ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και “έριξε” δολάρια στη Ρόδο

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Aφαντου

Aπό τα υπό­γεια, στα ανώ­γεια και από μα­ρα­γκός στον “Νο 1 μνη­στή­ρα” του ΤΑΙ­ΠΕΔ για την αγορά της Αφά­ντου Ρόδου. Ο Έλ­λη­νας που έφυγε από τη Σύμη και με “όπλο” τη φι­λο­δο­ξία, έφτια­ξε έναν κα­τα­σκευα­στι­κό κο­λοσ­σό εκα­τομ­μυ­ρί­ων δο­λα­ρί­ων. Η ζωή και το έργο του με τη ματιά του WE

Ο πρώ­τος του μι­σθός ήταν 85 σεντς. Και σή­με­ρα η πε­ριου­σία του φτά­νει τα 100 εκα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια (εκτός των ακι­νή­των). Ξε­κί­νη­σε να βοηθά πλα­νό­διους πα­γω­τα­τζή­δες και σή­με­ρα ελέγ­χει το 1/5 των κυ­βερ­νη­τι­κών έργων σε όλο το Μαν­χά­ταν. Ο Έλ­λη­νας μα­ρα­γκός από την Σύμη που με­τα­νά­στευ­σε στις ΗΠΑ, κα­τά­φε­ρε να κάνει το “αμε­ρι­κα­νι­κό όνει­ρο” πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, με απλά, στα­θε­ρά και στο­χευ­μέ­να βή­μα­τα. Σκαρ­φά­λω­σε ψηλά στη λίστα με τους πλου­σιό­τε­ρους ομο­γε­νείς και πρό­σφα­τα απο­φά­σι­σε να κάνει την πρώτη του επέν­δυ­ση στην Ελ­λά­δα.

Ο Μερ­κού­ριος, ή όπως είναι ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, Μάικ Αγ­γε­λιά­δης ήταν ένας από τους τέσ­σε­ρις εν­δια­φε­ρό­με­νους για την έκτα­ση του ΕΟΤ στην Αφά­ντου Ρόδου. Τε­λι­κά το ΤΑΙ­ΠΕΔ εξέ­δω­σε ανα­κοί­νω­ση την πε­ρα­σμέ­νη Τρίτη, στην οποία ανέ­φε­ρε ότι το διοι­κη­τι­κό συμ­βού­λιο ανα­κή­ρυ­ξε ομό­φω­να ως πλειο­δό­τες του δια­γω­νι­σμού δυο εται­ρεί­ες ένα­ντι του ποσού 42,1 εκατ. ευρώ. Η μία είναι του κ. Αγ­γε­λιά­δη. Για την ακρί­βεια, από τα 1.615 στρέμ­μα­τα της συ­νο­λι­κής έκτα­σης, η εται­ρία του Μ. Αγ­γε­λιά­δη εκ­μί­σθω­σε για 50 χρό­νια τα 1.360 στρέμ­μα­τα. Από αυτά, τα 530 στρέμ­μα­τα θα γί­νουν ένα σύγ­χρο­νο γή­πε­δο γκολφ και στα υπό­λοι­πα θα ανε­γερ­θούν ξε­νο­δο­χεια­κές μο­νά­δες και του­ρι­στι­κές κα­τοι­κί­ες, με στόχο να με­τα­τρα­πεί η Ρόδος στο “Νού­με­ρο 1 προ­ο­ρι­σμό” σε όλη την Ελ­λά­δα.

Ποιο είναι όμως το πραγ­μα­τι­κό πρό­σω­πο ενός άγνω­στου σε εμάς ομο­γε­νή στις ΗΠΑ;

Το όνομα του Μάικ Αγ­γε­λιά­δη φι­γου­ρά­ρει στη λίστα με τους πλου­σιό­τε­ρους ομο­γε­νείς στον κόσμο, λίγο πιο κάτω από το όνομα της Τζέ­νι­φερ Άνι­στον. Στα 230 εκα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια η πε­ριου­σία για τη δη­μο­φι­λή ηθο­ποιό από την Κρήτη, στα 98 εκα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια και πολλά ακί­νη­τα για τον ίδιο, όπως δη­μο­σί­ευ­σε η εφη­με­ρί­δα “Εθνι­κός Κή­ρυ­κας”, τον Μάιο του 2012. Αν και τα ποσά από τότε έχουν ρυθμό με­τα­βο­λής, ανά­λο­γο με… την αλ­λα­γή που­κα­μί­σων.

Τα εν­δια­φέ­ρο­ντά του δεν γνω­ρί­ζουν κα­νέ­να φραγ­μό. Μπο­ρεί να εμ­φα­νί­ζε­ται σε γκαλά της “οι­κο­νο­μι­κής αφρό­κρε­μας” της Νέας Υόρ­κης και την ίδια στιγ­μή να προ­λο­γί­ζει την έκ­θε­ση γλυ­πτι­κής του Ψα­ρα­δέ­λη (Μάιος, 2008).

Ο ίδιος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται ανά­με­σα σε εκεί­νους που ξένα ΜΜΕ υπο­λο­γί­ζουν σε σχό­λιό τους, όταν η Χί­λα­ρι Κλί­ντον τα­ξι­δεύ­ει στην Ελ­λά­δα το 2011, με τις απο­σκευ­ές της γε­μά­τες από προ­τά­σεις ανα­διάρ­θρω­σης του ελ­λη­νι­κού δη­μό­σιου χρέ­ους. “Λένε ότι πήγε για το οι­κο­νο­μι­κό πρό­βλη­μα της Ελ­λά­δας, αλλά δεν νο­μί­ζω, διότι πρώτα πρώτα αυτή δεν ξέρει από οι­κο­νο­μία, το μόνο που μπο­ρεί να κάνει είναι να τους εν­θαρ­ρύ­νει με καλά λόγια”, φέ­ρε­ται να σχο­λί­α­σε τότε ο ομο­γε­νής με­γι­στά­νας, στοι­χείο που απο­δει­κνύ­ει την ευ­θύ­τη­τα του χα­ρα­κτή­ρα του.

Ο γνω­στός και προ­σι­τός στον πε­ρισ­σό­τε­ρο κόσμο, Μάικ, όταν δου­λεύ­ει, δεν αστειεύ­ε­ται. Και το ίδιο απαι­τεί από το προ­σω­πι­κό του. Πώς το απαι­τεί; Πάντα με τακτ, προ­σφέ­ρο­ντας πα­ράλ­λη­λα ισχυ­ρές δό­σεις έμπνευ­σης σε όσους τον πλαι­σιώ­νουν. Γι’ αυτό και στα πάρτι της εται­ρί­ας που διορ­γα­νώ­νο­νται στα­θε­ρά τα τε­λευ­ταία 25 – και βάλε – χρό­νια, στο εστια­τό­ριο “Water’s Edge” στο Long Island, με θέα το φω­τι­σμέ­νο Μαν­χά­ταν, φρο­ντί­ζει να υπεν­θυ­μί­ζει στους στε­νούς του συ­νερ­γά­τες: “Η εται­ρία μας εξα­κο­λου­θεί να κρα­τά­ει τα σκή­πτρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Και για την επι­τυ­χία δεν υπάρ­χει μυ­στι­κό, παρά μόνο σκλη­ρή δου­λειά, να είστε πά­ντο­τε συ­νε­πείς στις υπο­χρε­ώ­σεις σας και να έχετε στο νου σας ότι τί­πο­τα δεν είναι εύ­κο­λο. Πρέ­πει να δου­λέ­ψε­τε για να απο­κτή­σε­τε πράγ­μα­τα, αλλά και να έχετε καλό κου­μά­ντο σε ό,τι κά­νε­τε. Χρειά­ζε­ται ερ­γα­τι­κό­τη­τα, τι­μιό­τη­τα, να προ­σπα­θεί­τε για το κα­λύ­τε­ρο, και θα πε­τύ­χε­τε, ανά­λο­γα με τις επο­χές, αλλά και την τύχη πολ­λές φορές”.

Ακο­λου­θώ­ντας το ρητό “καμία δου­λειά, δεν είναι ντρο­πή” κα­τα­πιά­στη­κε από μι­κρός με ό, τι προ­χει­ρο­δου­λειά τού υπο­δεί­κνυαν. Και έφευ­γε σαν Κύ­ριος, όταν οι προ­ο­πτι­κές μη­δε­νί­ζο­νταν και τα λεφτά δεν αντι­στοι­χού­σαν με την πα­ρα­γω­γή του.

Σή­με­ρα είναι πα­ντρε­μέ­νος με την κυρία Ελευ­θε­ρία και πα­τέ­ρας τεσ­σά­ρων κο­ρι­τσιών, της Ει­ρή­νης, της Αρ­γυ­ρώς, της Ιλιά­νας και της Φαί­δρας. Απο­τε­λεί ένα από τα ιδρυ­τι­κά μέλη της Κοι­νό­τη­τας του Αρ­χαγ­γέ­λου Μι­χα­ήλ στο Roslyn των ΗΠΑ και το 2010 τι­μή­θη­κε με το βρα­βείο “The Hellenic Thread Award” για την προ­σφο­ρά του στην ανά­πτυ­ξη της αμε­ρι­κα­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας και κοι­νω­νί­ας, ενώ συμ­με­τέ­χει σε πολ­λούς ομο­γε­νεια­κούς ορ­γα­νι­σμούς, με­τα­ξύ των οποί­ων η ΑΧΕΠΑ και το “Leadership 100”.

Πώς όμως έφτα­σε στο πιο ψηλό σκα­λο­πά­τι της επαγ­γελ­μα­τι­κής επι­τυ­χί­ας ένας απλός μα­ρα­γκός;

Ο Μάικ Αγ­γε­λιά­δης γεν­νή­θη­κε στις 20 Νο­εμ­βρί­ου το 1941 στην Σύμη και με­τα­νά­στευ­σε στις ΗΠΑ το 1960. Φεύ­γο­ντας νέος από το νησί του, πήρε για εφό­δια του τις ευχές του Πα­νορ­μί­τη (του Τα­ξιάρ­χη) της Σύμης και συ­νο­δεία τις ευχές των γο­νιών του, όταν με μάτια κλα­μέ­να τον απο­χαι­ρε­τού­σαν σε λι­μά­νι της Σύμης, λέ­γο­ντάς του ότι «ο Πα­νορ­μί­της θα σε σκε­πά­ζει γιε μας με τα φτερά του και η ευχή της Πα­να­γιάς θα είναι πάντα μπρο­στά στο διάβα της ζωής σου». Έτσι κι έγινε.

Και για το λόγο αυτό, δεν ξέ­χα­σε ποτέ την κα­τα­γω­γή του. Στο γρα­φείο του έχει πολ­λές φω­το­γρα­φί­ες από το σπίτι του, τον “ιερό τόπο” του, όπως απο­κα­λεί τη Σύμη και συχνά πα­ρα­δέ­χε­ται ότι: “Μου λεί­πει, αλλά την επι­σκέ­πτο­μαι δύο φορές το χρόνο. Δόξα τω Θεώ”, αλλά και φω­το­γρα­φί­ες από τα εγ­γό­νια του στην Ελ­λά­δα.

Ο ίδιος τε­λεί­ω­σε το Γυ­μνά­σιο στο μικρό νησί, αλλά επει­δή δεν υπήρ­χε προ­ο­πτι­κή, πήγε στα κα­ρά­βια. Επί ενά­μι­ση χρόνο με ένα φορ­τη­γό πλοίο σάλ­πα­ρε για όλα σχε­δόν τα λι­μά­νια της Ευ­ρώ­πης και μετά με πρό­σκλη­ση των θείων του, βρέ­θη­κε στην Αμε­ρι­κή. Όταν ήρθε η ει­δο­ποί­η­ση, είχε μόνο δέκα μέρες προ­θε­σμία για να μα­ζέ­ψει τα πράγ­μα­τά του και να βρε­θεί στην άλλη άκρη του πλα­νή­τη. Ευ­τυ­χώς, η με­τα­κό­μι­ση ολο­κλη­ρώ­θη­κε εμπρό­θε­σμα, ανή­με­ρα του Τα­ξιάρ­χη που γιορ­τά­ζει ο Πα­νορ­μί­της, στις 8 Νο­εμ­βρί­ου του 1960. Και απο­χαι­ρέ­τι­σε το νησί, με το πλοίο Ολύ­μπια. “Σί­γου­ρα, ήταν ση­μα­δια­κή ημέρα”, έγρα­φε ο Τύπος της επο­χής.

Η Αμε­ρι­κή στα μάτια του, κάθε άλλο παρά Γη της Απαγ­γε­λί­ας θύ­μι­ζε στην αρχή. “Στα κα­ρά­βια έβγα­ζα πιο πολλά”, θυ­μά­ται. Στην αρχή, ανα­γκά­στη­κε να κάνει δε­κά­δες άλλες δου­λειές. Ξε­κί­νη­σε να ερ­γά­ζε­ται σε ένα ερ­γο­στά­σιο που το έλε­γαν “Λέκας και Γρί­βας”. Έφερ­ναν λάδια και τυριά από την Ελ­λά­δα, τα επε­ξερ­γά­ζο­νταν και τα προ­ω­θού­σαν στην αγορά. Ο πρώ­τος του μι­σθός ήταν 85 σεντς την ώρα. Και έτσι, δύο μήνες ήταν αρ­κε­τοί για την επό­με­νο επαγ­γελ­μα­τι­κό σκα­λο­πά­τι, την “Argo Boat Company”. Η εται­ρία κα­τα­σκεύ­α­ζε βάρ­κες και ιδιο­κτή­της ήταν ένας συ­μπα­τριώ­της του από την Σύμη. Ο μι­σθός όμως και πάλι δεν εξι­σώ­νο­νταν με αυτόν των κα­ρα­βιών. Το επό­με­νο κα­λο­καί­ρι, φόρ­τω­νε ψυ­γεία με πα­γω­τά και βοη­θού­σε όσους πλα­νό­διους – πα­γω­τα­τζή­δες ξε­κι­νού­σαν το δρο­μο­λό­γιο της ημέ­ρας. Και αυτό όμως, δεν του άρεσε. Άρ­χι­σε να βάφει το ίδιο έτος, γέ­φυ­ρες. Και όταν κα­τά­λα­βε την επι­κιν­δυ­νό­τη­τα και άρ­χι­σε να απο­γοη­τεύ­ε­ται από το ποιόν των συ­να­δέλ­φων του, έφυγε και από αυτό το πόστο. Λί­γους μήνες αρ­γό­τε­ρα, ένας φίλος του πα­τέ­ρα του, ο Γιώρ­γος Λε­βε­σά­νος που είχε μία μικρή ερ­γο­λα­βι­κή εται­ρία – κα­τα­σκεύ­α­ζε εστια­τό­ρια -, τον πήρε στη δου­λειά. “Μου άρεσε, αν και έπαιρ­να το ένα τρίτο του μι­σθού που λάμ­βα­να, βά­φο­ντας γέ­φυ­ρες. Ο μπα­μπάς μου ήταν ξυ­λουρ­γός και τα κα­λο­καί­ρια πή­γαι­να και τον βοη­θού­σα. Είχα μία ιδέα από την δου­λειά, όχι όμως πολλά πράγ­μα­τα. Αλλά πη­γαί­νο­ντας στον κύριο Γιώρ­γο, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ότι ήταν κάτι που με προ­σέλ­κυε πε­ρισ­σό­τε­ρο, από τις άλλες δου­λειές. Έτσι, άρ­χι­σα να μα­θαί­νω την τέχνη του μα­ρα­γκού, όσο πιο καλά μπο­ρού­σα”.

Το 1967 ξε­κί­νη­σε με τον ξά­δερ­φό του, τον Γιώρ­γο Νι­κο­λή, την εται­ρία “A&T Constructions”, που ει­δι­κεύ­ο­νταν στις ανα­πα­λαιώ­σεις σπι­τιών. “Ανα­λαμ­βά­να­με μι­κρές και μί­ζε­ρες δου­λειές”. Αλλά και το τότε στοί­χη­μα με τον εαυτό του, το κέρ­δι­σε. “Όποιος πε­ρά­σει από αυτό το στά­διο και αντέ­ξει, ό, τι κι αν κάνει μετά, θα έχει επι­τυ­χία”, έλεγε τότε και πε­ριέ­γρα­φε τις δου­λειές του ως εξής: “Το συρ­τά­ρι μού το έφαγε ο σκύ­λος, ο νοι­κά­ρης έφυγε και πήρε μαζί του την πόρτα μου. Και άλλα τέ­τοια”. Οπότε και η κα­τά­λη­ξη, φα­ντά­ζε­στε ποια ήταν. Αργά ή γρή­γο­ρα, οι ανα­πα­λαιώ­σεις απο­τέ­λε­σαν πα­ρελ­θόν και ο ίδιος με τον ξά­δερ­φό του, άνοι­ξαν νέα εται­ρία, με αντι­κεί­με­νο τις επι­σκευ­ές σε εστια­τό­ρια.

Με το ανή­συ­χο πνεύ­μα και την επαγ­γελ­μα­τι­κή αστά­θεια που τον χα­ρα­κτή­ρι­ζε το διά­στη­μα των πρώ­των με­τα­να­στευ­τι­κών του χρό­νων στις ΗΠΑ, τί­πο­τε δεν προ­μή­νυε την επι­τυ­χία που θα έρ­χο­νταν μετά από λίγα χρό­νια αφο­σί­ω­σης στο εν λόγω αντι­κεί­με­νο.

Ο κ. Αγ­γε­λιά­δης θα φτιά­ξει 182 εστια­τό­ρια εκ του μη­δε­νός στη μη­τρο­πο­λι­τι­κή πε­ριο­χή της Νέας Υόρ­κης. Και μπο­ρεί να μην έτρε­ξε ούτε έναν πε­λά­τη στα δι­κα­στή­ρια, αλλά ο ίδιος έλεγε συχνά στον Τύπο: “Έχασα πολλά λεφτά. Είχα μία άλλη φι­λο­σο­φία, βλέ­πε­τε. Έχα­σες, φύγε, μην πας στα δι­κα­στή­ρια. Δεν ήμουν κο­ρόι­δο, ούτε είχα πολλά και τα χά­ρι­ζα, αλλά όταν το μα­γα­ζί δού­λευε, αλλά δεν έβγα­ζε, τι να κά­νεις;”.

Από το 1970 μέχρι το 1990, ο κ. Αγ­γε­λιά­δης έκανε την ίδια δου­λειά, μέχρι που ο φόρ­τος ερ­γα­σί­ας ξέ­φυ­γε και ο ίδιος κου­ρά­στη­κε. Το 1990 χώ­ρι­σε τα επαγ­γελ­μα­τι­κά του κι­τά­πια από τον τότε συ­νέ­ται­ρό του και έφτια­ξε την “M.A. Angeliades”, την οποία δια­θέ­τει μέχρι και τώρα που γρά­φο­νται αυτές οι σει­ρές.

Σή­με­ρα η εται­ρία του κ. Αγ­γε­λιά­δη συ­να­γω­νί­ζε­ται τις με­γα­λύ­τε­ρες οι­κο­δο­μι­κές και ερ­γο­λα­βι­κές εται­ρί­ες της Αμε­ρι­κής, κα­τα­σκευά­ζο­ντας δε­κά­δες με­γά­λα έργα, όπως βι­βλιο­θή­κες, δι­κα­στή­ρια, σχο­λεία και άλλα κυ­βερ­νη­τι­κά έργα, με­τρώ­ντας τις καλές ημέ­ρες, πάνω από 250 άτομα προ­σω­πι­κό.

Πρό­σφα­τα ανα­κα­τα­σκεύ­α­σε το σταθ­μό Μπλί­κερ στο Μαν­χά­ταν, ύψους 96 εκα­τομ­μυ­ρί­ων δο­λα­ρί­ων και ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρων στο Μπρονξ. Σε κάθε τέλος ενός έργου, ο ίδιος ανα­ρω­τιέ­ται εν­δό­μυ­χα: “Πού ήμουν και πού έφτα­σα”.

Στην πε­ριου­σία του ανή­κουν και τα “Daily Barn”. Εξη­γεί μά­λι­στα πως 60-70 χρό­νια πριν, τα κα­τα­στή­μα­τα ξε­κί­νη­σαν να που­λούν γάλα, επει­δή οι ιδιο­κτή­τες τους είχαν αγε­λά­δες. Με την πά­ρο­δο των χρό­νων έβα­λαν κι άλλα προ­ϊ­ό­ντα στα ράφια. “Ε, οι άν­θρω­ποι αυτοί τα που­λού­σαν και κά­ποια στιγ­μή τα πή­ρα­με εμείς. Έτσι απλά”.

Πριν από ένα χρόνο άνοι­ξε το εστια­τό­ριο «Κύμα» στο Roslyn του Long Island, που προ­σφέ­ρει φρέ­σκο ψάρι και κα­λο­μα­γει­ρε­μέ­να ελ­λη­νι­κά και άλλα με­σο­γεια­κά φα­γη­τά. Το εστια­τό­ριο έχει σύγ­χρο­νη δια­κό­σμη­ση και ανοι­χτά χρώ­μα­τα, με κυ­ρί­αρ­χο το γα­λά­ζιο και το λευκό, που πα­ρα­πέ­μπουν σε αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κο νησί. Στα εγκαί­νια του εστια­το­ρί­ου, κα­λω­σο­ρί­ζο­ντας τους φί­λους του, ο Μάικ είπε:

“Εκεί­νο που έχει ση­μα­σία είναι το καλό φα­γη­τό και η καλή εξυ­πη­ρέ­τη­ση του πε­λά­τη. Θα προ­σπα­θή­σου­με να ευ­χα­ρι­στή­σου­με όλον τον κόσμο και τους φί­λους μας. Κι εγώ έχω όπως ξέ­ρε­τε πολ­λούς φί­λους”. Η φι­λο­σο­φία του κ. Αγ­γε­λιά­δη απο­τε­λεί και την εγ­γύ­η­ση για τους πε­λά­τες. “Για εμένα το να κάνω χίλια δο­λά­ρια πα­ρα­πά­νω την εβδο­μά­δα και να έχω πα­ρά­πο­να από τους πε­λά­τες μας, δεν θα με ευ­χα­ρι­στεί. Θέλω να μου τη­λε­φω­νούν οι φίλοι μου και να μου λένε, ‘Μερ­κού­ρη βρες μας ένα τρα­πέ­ζι γιατί δεν υπάρ­χει μέρος απόψε’. Αυτή θα είναι η ευ­χα­ρί­στη­σή μου. Αν παίρ­νω πα­ρά­πο­να για το φα­γη­τό, θα τους δώσω τα κλει­διά”.

Ο Μάικ και η Ελ­λά­δα, η Ελ­λά­δα και ο Μάικ

Για το ελ­λη­νι­κό αδιέ­ξο­δο, ο Μάικ μέσες άκρες, σχο­λί­α­ζε πάντα: “Δεν είμαι οι­κο­νο­μο­λό­γος, αλλά μπορώ να σας πω τη δική μου άποψη. Νο­μί­ζω ότι δεν φτά­σα­με ακόμη στα χει­ρό­τε­ρα. Έχου­με πολύ δρόμο μπρο­στά μας και ο κό­σμος πρέ­πει να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ότι πρέ­πει να πα­λέ­ψει για το κα­λύ­τε­ρο, δεν γί­νε­ται αλ­λιώς”.

Στις πιο ευ­τυ­χι­σμέ­νες ημέ­ρες της ζωής του, ανα­φέ­ρει μία και μο­να­δι­κή: “Την ημέρα που γνώ­ρι­σα την γυ­ναί­κα μου και με πα­ντρεύ­τη­κε. Ακο­λού­θη­σαν οι μέρες που φέ­ρα­με στη ζωή τα τέσ­σε­ρα μας κο­ρί­τσια. Γε­νι­κά όμως δεν υπάρ­χουν με­μο­νω­μέ­νες χαρές ή με­μο­νω­μέ­νες λύπες, αλλά κάθε μέρα και στιγ­μή που περνά πρέ­πει ο άν­θρω­πος να κάνει ό, τι μπο­ρεί κα­λύ­τε­ρα, για να κοι­μά­ται ήσυχα”.

Και από τις πιο λυ­πη­τε­ρές ημέ­ρες που θυ­μά­ται είναι η ημέρα που ανα­κοι­νώ­θη­κε στον ίδιο και την οι­κο­γέ­νειά του, ότι η αδερ­φή του πά­σχει από πο­λιο­μυ­ε­λί­τι­δα (η ίδια σή­με­ρα ζει στη Ρόδο).

Αν και δεν με­τά­νιω­σε ποτέ που έφυγε από τη Σύμη, ισχυ­ρί­ζε­ται ότι το νησί αυτό είναι η Ιθάκη του και στην ερώ­τη­ση πόσο αγαπά την Ελ­λά­δα, με κλί­μα­κα από το 1 έως το 10, ο ίδιος απα­ντά πάντα “10”. “Τα επαγ­γελ­μα­τι­κά μου φτερά ήταν αυτά που δεν με κρα­τού­σαν εκεί και τί­πο­τε άλλο”.

news247.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.