Συνεντεύξεις

Γιώργος Νικητιάδης: «Η πολιτική χρειάζεται ξανά νόημα, σχέδιο και εμπιστοσύνη»

Σε μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα, η ακρίβεια και η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για την κοινωνία, ο Γιώργος Νικητιάδης επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη συζήτηση στο πεδίο των αξιών και της πολιτικής ουσίας. Με αφετηρία τις σύγχρονες κοινωνικές ανισότητες και τη διεθνή γεωπολιτική ρευστότητα, ο βουλευτής Δωδεκανήσου του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει την ανάγκη επιστροφής σε αρχές που, όπως υποστηρίζει, παραμένουν απολύτως επίκαιρες.
Στη σημερινή του συνέντευξη στη «δ» δεν περιορίζεται σε μια διαπίστωση της κρίσης, αλλά επιχειρεί να χαρτογραφήσει το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο, ασκώντας κριτική τόσο στη σημερινή κυβέρνηση όσο και στις παθογένειες του παρελθόντος. Παράλληλα, θέτει το πλαίσιο για την επόμενη ημέρα της δημοκρατικής παράταξης, εστιάζοντας στο στοίχημα της αξιοπιστίας, της πολιτικής αυτονομίας και της διαμόρφωσης μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Με ιδιαίτερη αναφορά στη Δωδεκάνησο και τα διαχρονικά προβλήματα της νησιωτικότητας, ο κ. Νικητιάδης αναδεικνύει τις ανισότητες της περιφέρειας, επιμένοντας ότι η πολιτική πειθώ κρίνεται τελικά στην καθημερινότητα του πολίτη. Από την υγεία και την ακρίβεια έως τη διαφάνεια και τη λειτουργία του κράτους, η συνέντευξη επιχειρεί να συνδέσει τη μεγάλη εικόνα με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
• Κύριε Νικητιάδη, στο συνέδριο περιγράψατε την εποχή ως περίοδο αστάθειας και αβεβαιότητας. Ποια είναι τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αυτής της συγκυρίας που καθιστούν αναγκαία την επιστροφή στις σοσιαλιστικές αρχές;
Ζούμε σε μια εποχή όπου η αβεβαιότητα αποτελεί καθημερινή εμπειρία του πολίτη. Είναι η ακρίβεια που εξαντλεί το εισόδημα πριν τελειώσει ο μήνας κα Παμπρή. Είναι η ανασφάλεια των νέων ανθρώπων, που βλέπουν ότι εργάζονται περισσότερο και αμείβονται λιγότερο. Είναι η πίεση στη μεσαία τάξη, που καλείται να σηκώσει δυσανάλογα βάρη. Είναι η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, όταν μεγάλα ζητήματα, όπως η διαφάνεια, το κράτος δικαίου και η ισονομία, τίθενται διαρκώς εν αμφιβόλω. Και είναι, βεβαίως, ένα διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις οικονομίες και τις κοινωνίες. Καθημερινώς γινόμαστε μάρτυρες της επικράτησης του δίκαιου του ισχυρού. Γι’ αυτό, όταν μιλώ για επιστροφή στις σοσιαλιστικές αρχές, δεν εννοώ επιστροφή σε συνθήματα του παρελθόντος. Εννοώ επιστροφή σε αξίες που αποδεικνύονται σήμερα απολύτως σύγχρονες όπως κοινωνική δικαιοσύνη, ισχυρό κοινωνικό κράτος, ρύθμιση της αγοράς εκεί όπου η ασυδοσία παράγει ανισότητες, στήριξη της εργασίας, δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν. Η μεγάλη αντίθεση της εποχής μας είναι ότι ενώ η τεχνολογία και ο παραγόμενος πλούτος αυξάνονται, ο άνθρωπος αισθάνεται πιο αδύναμος. Εκεί ακριβώς έρχεται ο δημοκρατικός σοσιαλισμός να ξαναδώσει νόημα στην πολιτική. Οι ιδρυτικές αρχές του ΠΑΣΟΚ, η λαϊκή κυριαρχία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η δημοκρατία με ενεργό συμμετοχή του πολίτη, είναι η πολιτική απάντηση σε μια εποχή που ζητά περισσότερη προστασία, περισσότερη λογοδοσία και περισσότερη αξιοπρέπεια στην καθημερινή ζωή.


• Υποστηρίξατε ότι το ΠΑΣΟΚ φέρει τη σφραγίδα των μεγάλων μεταρρυθμίσεων της χώρας. Πώς μπορεί αυτή η ιστορική παρακαταθήκη να γίνει πειστικό εργαλείο για τις νεότερες γενιές;
Η ιστορική παρακαταθήκη έχει αξία μόνο όταν μεταφράζεται με τα σημερινά δεδομένα. Οι νέες γενιές δεν συγκινούνται αυτομάτως από τη μνήμη. Δικαίως ζητούν αποδείξεις ότι μια παράταξη μπορεί και σήμερα να αλλάξει τη ζωή τους. Επομένως, το ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να απευθύνεται στους νέους με νοσταλγία αλλά με αξιοπιστία. Να τους λέει, ναι, είμαστε η παράταξη που άφησε θετικό και βαθύ θεσμικό αποτύπωμα στη χώρα, αλλά αυτό μας δεσμεύει να είμαστε και σήμερα δύναμη μεταρρύθμισης. Διότι οι μεγάλες αλλαγές δεν ήταν τυχαίες. Το ΕΣΥ, το ΑΣΕΠ, τα ΚΕΠ, η ΔΙΑΥΓΕΙΑ, κρίσιμες παρεμβάσεις στη σχέση κράτους και πολίτη, δεν ήταν απλές διοικητικές κινήσεις. Ήταν πολιτική επιλογή υπέρ της ισότητας, της προσβασιμότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας. Αυτό πρέπει να το θυμίζουμε, ως απόδειξη ικανότητας. Να δείχνουμε δηλαδή ότι όταν η χώρα χρειάστηκε μεγάλες τομές, η δημοκρατική παράταξη ήταν εκεί.
Από εκεί και πέρα, το κρίσιμο είναι η γέφυρα με το σήμερα. Για έναν εικοσάχρονο ή τριαντάχρονο, το ερώτημα δεν είναι τι έγινε τη δεκαετία του ’80 ή του 2010, αλλά αν θα μπορέσει να βρει δουλειά με αξιοπρεπή αμοιβή, να νοικιάσει σπίτι, να φτιάξει οικογένεια, να μη ζει με το άγχος της μόνιμης επισφάλειας. Το μήνυμα οφείλει και πρέπει να είναι ξεκάθαρο, όπως τότε δημιουργήθηκαν θεσμοί που αναβάθμισαν τη χώρα, έτσι και τώρα χρειάζονται νέες μεταρρυθμίσεις για τη στέγη, την εργασία, την παιδεία, την περιφερειακή ανάπτυξη, την ψηφιακή διαφάνεια, τη συμμετοχική δημοκρατία. Η νέα γενιά δεν θέλει να της μιλάς αφ’ υψηλού. Θέλει να της αποδείξεις ότι την ακούς και ότι μπορείς να της δώσεις προοπτική. Εκεί πιστεύω ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα καθώς συνδυάζει ιστορική εμπειρία, θεσμική σοβαρότητα και δυνατότητα ανανέωσης.
• Μιλήσατε και για τις «πληγές του λαϊκισμού» της περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Πού εντοπίζετε τις πιο σοβαρές συνέπειες αυτής της περιόδου στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα κι επίσης αυτή σας η αναφορά δεν κλείνει την όποια συνεργασία με την αποκαλούμενη κεντροαριστερά;
Οι σοβαρότερες συνέπειες εκείνης της περιόδου είναι, κατά τη γνώμη μου, τρεις. Πρώτον, η απαξίωση της αλήθειας στην πολιτική. Καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι μπορείς να υπόσχεσαι τα πάντα, να λες τα αντίθετα από όσα θα εφαρμόσεις και μετά να ζητάς από την κοινωνία να το ξεχάσει. Δεύτερον, η συστηματική επένδυση στην πόλωση, που δηλητηρίασε τον δημόσιο διάλογο. Και τρίτον, η απόπειρα ηγεμονίας πάνω σε όλο τον προοδευτικό χώρο με όρους όχι συνεννόησης αλλά πολιτικής εξόντωσης του ΠΑΣΟΚ. Αυτές τις πληγές βλέπουμε και σήμερα, όταν τμήμα της κοινωνίας αντιμετωπίζει συνολικώς το πολιτικό σύστημα με καχυποψία και αποστασιοποίηση. Ο λαϊκισμός άφησε πίσω του ένα βαθύ ίχνος δυσπιστίας. Και αυτή η δυσπιστία, όταν συναντά τη σημερινή κυβερνητική αλαζονεία και τις διαρκείς σκιές αδιαφάνειας, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα απαξίωσης της πολιτικής συνολικώς.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κλείνει η συζήτηση για συνεργασίες στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Το αντίθετο. Σημαίνει ότι οι συνεργασίες πρέπει να έχουν άλλη βάση. Όχι παρασκήνιο, όχι τεχνητές συγκολλήσεις, όχι σχέδια κορυφής χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση. Το ΠΑΣΟΚ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν αποκλείει συνεργασίες, αλλά αυτές μπορούν να υπάρξουν μόνο με πολιτικό περιεχόμενο, προγραμματική καθαρότητα και πλήρη σεβασμό στην πολιτική του αυτονομία. Δεν μπορεί να οικοδομηθεί αξιόπιστη κεντροαριστερά πάνω στην αμνησία, ούτε πάνω σε μηχανισμούς που δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Άρα, η κριτική μας στον λαϊκισμό είναι ένας όρος σοβαρότητας για να υπάρξει οποιοσδήποτε διάλογος.
• Πάμε στο κρίσιμο ερώτημα, γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ακόμη κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης. Ποια είναι τα βασικά ελλείμματα στην επικοινωνία του κόμματος;
Θα είμαι ειλικρινής. Το ΠΑΣΟΚ δεν πάσχει από έλλειψη θέσεων. Πάσχει, εν μέρει, από το ό,τι δεν έχει ακόμη μετατρέψει με την απαιτούμενη ένταση και ταχύτητα το προγραμματικό του βάθος σε καθημερινό πολιτικό ρεύμα. Έχει γίνει σημαντική δουλειά, μέσα από συνδιασκέψεις, προσυνεδριακό διάλογο, επεξεργασία θέσεων, κοινωνική και θεματική εξωστρέφεια. Αυτό αποτυπώθηκε και στο ίδιο το συνέδριο. Όμως η κοινωνία δεν αρκείται να ξέρει ότι έχεις πρόγραμμα. Θέλει να το ακούει καθαρά, απλά, επαναληπτικώς και πειστικώς.
Υπάρχει, λοιπόν, ένα επικοινωνιακό έλλειμμα στην πολιτική μετάφραση. Δηλαδή στο πώς το σοβαρό και τεκμηριωμένο περιεχόμενο γίνεται μήνυμα που αγγίζει τον πολίτη στη γλώσσα της καθημερινότητάς του. Δεν αρκεί να έχεις δίκιο στη Βουλή. Πρέπει ο πολίτης να καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτό για το ενοίκιό του, για τον μισθό του, για το νοσοκομείο του, για το σχολείο του παιδιού του, για το αν το νησί του ή η πόλη του έχει προοπτική. Το δεύτερο ζήτημα είναι η οργανωμένη, ενιαία και συνεχής παρουσία.
Η κυβέρνηση διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς αναπαραγωγής της ατζέντας της. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αντιτάξει ένα μοντέλο πιο συνεκτικό, με καθαρή ιεράρχηση θεμάτων, με πιο έντονη περιφερειακή παρουσία και με καλύτερη διασύνδεση ανάμεσα στο κεντρικό μήνυμα και στην τοπική κοινωνία. Ειδικώς για εμάς που εκπροσωπούμε τη Δωδεκάνησο, ξέρουμε καλά ότι η πολιτική πειθώ δεν κρίνεται μόνο στα στούντιο των Αθηνών αλλά και στο αν ακούς τον κόσμο, αν ξέρεις τις πραγματικές του ανάγκες.
Το τρίτο είναι ότι πρέπει να δείχνουμε με ακόμα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ότι δεν είμαστε απλώς μια δύναμη καταγγελίας, αλλά κυβέρνηση εν αναμονή. Αυτό είναι το στοίχημα της επόμενης περιόδου.

• Τι σημαίνει στην πράξη «πλήρης και πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας» και πότε εκτιμάτε ότι θα είναι έτοιμη; Επίσης μου έκανε εντύπωση η ανάγκη παρουσίας «πόρτα-πόρτα» που αναφέρατε. Θεωρείτε ότι αυτό το μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας μπορεί να είναι αποτελεσματικό στη σημερινή ψηφιακή εποχή;
Πλήρης και πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας σημαίνει να μπορείς να απαντήσεις με σαφήνεια στο ερώτημα. Τι θα κάνεις την πρώτη ημέρα, τον πρώτο μήνα, τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης. Σημαίνει πρόγραμμα κοστολογημένο, θεσμικώς επεξεργασμένο, κοινωνικώς δίκαιο και πολιτικώς καθαρό. Σημαίνει συγκεκριμένες λύσεις για την ακρίβεια, την ενίσχυση του εισοδήματος, την υγεία, την παιδεία, τη στέγη, την περιφερειακή ανάπτυξη, τη μεταρρύθμιση του κράτους, τη διαφάνεια και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Και σημαίνει, επίσης, ότι αυτό το σχέδιο δεν αποτελεί ένα άθροισμα αποσπασματικών εξαγγελιών αλλά μία πλήρως οργανωμένη συνεκτική εθνική στρατηγική. Το συνέδριο ακριβώς αυτό επιδίωξε να αναδείξει. Ότι υπάρχει πλέον ώριμη πολιτική βάση για να παρουσιαστεί η εναλλακτική κυβερνητική πρόταση του ΠΑΣΟΚ. Σε ό,τι αφορά στον χρόνο, θα έλεγα ότι ο βασικός κορμός είναι ήδη παρών. Το ζητούμενο τώρα είναι η περαιτέρω εξειδίκευση, η κοινωνική διάχυση και η αδιάκοπη πολιτική υπεράσπισή του. Δηλαδή, να πάψει το πρόγραμμα να είναι κείμενο για τους μυημένους και να γίνει εργαλείο κινητοποίησης της κοινωνίας.
Ως προς το «πόρτα-πόρτα», όχι μόνο το θεωρώ επίκαιρο, αλλά πιστεύω ότι είναι σήμερα αναγκαίο περισσότερο από ποτέ. Η ψηφιακή εποχή δίνει ταχύτητα, δεν δίνει όμως αυτομάτως εμπιστοσύνη. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλαπλασιάζουν την πληροφορία, αλλά δεν αντικαθιστούν την ανθρώπινη σχέση. Ο πολίτης θέλει να δει ότι δεν τον θυμάσαι μόνο προεκλογικώς. Θέλει επαφή, παρουσία, συνέπεια, διάλογο. Θέλει να σε ακούσει και να τον ακούσεις. Άρα, το σύγχρονο μοντέλο δεν είναι ή ψηφιακώς ή δια ζώσης. Είναι και τα δύο μαζί. Ισχυρή ψηφιακή παρουσία, αλλά και φυσική παρουσία σε γειτονιές, χωριά, πόλεις, χώρους εργασίας, νησιά. Εκεί ξαναχτίζεται η εμπιστοσύνη.
• Με αφορμή στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, το κίνημα κάνει λόγο για «πάρτι δημοσίου χρήματος» μέσω απευθείας αναθέσεων. Ποιες θεσμικές παρεμβάσεις προτείνει το ΠΑΣΟΚ για την ενίσχυση της διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις;
Το θέμα των απευθείας αναθέσεων είναι ένα θέμα βαθύτατα πολιτικό και θεσμικό. Όταν στο πρώτο εξάμηνο του 2025 οι απευθείας αναθέσεις ξεπέρασαν το 74% του συνόλου των δημοσίων συμβάσεων, δεν μιλάμε για κάτι μεμονωμένο υπο συνθήκες «έκτακτης ανάγκης» αλλά για μοντέλο διακυβέρνησης. Μιλάμε για ένα κράτος που αντί να οργανώνει ανοικτές, ανταγωνιστικές και διαφανείς διαδικασίες, επιλέγει την εύκολη οδό της αδιαφάνειας, της ευνοιοκρατίας και της ανακύκλωσης ενός κλειστού συστήματος ημετέρων. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ είναι σαφής. Πρώτον, μείωση των ορίων των απευθείας αναθέσεων από 30.000 σε 20.000 ευρώ και από 60.000 σε 30.000 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ. Δεύτερον, θέσπιση πραγματικού «κόφτη», ώστε η συνολική αξία των απευθείας αναθέσεων να μην υπερβαίνει το 5% των διαθέσιμων πιστώσεων κάθε αναθέτουσας αρχής. Τρίτον, εφαρμογή του μέτρου οριζοντίως, χωρίς εξαιρέσεις και παραθυράκια. Αυτές δεν είναι γενικόλογες διακηρύξεις. Είναι συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις που έχουν ήδη τεθεί από το ΠΑΣΟΚ.
Αλλά υπάρχει και ένα ακόμη επίπεδο. Το κράτος πρέπει να ξαναποκτήσει διοικητική επάρκεια. Δεν μπορεί κάθε κρίσιμη λειτουργία να εκχωρείται σε εξωτερικούς συμβούλους και ιδιωτικά γραφεία. Χρειάζεται ενίσχυση των δημόσιων δομών, ψηφιακή ιχνηλασιμότητα, επέκταση της λογικής της «ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ» παντού και θεσμικά αντίβαρα που δεν θα επιτρέπουν στην εκάστοτε κυβέρνηση να μεταχειρίζεται το δημόσιο χρήμα ως κομματικό εργαλείο. Η διαφανής αρχιτεκτονική κανόνων και κυρίως όταν μιλάμε για δημόσιο χρήμα που η Νέα Δημοκρατία το κατασπαταλάει σε ημέτερους.
• Κάθε φορά που έχουμε συνέδριο ακούγεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση ως στρατηγική προτεραιότητα. Ποιες είναι οι πρώτες πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν ώστε το ΠΑΣΟΚ να ανακτήσει την επιρροή του στον χώρο της Αυτοδιοίκησης;
Η πρώτη προϋπόθεση είναι να ξαναμιλήσουμε για την Αυτοδιοίκηση με όρους ουσίας και όχι απλώς με θεσμικές αναφορές. Το ΠΑΣΟΚ έχει ιστορική σχέση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, διότι ήταν η παράταξη που της έδωσε πνοή και θεσμικό βάθος. Αν θέλουμε, όμως, να ξαναγίνουμε η μεγάλη δύναμη του χώρου, πρέπει να αποδείξουμε ότι έχουμε σύγχρονο και εφαρμόσιμο σχέδιο. Οι πρώτες πρωτοβουλίες είναι συγκεκριμένες. Πλήρης αποσαφήνιση του ρόλου των τριών επιπέδων διοίκησης, ώστε να σταματήσει το χάος αρμοδιοτήτων. Πραγματική οικονομική αυτονομία των ΟΤΑ, με εργαλεία όπως η πιλοτική απόδοση του ΕΝΦΙΑ, η ενεργοποίηση τοπικών εσόδων και ένα σταθερό πλαίσιο χρηματοδότησης. Και, πάνω απ’ όλα, καμία νέα αρμοδιότητα χωρίς τους αντίστοιχους ανθρώπινους, οικονομικούς και τεχνικούς πόρους. Αυτά είναι ο πυρήνας μιας σοβαρής αυτοδιοικητικής μεταρρύθμισης. Από εκεί και πέρα, η πολιτική ανασυγκρότηση του χώρου θέλει διαρκή δουλειά. Ανοιχτό κόμμα, ανοιχτός τομέας Αυτοδιοίκησης, προσέλκυση νέων ανθρώπων, αυτοδιοικητικών στελεχών, επιστημόνων, ανθρώπων της πράξης. Το πρόσφατο ανοικτό κάλεσμα του ΠΑΣΟΚ για συνδιαμόρφωση προγράμματος είναι θετική κίνηση και πρέπει να αποκτήσει συνέχεια, βάθος και περιφερειακή γείωση.
Και βεβαίως, η Αυτοδιοίκηση συνδέεται με τα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα της χώρας, το δημογραφικό, την ερήμωση της περιφέρειας, τις ανισότητες, την ποιότητα ζωής στα αστικά κέντρα, τη νησιωτικότητα. Για εμάς, που γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τις ανάγκες της Δωδεκανήσου, αυτό είναι ακόμη πιο σαφές. Μια ισχυρή Αυτοδιοίκηση είναι όρος κοινωνικής συνοχής, τοπικής ανάπτυξης και εθνικής ανθεκτικότητας.
• Κύριε Νικητιάδη, η Δωδεκάνησος πολλές φορές αισθάνεται ότι παραμένει στο περιθώριο των κεντρικών αποφάσεων. Ποια θεωρείτε ότι είναι σήμερα τα μεγαλύτερα προβλήματα που απασχολούν τα νησιά μας και ποιες είναι οι άμεσες προτεραιότητες για την αντιμετώπισή τους;
Ξεκινώ από την Υγεία, γιατί εκεί αποτυπώνεται με τον πιο σκληρό τρόπο η εγκατάλειψη των νησιών μας. Δεν μπορεί η κυβέρνηση να μιλά για ανάπτυξη και τουριστικά ρεκόρ, όταν βασικές δημόσιες δομές παραμένουν υποστελεχωμένες και το ιατρείο στο αεροδρόμιο «Διαγόρας» της Ρόδου έχει μετατραπεί σε σύμβολο κρατικής ανεπάρκειας, και δεν έχει ακόμη ιατρό. Το έχω αναδείξει επανειλημμένως στη Βουλή, γιατί για εμένα η υγειονομική κάλυψη είναι ζήτημα ασφάλειας, αξιοπρέπειας και ισότητας για κατοίκους, εργαζομένους και επισκέπτες.
Αμέσως μετά έρχεται η ακρίβεια, που στη νησιωτική Ελλάδα γίνεται ακόμη πιο άδικη. Οι τιμές στα καύσιμα, το αυξημένο μεταφορικό κόστος και η συνολική επιβάρυνση της καθημερινότητας πιέζουν ασφυκτικώς νοικοκυριά, επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Και ενώ αυτά συμβαίνουν, η κυβέρνηση ανακυκλώνει αποτυχημένα μέτρα, αρνούμενη να αγγίξει τον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ στα καύσιμα. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η επιμονή μας για τους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν είναι δυνατόν να μιλά κανείς για νησιωτικότητα και συγχρόνως να αφήνει εκτός τη Ρόδο, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της Δωδεκανήσου. Και αυτό το θέμα το έχω φέρει κατ’ επανάληψη στη Βουλή, γιατί δεν μπορεί η Δωδεκάνησος να πληρώνει ακριβότερα τα πάντα και να εισπράττει λιγότερα από το κράτος.
Υπάρχουν όμως και άλλα μεγάλα μέτωπα. Ο πρωτογενής τομέας ασφυκτιά στην Κω και στη Ρόδο από το αυξημένο κόστος παραγωγής και μεταφοράς, η ακτοπλοϊκή σύνδεση σε ορισμένα νησιά εξακολουθεί να κινείται στα όρια του αποκλεισμού και, συνολικώς, απουσιάζει μια συνεκτική νησιωτική πολιτική για τη Δωδεκάνησο. Παραλλήλως, παραμένουν ανοικτά κρίσιμα εργασιακά ζητήματα, όπως η ανάγκη χρονικής επεκτάσεως του επιδόματος ανεργίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων και των εποχικώς εργαζομένων, η αποκατάσταση του εφάπαξ, που από τα 20 χρόνια μεταφέρθηκε στα 40, αλλά και η σοβαρή έλλειψη τεχνικών επιθεωρητών εργασίας, την ώρα που τα ζητήματα ασφάλειας στους χώρους δουλειάς και τα εργατικά ατυχήματα είναι απολύτως υπαρκτά και δεν επιτρέπουν άλλη αδιαφορία. Για όλα αυτά τα ζητήματα έχω αναλάβει κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες, με αλλεπάλληλες Ερωτήσεις και Επίκαιρες Ερωτήσεις στη Βουλή. Τα προβλήματα που έχει σωρεύσει η Ν.Δ. στη Δωδεκάνησο και εξακολουθεί να μην επιλύει είναι, δυστυχώς, πάρα πολλά. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη διαφορά. Το ΠΑΣΟΚ δεν περιορίζεται στην καταγγελία, αλλά αντιπαραθέτει συγκεκριμένο πρόγραμμα, τεκμηριωμένες προτάσεις και εφαρμόσιμες λύσεις για τη νησιωτική Ελλάδα.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου