Η υπόθεση της μεταφοράς 58 μεταναστών στη Ρόδο, με φόντο την καταδίωξη ταχύπλοου που κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα προς τα τουρκικά παράλια, περνά σήμερα στο επόμενο κρίσιμο στάδιο. Οι 2 υπήκοοι Τουρκίας, ηλικίας 24 και 27 ετών, που συνελήφθησαν ως φερόμενοι χειριστές του σκάφους, αναμένεται να απολογηθούν σήμερα ενώπιον του Α’ τακτικού Ανακριτή.
Στο πλευρό τους βρίσκεται η δικηγόρος τους κ. Μαρία Μανώλακα, σε μια διαδικασία που αναμένεται να αποτυπώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις θέσεις των κατηγορουμένων, αλλά και να κρίνει την ποινική τους μεταχείριση μετά τη σύλληψη, την κατάσχεση του σκάφους και τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προανάκριση.
Η κινητοποίηση των αρχών ξεκίνησε την 1 Μαρτίου 2026 και περί ώρα 07:20, όταν το Λιμενικό ενημερώθηκε για παρουσία ικανού αριθμού ατόμων στην ευρύτερη περιοχή Γενναδίου. Στο πεδίο βρέθηκαν στελέχη του Λιμενικού Τμήματος Λίνδου με συνδρομή στελεχών της ΕΛ.ΑΣ., ενώ είχε ήδη ενεργοποιηθεί το αρμόδιο ημεδαπό Αστυνομικό Τμήμα για την περισυλλογή και την αρχική διαχείριση.
Κατά τις έρευνες εντοπίστηκαν 58 αλλοδαποί, εκ των οποίων 24 άνδρες, 11 γυναίκες και 23 ανήλικοι, οι οποίοι είχαν εισέλθει στην ελληνική επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο πλαίσιο της προανάκρισης, οι μεταφερόμενοι ανέφεραν ότι κατέβαλαν περίπου 4.000 δολάρια ανά άτομο για τη μεταφορά τους, στοιχείο που καταγράφεται ως κρίσιμο για την εικόνα της διακίνησης και το οικονομικό της αποτύπωμα.
Αναγνώριση από τους μεταφερόμενους και τα στοιχεία ταυτοποίησης
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στην προανάκριση, οι 2 υπήκοοι Τουρκίας ηλικίας 24 και 27 ετών αναγνωρίστηκαν από τους μεταφερόμενους αλλοδαπούς ως οι διακινητές τους. Παράλληλα, από μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν μετά τη μεταφορά όλων στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Ρόδου, προέκυψε ότι οι 2 φέρονται να λειτουργούσαν ως χειριστές εναλλάξ, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα οργανωμένου ρόλου στη μεταφορά.
Τι κατέθεσαν οι 2 κατηγορούμενοι και πώς περιέγραψαν τη διαδρομή
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά το περιεχόμενο των προανακριτικών απολογιών, καθώς και οι 2 κατηγορούμενοι φέρονται να αποδέχθηκαν τις πράξεις που τους αποδίδονται. Οι καταθέσεις τους, περιλαμβάνουν περιγραφές για επαφές, μετακινήσεις εντός Τουρκίας, καθοδήγηση μέσω εφαρμογών και τον τρόπο φόρτωσης των μεταφερόμενων πριν από την άφιξη στη Ρόδο.
Ο 24χρονος υπήκοος Τουρκίας αποδέχθηκε τις κατηγορίες και, όπως ανέφερε, δήλωσε ότι είναι κάτοικος Σαμσούντας. Περιέγραψε ότι επιδίωκε να φύγει από την Τουρκία για οικονομικούς λόγους και να μεταβεί στην Ελλάδα, ζητώντας βοήθεια από ομοεθνή του, ο οποίος κατά τα λεγόμενά του φέρεται να του έθεσε ως αντάλλαγμα τη συμμετοχή σε μεταφορά ανθρώπων. Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι ο ρόλος του θα ήταν βοηθητικός στον καπετάνιο. Στην αφήγησή του, αποτύπωσε διαδρομή με αεροπορική μετακίνηση από Κωνσταντινούπολη προς Αττάλεια και κατόπιν οδική μετάβαση προς Φινικέ, όπου έλαβαν αριθμό επικοινωνίας και κλήθηκαν μέσω εφαρμογής να στείλουν την τοποθεσία τους. Στη συνέχεια εμφανίστηκε όχημα που ρυμουλκούσε τρέιλερ με φουσκωτό σκάφος, τους ζητήθηκε να επιβιβαστούν και να ανοιχτούν στη θάλασσα μέχρι να λάβουν οδηγίες. Όπως είπε, μετά από περίπου 1 ώρα τους εστάλη στίγμα για σημείο φόρτωσης, προσέγγισαν παραλία κοντά στο Φινικέ βραδυνές ώρες της 28ης Φεβρουαρίου 2026, επιβίβασαν αρκετά άτομα και κινήθηκαν προς Ρόδο ακολουθώντας οδηγίες που, όπως ισχυρίστηκε, ελάμβαναν μέσω εφαρμογής. Ανέφερε ότι πρωινές ώρες της 1ης Μαρτίου 2026 αποβίβασαν τους μετανάστες στο Γεννάδι και αμέσως μετά ξεκίνησαν επιστροφή προς Τουρκία, όπου και εντοπίστηκαν από περιπολικό σκάφος της Ελληνικής Ακτοφυλακής. Στην ίδια εξέταση δήλωσε ότι γνώριζε πως τα άτομα ήταν παράνομοι μετανάστες. Όταν ρωτήθηκε για αμοιβή, υποστήριξε ότι το αντάλλαγμα θα ήταν να παραμείνει στην Ελλάδα, σημειώνοντας ότι δεν πρόλαβε να αποβιβαστεί.
Ο 27χρονος υπήκοος Τουρκίας, επίσης αποδέχθηκε την κατηγορία. Στην προανακριτική του κατάθεση φέρεται να ανέφερε ότι εργαζόταν ως ναυτικός και έκανε εκδρομές σε ελληνικά νησιά, ενώ περιέγραψε ότι μέσω εφαρμογής μπήκε σε ομάδα στην οποία αναζητούνταν καπετάνιοι έναντι μεγάλης αμοιβής. Είπε ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι υπέθεσε από την αρχή πως πρόκειται για κάτι παράνομο. Κατά τα αναφερόμενά του, λίγες ημέρες πριν από το περιστατικό έλαβε ειδοποίηση μέσω εφαρμογής και μετέβη σε περιοχή της Τουρκίας, όπου γνώρισε τον 24χρονο. Στη συνέχεια περιέγραψε μετακινήσεις προς παράκτια ζώνη, παραλαβή του σκάφους που ήταν φορτωμένο σε τρέιλερ και δοκιμή στη θάλασσα, ενώ ανέφερε ότι τους δόθηκε και κινητό τηλέφωνο για την επικοινωνία και την καθοδήγηση. Περιέγραψε την προσέγγιση σε παραλία κοντά στο Φινικέ, την επιβίβαση των μεταφερόμενων, τη διαδρομή προς τη Ρόδο με βάση αποσταλμένες τοποθεσίες και την αποβίβαση στο Γεννάδι τις πρωινές ώρες της 1ης Μαρτίου 2026. Δήλωσε ότι γνώριζε πως επρόκειτο για παράνομους μετανάστες και ότι είχε ανάγκη τα χρήματα. Σε ερώτηση για το ποσό που θα ελάμβανε, φέρεται να απάντησε ότι θα έπαιρνε 6.000 ευρώ αφού επέστρεφε το σκάφος στην Τουρκία.
Σήμερα η απολογία των δύο Τούρκων που συνελήφθησαν μετά την καταδίωξη ταχύπλοου με 58 μετανάστες














