• Η αγωγή άνοιξε ξανά τον φάκελο με επίκεντρο 1.500.000 ευρώ από μη καταλογισμένους συμβατικούς τόκους, όμως το Δικαστήριο έκρινε ότι για το διάστημα έως 18.6.2019 υπάρχει δεδικασμένο και διέταξε επανάληψη της συζήτησης και λογιστικό έλεγχο
Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αποτυπώνει ένα γνώριμο μοτίβο σε μακρόχρονες τραπεζικές διαφορές. Παλιές συμβάσεις, διαδοχικές ρυθμίσεις, ειδική εκκαθάριση τραπεζικού ιδρύματος και μια απαίτηση που φουσκώνει με την πάροδο του χρόνου, κυρίως λόγω τόκων.
Παράλληλα, όμως, η υπόθεση φωτίζει και ένα δεύτερο, πιο τεχνικό αλλά καθοριστικό πεδίο. Τα όρια του δεδικασμένου, δηλαδή το πού τελειώνει ό,τι έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα και από ποιο χρονικό σημείο και μετά επιτρέπεται να ανοίξει ξανά η συζήτηση.
Στον πυρήνα της διαφοράς βρίσκεται η «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ υπό ειδική εκκαθάριση», όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την «PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.» ως ειδικό εκκαθαριστή πιστωτικών ιδρυμάτων, απέναντι στην ανώνυμη εταιρεία «Οινοποιητική Αγροτική και Βιομηχανική Εταιρική Σύμπραξη Α.Ε.» με διακριτικό τίτλο «ΚΑΪΡ Α.Ε.».
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι διαθέτει απαίτηση που απορρέει από πρόσθετη δανειακή σύμβαση ρύθμισης οφειλών του 2000, η οποία, με τη σειρά της, βασίστηκε σε σειρά δανειακών συμβάσεων από το 1977 έως το 1997. Η εναγομένη, από την πλευρά της, αντιπαρατίθεται σε ένα αίτημα που κατά το μεγαλύτερο μέρος του αφορά τόκους και όχι νέο κεφάλαιο, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου μεγάλο τμήμα της ίδιας υπόθεσης έχει ήδη περάσει από προηγούμενη δίκη και έφεση.
Στο ακροατήριο οι διάδικοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Για την ενάγουσα προκατέθεσε προτάσεις η δικηγόρος κ. Ελένη Πάσχου και για την εναγομένη οι δικηγόροι κ.κ. Μηνάς Τσέρκης και Αικατερίνη Νοτοπούλου της δικηγορικής εταιρείας «Μηνάς Τσέρκης και Συνεργάτες».

Η οικονομική ρίζα της διένεξης, από δραχμές σε ευρώ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στο επίκεντρο της δίκης, στις 28.12.2000 στη Ρόδο υπογράφηκε η πρόσθετη δανειακή σύμβαση ρύθμισης οφειλών με αριθμό 419/2000. Με αυτήν, η εναγομένη αναγνώρισε συνολική οφειλή 11.830.707.000 δραχμών, η οποία προερχόταν από σειρά παλαιότερων συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί από το 1977 έως το 1997.
Στην επιχειρηματολογία της ενάγουσας περιγράφεται και ο ρόλος του Ελληνικού Δημοσίου στο πλαίσιο ρυθμίσεων και εξυγίανσης, όπου αναφέρεται ότι καταβλήθηκε προς τη δανείστρια τράπεζα ποσό 2.000.000.000 δραχμών. Κατά την ίδια αφήγηση, το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο διαμορφώθηκε στις 31.12.1998 σε 10.467.464.000 δραχμές και στη συνέχεια ρυθμίστηκε με τους όρους της σύμβασης 419/2000 και του παραρτήματός της.
Μετά την ανάκληση της άδειας της Αγροτικής Τράπεζας και την υπαγωγή της σε ειδική εκκαθάριση, το υπόλοιπο του σχετικού λογαριασμού, όπως υποστηρίζεται, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό ειδικής εκκαθάρισης. Η ενάγουσα αποδίδει την περαιτέρω εξέλιξη σε μη κανονική εκπλήρωση υποχρεώσεων από την εναγομένη, γεγονός που οδήγησε, κατά τους ισχυρισμούς της, σε κλείσιμο λογαριασμού εξυπηρέτησης και καταγγελία της σύμβασης.
Καθοριστική τομή στο χρονολόγιο είναι η καταγγελία της σύμβασης 419/2000 στις 11.6.2019, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 18.6.2019. Με αυτήν, όπως αναφέρεται, ζητήθηκε εξόφληση ληξιπρόθεσμης οφειλής ύψους 2.173.793,97 ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με την ενάγουσα, είχε διαμορφωθεί από 19.9.2012 έως 14.12.2018.
Ακολούθησε νέα κίνηση στα δικαστήρια. Στις 18.10.2019 η ενάγουσα άσκησε αγωγή ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου ζητώντας μέρος της απαίτησης, συγκεκριμένα 500.000 ευρώ, με τόκους από την επομένη της επίδοσης της καταγγελίας, δηλαδή από 19.6.2019.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου εξέδωσε την απόφαση 7/2022, με την οποία αναγνώρισε τη συνολική απαίτηση που περιγράφηκε και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει τα 500.000 ευρώ με νόμιμο τόκο από 19.6.2019 έως εξόφληση. Η κρίση αυτή επικυρώθηκε με την απόφαση 252/2023 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με αυτό το δεδομένο, το Δικαστήριο στην υπόθεση 147/2025 αντιμετώπισε το προηγούμενο αποτέλεσμα ως δεδικασμένο, κάτι που έμελλε να καθορίσει την τύχη μεγάλου τμήματος του νέου αιτήματος.
Το νέο αίτημα 1.500.000 ευρώ και το βάροςτων τόκων
Η νέα αγωγή της 9.9.2024 δεν ζητά το σύνολο, αλλά μέρος της οφειλής. Το αίτημα που τίθεται στο Δικαστήριο είναι να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει 1.500.000 ευρώ, ποσό που η ενάγουσα καταλογίζει στους μη καταλογισμένους συμβατικούς τόκους, με νόμιμο τόκο υπερημερίας από 19.6.2019 έως πλήρη εξόφληση. Παράλληλα ζητείται η απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και να επιδικαστούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εναγομένης.
Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερο βάρος στο δεδικασμένο, δηλαδή στη δεσμευτικότητα της προηγούμενης τελεσίδικης κρίσης. Χωρίς να μετατρέπει το κείμενο σε καθαρά νομικό, η ουσία είναι σαφής.
Με την απόφαση 7/2022, όπως προκύπτει από την νέα δικογραφία, είχε κριθεί τελεσίδικα το ύψος των μη καταλογισμένων συμβατικών τόκων μέχρι την επίδοση της καταγγελίας, δηλαδή μέχρι 18.6.2019, στο ποσό των 1.721.879,30 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι για το χρονικό διάστημα έως 18.6.2019, το ύψος αυτής της κατηγορίας τόκων θεωρείται κλειδωμένο μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι το να ζητείται εκ νέου ποσό για εκείνη την περίοδο προσκρούει στο δεδικασμένο και είναι απαράδεκτο.
Η έλλειψη των παλαιών συμβάσεων και η ανάγκη πραγματογνωμοσύνης
Στο πιο πρακτικό επίπεδο, το Δικαστήριο εντόπισε δύο κρίσιμα κενά που δεν του επιτρέπουν να κλείσει την υπόθεση με οριστική απόφαση.
Πρώτον, η ενάγουσα δεν προσκόμισε τις επιμέρους δανειακές συμβάσεις που αναφέρονται ως βάση της οφειλής, δηλαδή εκείνες από το 1977 έως το 1997. Αυτό δεν θεωρήθηκε τυπική λεπτομέρεια. Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι για το διάστημα από 19.6.2019 έως 29.7.2024 απαιτούνται ειδικές και ιδιάζουσες γνώσεις για να αποτυπωθεί με ακρίβεια το ύψος των μη καταλογισμένων συμβατικών τόκων που γεννήθηκαν σε αυτή την περίοδο.
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο ουσιαστικά είπε ότι οι αριθμοί που επικαλείται η ενάγουσα, ακόμη και αν προκύπτουν από εμπορικά βιβλία, πρέπει να περάσουν από ανεξάρτητη λογιστική επαλήθευση, ιδίως όταν το ζητούμενο είναι η ακριβής αποτύπωση υποκατηγοριών τόκων και εξόδων σε ένα πολυετές χρονικό τόξο.
Η διαταγή του Δικαστηρίου και ο διορισμός πραγματογνώμονα
Η απόφαση 147/2025 δεν έκλεισε την υπόθεση. Αντίθετα, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε επανάληψη της συζήτησης σε νέα δικάσιμο, με συγκεκριμένες εντολές.
Ζητήθηκε να προσκομιστούν οι συμβάσεις που μνημονεύονται στην αγωγή ενώ παράλληλα διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων. Πραγματογνώμονας διορίστηκε ο κ. Παντελής Γεωργάκης, οικονομολόγος.














