατάστημα Ρόδου της Αγροτικής Τράπεζας, στην πλατεία Χαρίτου, την 16η Αυγούστου 2010, τον Θ. Δ. του Β., 32 ετών, κάτοικο Εξαρχείων Αττικής, που είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης 6 ετών και 12 μηνών, με ανασταλτικό ως προς την έφεση αποτέλεσμα.
Το δικαστήριο είχε αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, ενώ είχε κρίνει αθώο τον συγκατηγορούμενό του Σ. Π. του Γ., 27 ετών, καθόσον προέκυψε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη ληστεία. Ο 32χρονος προσκλήθηκε στο νησί από τον 27χρονο Ροδίτη φίλο του (είχαν γνωριστεί σε μια συναυλία Jazz στον Λυκαβητό) και εκείνος δέχτηκε να έλθει στο νησί.
Την 14η Αυγούστου έφτασε στη Ρόδο με πλοίο, φέρνοντας μαζί του μια μοτοσυκλέτα και τον παρέλαβε από το λιμάνι ο Ροδίτης, ο οποίος και τον μετέφερε σε ξενοδοχείο, όπου και μίσθωσε δωμάτιο. Το ίδιο βράδυ συνδιασκέδασαν και κοιμήθηκαν στο σπίτι του Ροδίτη στην Ιαλυσό. Ο 32χρονος είχε αποφασίσει να πραγματοποιήσει ληστεία στο νησι,́ λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε από δάνεια, τα οποία είχε συνάψει για να πληρώσει και τις δαπάνες νοσηλείας του πατέρα του και έφερε μαζί του ένα πιστόλι το οποίο είχε αγοράσει στην Ομόνοια.
Την 15η Αυγούστου συνδιασκέδασε με τον Ροδίτη και φίλους του, ενώ είχε αποφασίσει ήδη να «χτυπήσει» το κατάστημα της ΑΤΕ, δίπλα στο «Grand Hotel», όπου διέμενε. Το επόμενο πρωί και ενώ είχε αφήσει τον φίλο του σε παραλία της Ιαλυσού για να κολυμπήσει, ο ίδιος μετέβη στην τράπεζα, μπήκε μέσα ακάλυπτος, κρατώντας το πιστόλι και ένα σακ βουαγιάζ και αφαίρεσε από τα δύο ταμεία 57.220 ευρώ. Ο δράστης, που όπως κατέθεσαν 4 υπάλληλοι, δεν είχε παρατεταμένο το όπλο, απομακρύνθηκε από την τράπεζα με τα πόδια, 40 μέτρα παρακάτω ανέβηκε στη μοτοσυκλέτα και μπήκε στο «Grand Hotel».
Διαπίστωσε ότι έγινε αντιληπτός από δύο υπαλλήλους και βγήκε από άλλη πόρτα του ξενοδοχείου, μίσθωσε ταξί, μετέβη στην οικία του 27χρονου Ροδίτη, άνοιξε την πόρτα με κλειδί που ο φίλος του έκρυβε σε ένα καλοριφέρ και άφησε τα κλοπιμαία και το όπλο σε μια σακούλα στη ντουλάπα του υπνοδωματίου του. Επέστρεψε στο ξενοδοχείο και λίγη ώρα αργότερα συνελήφθη. Ο Ροδίτης μη γνωρίζοντας τι είχε συμβεί στο μεταξύ είχε κανονίσει με δύο φίλους του τη νυχτερινή του έξοδο. Ο ένας εξ αυτών μετέβη το βράδυ στην οικία του για να τον παραλάβει. Εκεί τον βρήκε να κρατάει μια σακούλα και να ψάχνει μέρος να την κρύψει. Ήταν ανήσυχος, όπως κατέθεσε στο δικαστήριο, για να εξηγήσει αργότερα ο ίδιος απολογούμενος ότι όταν πήγε στο δωμάτιο του για να ντυθεί βρήκε την σακούλα με τα λεφτά και το όπλο στη ντουλάπα του, «σάστισε» γιατί δεν ήξερε αν ανήκε σε ένα από τα 6 μέλη της οικογένειάς του ή σε κάποιον άλλο και τότε αποφάσισε να την βάλει σε άλλο σημείο του σπιτιού.
Με το που βγήκε από το σπίτι με τον φίλο του ακινητοποιήθηκε όμως από αστυνομικούς που στο μεταξύ είχαν ήδη συλλάβει τον 32χρονο και προσήχθη. Θυμίζουμε ότι ενώπιον του Ανακριτή οι δύο κατηγορούμενοι απολογούμενοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά τις εις βάρος τους κατηγορίες, ισχυριζόμενοι συνοπτικά ο μεν πρώτος ότι δεν διέπραξε ο ίδιος τη ληστεία, όπως του αποδίδεται στο κατηγορητήριο αλλά ότι είχε δανείσει τη μοτοσυκλέτα του σε τρίτο πρόσωπο, μη κατονομαζόμενο.
Ο 27χρονος Ροδίτης από την άλλη αφού επιβεβαίωσε ότι είχε φιλική σχέση με τον πρώτο και συναναστροφές, ισχυρίστηκε ότι την επίμαχη ημέρα και ώρα βρισκόταν στην οικία του και ότι δεν γνωρίζει πώς και ποιός έβαλε τα κλοπιμαία, τα ρούχα αλλά και το όπλο σε τσάντα στη βεράντα της πατρικής του οικίας.
Ο κατηγορούμενος φέρεται να είναι μέλος οργάνωσης του αντιεξουσιαστικού χώρου. Μετά την πρωτόδικη καταδίκη του είχε δημοσιευθεί στο δίκτυο “Συνέλευση Αλληλεγγύης στους φυλακισμένους και διωκόμενους αγωνιστές”, άρθρο στο οποίο αναφέροντο μεταξύ άλλων και τα εξής:
“Ο σύντροφος στην σύντομη απολογία του ζήτησε συγγνώμη από τους υπαλλήλους της τράπεζας για την όποια αναστάτωση προκλήθηκε και επικαλέστηκε σοβαρούς οικονομικούς λόγους για την πραγμάτωση της ληστείας.
Ο εισαγγελέας ζήτησε την πλήρη ενοχή του χωρίς αναγνώριση των ελαφρυντικών που είχε ζητήσει η υπεράσπιση, κρατώντας αφενός επιθετική στάση απέναντί του και αναφερόμενος περί ενός τέλειου και οργανωμένου σχεδίου.
Μετά από διάλειμμα της έδρας, ανακοινώθηκε η απόφαση η οποία ήταν για συνολική ποινή 6 ετών με ανασταλτικό κι εφέσιμο χαρακτήρα, δεχόμενη τα ελαφρυντικά.
Η απόφαση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ο σύντοφος να είναι σε μερικές μέρες και πάλι κοντά μας, καθώς απομένουν τυπικές διαδικασίες για την αποφυλάκισή του από τις φυλακές Αλικαρνασσού.
Στην δίκη υπήρχε παρουσία συντρόφων/-ισσων από την Αθήνα και τη Ρόδο, οι οποίοι στο τέλος είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τα στραβωμένα μούτρα ασφαλιτών και λοιπών μπάτσων στο άκουσμα της ποινής.
Ελπίζουμε σύντομα κι άλλοι σύντροφοι και συντρόφισσες να βρεθούν έξω από τα κάτεργα της δημοκρατίας”.
Ο ίδιος είχε δημοσιεύσει εξάλλου από τις φυλακές Αλικαρνασσού, όπου εκρατείτο, στο δίκτυο του “Ταμείου αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστών” επιστολή στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής:
“Εδώ κι ενάμιση μήνα, βιώνω κι εγώ με την σειρά μου, την “υπέροχη φιλοξενία” των ελληνικών φυλακών. Ξεκινώντας το ταξίδι μου από μια αδικαιολόγητα πολυήμερη παραμονή στα κρατητήρια της Ρόδου, είχα ως επόμενο σταθμό το τμήμα μεταγωγών της Πέτρου Ράλλη, καταλήγοντας (προς το παρόν φυσικά) στις φυλακές Αλικαρνασσού. Αν και το χρονικό διάστημα παραμονής μου είναι αρκετά μικρό για μια εκτενέστερη τοποθέτηση, θα ήθελα να προσθέσω τις λίγες εμπειρίες μου, συμβάλλοντας κι εγώ με αυτό τον τρόπο στη σημαντικότατη κίνηση δημιουργίας ενός εντύπου αποτελούμενο αποκλειστικά από το λόγο των κρατουμένων.
Οι συνθήκες στα κρατητήρια της Ρόδου ήταν κυριολεκτικά απάνθρωπες. Η αναζήτηση της ελευθερίας όμως, ήταν ισχυρή και ζητούσα απεγνωσμένα να δω λίγο ουρανό μέσα από κάποιο παράθυρο. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως τα παράθυρα θεωρούνται είδος πολυτελείας. Τα κελιά ήταν πάρα πολύ μικρά, μέσα στα οποία μετά βίας μπορούσες να αναπνεύσεις, διότι σε ελάχιστα τετραγωνικά, έπρεπε να χωρέσουν αρκετά άτομα. Ο χώρος δεν αρκούσε ούτε για να κοιμηθεί κανείς, καθώς πέρα από την ασφυκτική κατάσταση, τα στρώματα που υπήρχαν ήταν λερωμένα με ούρα και κόπρανα χρηστών ναρκωτικών ουσιών, με ξεκάθαρο κίνδυνο για μετάδοση ασθενειών. Προσωπικά, έφτασα στο σημείο να παραμείνω 36 ώρες ξύπνιος, γιατί μαζί με όλα τα παραπάνω είχα να αντιμετωπίσω και τις ασταμάτητες ανακρίσεις. Σε όλα τα παραπάνω, ας προστεθεί κι η καλοκαιρινή ζέστη κι άπνοια, ώστε εύκολα να μπορεί κάποιος-α να αντιληφθεί την τραγικότητα της κατάστασης. Από θέμα σίτισης, φυσικά και δεν περίμενα κάτι καλύτερο κι η επιβεβαίωση μου δεν άργησε να έρθει. Φαγητό δινόταν μία φορά την ημέρα, το οποίο ήταν αδύνατο να το φάει κάποιος. Η εξάντληση κι ο υποσιτισμός ήταν καθημερινό φαινόμενο”.
Αναφερόμενος στις φυλακές Αλικαρνασσού, έγραψε τα εξής:
“Το μέγεθος των κελιών είναι γύρω στα 10τ.μ. και μέσα βρίσκονται 2-3 κρατούμενοι μαζί με περίπου 40 κατσαρίδες και κάθε ειδών ζωύφια, τα οποία εκ φύσεως δεν σέβονται ούτε το φαγητό σου, ούτε την ησυχία σου με αποτέλεσμα να έχουμε συχνούς καβγάδες, τους οποίους προς το παρόν φαίνεται να κερδίζουμε… Επίσης, οι απαγορεύσεις προϊόντων, ακόμα και ειδών πρώτης ανάγκης, όπως είδη ρουχισμού-σερβίτσια, είναι αρκετά συχνές από τις αρμόδιες Αρχές. Τέλος, το φαγητό βασίζεται κυρίως σε όσπρια από την περίοδο της Κατοχής και σε κρέας (στην καλύτερη των περιπτώσεων), το οποίο είναι πιο φρέσκο και το χρονολογώ από την περίοδο της Χούντας…
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα και με έναν παρολίγο θάνατο κρατουμένου, λόγω χαρακτηριστικής αμέλειας των δεσμοφυλάκων, πραγματοποιήθηκε στάση στις φυλακές Αλικαρνασσού στις 16 Σεπτεμβρίου. Σε μία φυλακή, όπου το αξιακό, το οικονομικό, αλλά και το πολιτικό επίπεδο των περισσότερων κρατουμένων διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, η μαζικότητα της στάσης έφτασε σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Ιδιαιτέρως σημαντική κατά τη διάρκεια των γεγονότων, υπήρξε η άμεση ανταπόκριση των συντρόφων του Ηρακλείου, με μηχανοκίνητη πορεία συμπαράστασης που πραγματοποίησαν με το άκουσμα της είδησης. Όλοι οι κρατούμενοι αισθάνονται την ανάγκη για τέτοιες κινήσεις υποστήριξης κι αλληλεγγύης, χαιρετίζοντας σύσσωμοι την κίνηση των συντρόφων από το Ηράκλειο. Τις ώρες της στάσης δεν υπήρξε καμία επιτροπή κρατουμένων, η οποία αποφάσιζε και πρωτοστατούσε στα γεγονότα. Δημιουργήθηκε άμεσα μία άτυπη συνέλευση κρατουμένων, η οποία καθοδήγησε σε ουσιαστικό επίπεδο τις συνομιλίες με τις εισαγγελικές αρχές, ενώ όλοι οι κρατούμενοι ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Αξίζει να σημειωθεί, πως ο σεβασμός μεταξύ των κρατουμένων αποτελούσε βασικό στοιχείο της στάσης, καθώς αντιλαμβανόντουσαν την ανάγκη της άμεσης επίλυσης βασικών προβλημάτων για μία αξιοπρεπή διαβίωση”.
Κλείνοντας το γράμμα του χαιρέτισε… “όλους εκείνους που ορθά σκεπτόμενοι, στηρίζουν πέρα από πολιτικές ή προσωπικές διαφωνίες, όλους τους πολιτικούς κρατούμενους κι αγωνιστές. Είναι επιτακτική η ανάγκη κατανόησης, ότι αυτές οι μικρότητες δεν χωρούν, όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τέτοιες καταστάσεις”.
Τέλος, δήλωσε απερίφραστα πως ο αγώνας του θα συνεχιστεί και… “μέσα από τα κολαστήρια της δημοκρατίας αδιάκοπα, αδιάλλακτα κι αμετάκλητα, όπως ακριβώς συνέβαινε όταν βρισκόμουν εκτός των τειχών του εγκλεισμού”.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ