Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με αίτηση ακυρώσεως των από 21 Δεκεμβρίου 2015 αποφάσεων του Υπουργού Υγείας, με τις οποίες παύθηκαν από τα καθήκοντά τους, προσέφυγαν 4 πρώην διοικητές νοσοκομείων, μεταξύ αυτών και ο κ. Βασίλειος Παπανικόλας του Νικηφόρου.
Ο κ. Παπανικόλας, πρώην διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, στρέφεται συγκεκριμένα, στο κοινό δικόγραφο, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπείται από τον Υπουργό Υγείας, για την ακύρωση της με αριθμό Α2β/Γ.Π.οικ.99321/22-12-2015 απόφασης του Υπουργού, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΥΟΔΔ 942/28-12-2015.
Στην αίτηση ακυρώσεως, επισημαίνουν ότι της εκδόσεως των αποφάσεων, παύσεως τους, αλλά και των «αιτιολογικών εκθέσεων παύσης» τους, προηγήθηκε διαδικασία, η οποία είχε ως προφανή στόχο την «εκκαθάριση» των Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών του Υπουργείου Υγείας με πρόδηλα πολιτικά κριτήρια.
Εξειδικεύοντας την θέση τους αυτή, τονίζουν ότι κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, περί την άνοιξη του έτους 2015, ο Υπουργός Υγείας είχε ζητήσει τόσο προφορικά όσο και εγγράφως την παραίτηση όλων των Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών του Υπουργείου Υγείας, ως αν να απευθυνόταν σε μετακλητούς υπαλλήλους.
Λόγω απροθυμίας όλων των Διοικητών να παραιτηθούν οικεία βουλήσει, κλήθηκαν άπαντες σε προφορική συνέντευξη, ενώπιον της Επιτροπής Αξιολόγησης των υποψηφίων Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών, κατά την οποία τα μέλη της Επιτροπής, μετά από δεκάλεπτη το πολύ συνέντευξη, κατά την οποία δεν τηρήθηκαν προσηκόντως πρακτικά, αξιολόγησαν το σύνολο των Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών.
Παρά το γεγονός ότι και οι τέσσερις αξιολογήθηκαν θετικά από την Επιτροπή, έστω και κατά την πλημμελή αυτή διαδικασία, ο Υπουργός, στηριζόμενος στις ανωτέρω αναφερόμενες «αιτιολογικές εκθέσεις παύσης» τους, προέβη στην έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων.
Υποστηρίζουν, ειδικότερα ότι η διαδικασία παύσης των Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών του Υπουργείου Υγείας έλαβε μορφή περισσότερο πολιτικής εκκαθάρισης των ήδη διορισμένων σε αυτές τις θέσεις, παρά μιας αντικειμενικής και διαφανούς αξιολόγησης της αποδοτικότητας και της προόδου τους.
Εν τέλει, από τους συνολικά 127 Διοικητές και Αναπληρωτές Διοικητές αξιολογήθηκαν θετικά από την Επιτροπή Αξιολόγησης όχι περισσότεροι από 30, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι, στη θέση τους δε παρέμειναν συνολικά μόλις 16.
Ως πρώτο λόγο ακύρωσης, προβάλλουν ότι οι αποφάσεις παύσεως τους παραβιάζουν τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος.
Υποστηρίζουν συγκεκριμένα ότι τύγχαναν Διοικητές νοσοκομείων, υπαγόμενοι στο προστατευτικό θεσμικό πλαίσιο των επί θητεία μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος και ως εκ τούτου απολαύουν, κατά τη διάρκεια της θητείας τους της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας και δεν μπορούν να απολυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται κατά τα δύο τρίτα, τουλάχιστον από μονίμους υπαλλήλους.
Ως δεύτερο λόγο προβάλλουν ότι οι αποφάσεις παύσεώς τους διαλαμβάνουν πολλαπλώς μη νόμιμη αιτιολογία.
Υποστηρίζουν συγκεκριμένα ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ετήσιες εκθέσεις προόδου των Διοικήσεων των Υ.Πε. και την εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης, που ήταν ευνοϊκές, επέχουσες θέση σύμφωνης γνώμης και κώλυαν την έκδοση των αποφάσεων παύσης με αντίθετο σε αυτές περιεχόμενο.
Ο Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας, όπως τονίζουν, με την «αιτιολογική έκθεση παύσης» για καθένα εξ αυτών, αναφέρεται σε περιστατικά και αξιολογικές κρίσεις, τα οποία δεν στηρίζονται σε κανένα απολύτως έγγραφο, δεν τεκμηριώνονται σε κανένα άλλο στοιχείο, το οποίο να τους δίνει τη δυνατότητα να τα αντικρούσουν, παρά μόνο αναφέρεται γενικώς και αορίστως στο συνολικό τους έργο, σε ικανότητα διαχείρισης έκτακτων προβλημάτων, διασφάλισης εύρυθμης λειτουργίας του φορέα, καθώς και στη μέχρι σήμερα συνεργασία του Διοικητή με τον Υπουργό Υγείας.
Εξηγούν δε ότι αν πράγματι ο Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας ή ο Υπουργός διαπίστωνε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους, όχι μόνο είχε τη δυνατότητα, αλλά όφειλε να τους παραπέμψει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ασκώντας την δέουσα πειθαρχική εξουσία σε βάρος τους.
Ως τρίτο λόγο ακύρωσης, προβάλλουν, ότι οι αποφάσεις παύσεως τους παραβιάζουν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 του ν. 2690/1999.
Πιο συγκεκριμένα μετά την «αιτιολογική έκθεση παύσης», η οποία διελάμβανε δυσμενή στοιχεία και αξιολογικές κρίσεις, δεν κλήθηκαν να εκθέσουμε τις απόψεις τους, ασκώντας το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης.
Τέλος διατείνονται ότι οι αποφάσεις παύσεως τους διαλαμβάνουν και ουσιαστικά αβάσιμη αιτιολογία.
Τονίζουν συγκεκριμένα ότι οι «αιτιολογικές εκθέσεις παύσης» αναφέρονται σε περιστατικά και διαλαμβάνουν αξιολογικές κρίσεις, τα οποία, εκτός από αόριστα, τυγχάνουν και απολύτως αβάσιμα, βρίθουν από ανακρίβειες και αναφορά σε γεγονότα, τα οποία ουδόλως αφορούν αυτούς στους οποίους αναφέρονται, πιθανολογούν δε ότι χρησιμοποιήθηκαν παρόμοιες περιγραφές για όλους τους Διοικητές και Αναπληρωτές Διοικητές, τους οποίους αφορούν.
Σε κάθε περίπτωση, όπως υποστηρίζουν, όλα τα αναφερόμενα σ’ αυτές τυγχάνουν απολύτως ψευδή και αβάσιμα.
Την υπόθεση χειρίζεται το δικηγορικό γραφείο του κ. Νικολάου Καραμέτου.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ