ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ολόκληρη η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Βουλή

Εντός της ημέρας ανα­μέ­νε­ται να κατα­τε­θεί επι­σή­μως στο γραφείο του Προ­έ­δρου της Βουλής, υπο­γε­γραμ­μένη από 50 βου­λευ­τές -όπως προ­βλέ­πε­ται από τον Κανο­νι­σμό, προ­κει­μέ­νου να ξεκι­νή­σουν οι κοι­νο­βου­λευ­τι­κές δια­δι­κα­σίες, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη Συνταγ­μα­τική Ανα­θε­ώ­ρηση.

Ολό­κληρη η πρόταση, η αιτιο­λο­γική Έκθεση, καθώς και ο συγκρι­τι­κός πίνακας «Τι ισχύει – Τι προ­τεί­νε­ται», έχουν ως εξής:

Η συνταγ­μα­τική ανα­θε­ώ­ρηση συνιστά κεντρική στιγμή στη λει­τουρ­γία του πολι­τεύ­μα­τος, ειδικά προ­κει­μέ­νου για αυστηρά Συντάγ­ματα, όπως το ελλη­νικό. Απο­σκο­πεί όχι μόνο να διορ­θώ­σει ατέ­λειες, αστο­χίες και δυσλει­τουρ­γίες ως προς την εφαρ­μογή του Συντάγ­μα­τος, αλλά κυρίως να απα­ντή­σει σε κρίσιμα ερω­τή­ματα ως προς την κατεύ­θυνση που πρέπει να πάρει το πραγ­μα­τικό σύνταγμα, η εφαρ­μογή του συνταγ­μα­τι­κού κει­μέ­νου στην πολι­τική πράξη.

Η καθαρή έξοδος από τα Μνη­μό­νια τον Αύγου­στο του 2018 και η μετά­βαση σε μια νέα ιστο­ρική φάση, μας υπο­χρε­ώ­νει να αφο­σιω­θούμε στις μεγάλες θεσμι­κές τομές και μεταρ­ρυθ­μί­σεις με στόχο την ενί­σχυση του κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού, την εμβά­θυνση της δημο­κρα­τίας, την προ­ώ­θηση της ισό­τη­τας και της ισο­νο­μίας, την προ­στα­σία των κοι­νω­νι­κών δικαιω­μά­των, τον απα­ραί­τητο θεσμικό εκσυγ­χρο­νι­σμό.

Μια προ­σπά­θεια που εκκι­νή­σαμε ήδη από το 2015, ενι­σχύ­ο­ντας την κοι­νο­βου­λευ­τική δια­δι­κα­σία και προ­χω­ρώ­ντας σε σειρά θεσμι­κών παρεμ­βά­σεων, παρά τους γνω­στούς και μεγά­λους περιο­ρι­σμούς που δημιουρ­γούσε η συνθήκη της αυστη­ρής επι­τρο­πείας.

Ψηφί­σαμε την απλή ανα­λο­γική ως εκλο­γικό σύστημα στις βου­λευ­τι­κές και αυτο­διοι­κη­τι­κές εκλογές, αλλά­ζο­ντας τους όρους αντι­προ­σώ­πευ­σης και κατο­χυ­ρώ­νο­ντας, όχι μόνο την τυπική, αλλά και την ουσια­στική ισότητα της ψήφου.

Κατα­θέ­σαμε και ψηφί­σαμε σειρά νομο­θε­τη­μά­των για τη διεύ­ρυνση των ελευ­θε­ριών και την κατο­χύ­ρωση νέων κοι­νω­νι­κών και πολι­τι­κών δικαιω­μά­των, κάνο­ντας βήματα προς την κατεύ­θυνση της πραγ­μα­τι­κής ισό­τη­τας των πολιτών ανε­ξαρ­τή­τως φύλου, φυλής, χρώ­μα­τος ή σεξουα­λι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Καταρ­γή­σαμε την πολι­τική επι­στρά­τευση των απεργών. Απο­κα­τα­στή­σαμε τις συλ­λο­γι­κές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις.

Όλα αυτά ήταν βήματα θεσμι­κής προόδου, εκδη­μο­κρα­τι­σμού και από­κρι­σης σε πραγ­μα­τικά κοι­νω­νικά  και λαϊκά αιτή­ματα. Η ανα­θέ­ω­ρηση του Συντάγ­μα­τος όμως δεν συγκε­φα­λαιώ­νει απλώς, αλλά προωθεί περαι­τέρω, ώριμες και ανα­γκαίες προ­ο­δευ­τι­κές τομές, τόσο για την απο­κα­τά­σταση της εμπι­στο­σύ­νης των πολιτών στο πολι­τικό μας σύστημα, όσο όμως και για την εμβά­θυνση της δημο­κρα­τίας  και της λαϊκής κυριαρ­χίας.

Βασικός στόχος της ανα­θε­ώ­ρη­σης, είναι να απα­ντή­σουμε στις μεγάλες  προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζει σήμερα η δημο­κρα­τία και το κοι­νο­βου­λευ­τικό σύστημα. Αλλά και στις προ­κλή­σεις και τους κιν­δύ­νους που επι­φυ­λάσ­σει η ανε­ξέ­λεγ­κτη κυριαρ­χία των αγορών, η ανε­ξέ­λεγ­κτη κυριαρ­χία του νεο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στις σύγ­χρο­νες κοι­νω­νίες.

Από τη μια μεριά, η οικο­νο­μική κρίση έφερε στο προ­σκή­νιο τις χρόνιες παθο­γέ­νειες του ελλη­νι­κού κράτους. Μιας οργά­νω­σης -μη οργάνωσης- που δήθεν ήταν απο­τέ­λε­σμα  της ανε­πάρ­κειας των κυβερ­νή­σεων της μετα­πο­λί­τευ­σης. Αλλά αντί­θετα, απο­τε­λούσε πολι­τική επιλογή.  Καθώς το οργα­νω­τικό και διοι­κη­τικό χάος ήταν τελικά μια τεχνο­λο­γία εξου­σίας. Ήταν η προ­ϋ­πό­θεση:

• για την ανα­πα­ρα­γωγή σχέσεων εξάρ­τη­σης των πολιτών από το πολι­τικό προ­σω­πικό,

• τη δημιουρ­γία, τη συντή­ρηση και τη συγκά­λυψη εστιών δια­φθο­ράς από τη βάση μέχρι τις κορυφές του διοι­κη­τι­κού μηχα­νι­σμού

• για την ανοχή, σε τελική ανάλυση, της γενι­κευ­μέ­νης φορο­δια­φυ­γής που λει­τούρ­γησε και ως κατα­λύ­της για την ηγε­μο­νία του νεο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού.

Από την άλλη, όμως, η μνη­μο­νιακή συνθήκη έθεσε και νέα ερω­τή­ματα. Έφερε στο προ­σκή­νιο με ένταση, λαϊκά αιτή­ματα για την υπε­ρά­σπιση της ίδιας της δημο­κρα­τίας. Και τέλος,  μας υπεν­θύ­μισε πόσο απρο­στά­τευτη μπορεί να είναι η πολι­τεία και ο κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός από την ενί­σχυση υπε­ρε­θνι­κών, κρα­τι­κών και ιδιω­τι­κών μηχα­νι­σμών που κινού­νται έξω από το πλαίσιο του λαϊκού ελέγχου.

Tα προ­γράμ­ματα δημο­σιο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής, έπληξαν τον πυρήνα της οικο­νο­μι­κής κυριαρ­χίας της χώρας μας. Απα­ξί­ω­σαν θεσμούς αντι­προ­σώ­πευ­σης και πολι­τι­κούς φορείς. Διέρ­ρη­ξαν την εμπι­στο­σύνη των πολιτών, όχι μόνο στο πολι­τικό σύστημα, αλλά και στην ίδια τη δημο­κρα­τία. Και όλα αυτά συνέ­βη­σαν σε συν­θή­κες μετα­σχη­μα­τι­σμών του κράτους, των θεσμών και των δομών του. Μετα­σχη­μα­τι­σμών που έχουν ήδη οδη­γή­σει σε ενί­σχυση μηχα­νι­σμών, των οποίων η εξουσία δεν πηγάζει  από τη λαϊκή βούληση αλλά από μια δήθεν αντι­κει­με­νική τεχνική γνώση που υπο­τί­θε­ται πως κατέ­χουν. Μια γνώση που είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τητα η άλλη όψη μιας εξου­σίας.

Πρό­κει­ται εδώ, για την κυριαρ­χία της τεχνο­κρα­τι­κής ιδε­ο­λο­γίας που υψώνει σινικά τείχη μεταξύ του λαού και των εκπρο­σώ­πων του από τη μια και των πολ­λα­πλών πλέον κέντρων λήψης των απο­φά­σεων από την άλλη. Και πρέπει να κατα­νο­ή­σουμε τόσο την ιδε­ο­λο­γία αυτή, όσο και τους μετα­σχη­μα­τι­σμούς που προ­κα­λεί. Με κυριό­τερο  από αυτούς, τη διαρκή αφαί­ρεση πεδίων από την ύλη της δημο­κρα­τι­κής πολι­τι­κής σύγκρου­σης.  Έτσι, κρα­τι­κοί μηχα­νι­σμοί, ιδιω­τι­κοί φορείς, υπε­ρε­θνι­κοί οργα­νι­σμοί, ανε­ξάρ­τη­τες αρχές, απο­κτούν συχνά όχι μόνο την δυνα­τό­τητα να ασκούν πει­θαρ­χι­κές λει­τουρ­γίες αλλά και να επι­βά­λουν πολι­τι­κές που παρου­σιά­ζο­νται μάλιστα ως μονό­δρο­μος, ως ανα­γκαιό­τη­τες.

Μέσα σε αυτή τη μετα­δη­μο­κρα­τική συνθήκη, είμαστε υπο­χρε­ω­μέ­νοι να προ­ω­θή­σουμε μέτρα και συνταγ­μα­τι­κές ρυθ­μί­σεις ενί­σχυ­σης τόσο του Κοι­νο­βου­λίου, όσο όμως και του ελέγχου που αυτό ασκεί, τόσο στις εκά­στοτε κυβερ­νή­σεις, όσο, όμως, και στις τεχνο­κρα­τι­κές δομές που ασκούν εν τέλει εξουσία. Μέτρα δηλαδή που θα ενι­σχύ­ουν τις λει­τουρ­γίες, η εξουσία των οποίων πηγάζει απευ­θείας και άρα ελέγ­χε­ται απευ­θείας, από το λαό.  Αλλά και μέτρα που θα ενι­σχύ­ουν την λαϊκή συμ­με­τοχή. Την απευ­θείας συμ­με­τοχή των πολιτών στην πολι­τική ζωή αλλά και την λήψη των απο­φά­σεων από τους ίδιους τους πολίτες.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό προ­τεί­νουμε:

Την καθιέ­ρωση παγίως, ανα­λο­γι­κού εκλο­γι­κού συστή­μα­τος, αλλά και την ταυ­τό­χρονη καθιέ­ρωση της εποι­κο­δο­μη­τι­κής ψήφου δυσπι­στίας.

Η εποι­κο­δο­μη­τική ψήφος δυσπι­στίας απο­τε­λεί τον θεσμό σύμφωνα με τον οποίο πρόταση δυσπι­στίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Κοι­νο­βού­λιο, παρά μόνο υπό την προ­ϋ­πό­θεση ότι υπερ­ψη­φί­ζε­ται ταυ­τό­χρονα και νέος Πρω­θυ­πουρ­γός. Και τούτο φυσικά, δεν δημιουρ­γεί μόνο συν­θή­κες πολι­τι­κής στα­θε­ρό­τη­τας, καθώς διευ­κο­λύ­νει τη συνέ­χεια των κυβερ­νή­σεων και δυσκο­λεύει την πρόωρη λήξη της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής περιό­δου. Ταυ­τό­χρονα δημιουρ­γεί και τους όρους εκεί­νους για τετρα­ε­τείς πολι­τι­κούς κύκλους, πέρα και έξω από τακτι­κι­σμούς και σχε­δια­σμούς εξω­θε­σμι­κών πολι­τι­κών κέντρων.

Και είναι αλήθεια ότι το μέτρο αυτό είναι ένα μέτρο που ισχυ­ρο­ποιεί την εκά­στοτε  Κυβέρ­νηση.  Είναι λοιπόν γι’αυτό το λόγο, που δεν μπορεί να νοηθεί και να λει­τουρ­γή­σει, παρά μόνο σε συν­δυα­σμό με την υπο­χρέ­ωση για εφαρ­μογή ενός ανα­λο­γι­κού εκλο­γι­κού συστή­μα­τος, ενός εσω­τε­ρι­κού δηλαδή στον κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό, εξι­σορ­ρο­πη­τι­κού μηχα­νι­σμού.  Πρό­κει­ται  για ένα εσω­τε­ρικό και μάλιστα δημο­κρα­τικό αντί­βαρο της ισχυ­ρο­ποί­η­σης της κυβέρ­νη­σης.

Στο ίδιο πλαίσιο της ανάγκης για στα­θε­ρό­τητα της κυβέρ­νη­σης, αλλά και σεβα­σμού της λαϊκής βού­λη­σης  σε συν­θή­κες διά­χυ­σης των πολι­τι­κών εξου­σιών, εντάσ­σε­ται και η πρόταση που απο­τρέ­πει τη διάλυση του Κοι­νο­βου­λίου με αφορμή την αδυ­να­μία εκλογής Προ­έ­δρου της Δημο­κρα­τίας με αυξη­μένη πλειο­ψη­φία από το Κοι­νο­βού­λιο.

Επίσης εντός της  ίδιας λογικής, εντάσ­σε­ται και η πρόταση για την υπο­χρέ­ωση ο Πρω­θυ­πουρ­γός να είναι απα­ραι­τή­τως αιρετός από τον ελλη­νικό λαό, δηλαδή εκλεγ­μέ­νος βου­λευ­τής. Μια πρόταση που λαμ­βά­νει υπόψη της την πολι­τική εμπει­ρία που αντλή­σαμε από τα χρόνια της κρίσης. Ώστε να μην επα­να­λη­φθούν έκτα­κτες πολι­τι­κές κατα­στά­σεις με διο­ρι­σμούς Πρω­θυ­πουρ­γών που δεν έχουν περάσει από τη βάσανο της λαϊκής ψήφου.

Άλλο ένα μέτρο που αφορά την αρχι­τε­κτο­νική των θεσμών είναι και η υπο­χρέ­ωση, νέες ανε­ξάρ­τη­τες αρχές να ιδρύ­ο­νται μόνο με αυξη­μένη πλειο­ψη­φία των 3/5 του όλου αριθμού των βου­λευ­τών. Διότι ο αστό­χα­στος πολ­λα­πλα­σια­σμός τους, έχει οδη­γή­σει σήμερα σε θεσμι­κούς λαβυ­ρίν­θους.

Αν η ενί­σχυση όμως του Κοι­νο­βου­λίου και της εκλεγ­μέ­νης Κυβέρ­νη­σης απο­τε­λεί τον έναν πόλο της πρό­τα­σής μας, η ενί­σχυση της λαϊκής παρέμ­βα­σης απο­τε­λεί τον άλλο.  Και τούτο φυσικά, συναρ­τά­ται επίσης με την εμπει­ρία των προ­γραμ­μά­των προ­σαρ­μο­γής, την κρίση αντι­προ­σώ­πευ­σης που πυρο­δό­τη­σαν και τις λαϊκές κινη­το­ποι­ή­σεις που ξέσπα­σαν, ιδίως στην αρχή της κρίσης.

Το κίνημα των πλα­τειών, στις αρχές της οικο­νο­μι­κής κρίσης, πέραν του θυμού και της οργής απέ­να­ντι στις πολι­τι­κές της σκληρής λιτό­τη­τας, έθεσε στην ημε­ρή­σια διάταξη και ένα καίριο ερώτημα που αφορά τα όρια της αντι­προ­σώ­πευ­σης.  Έθεσε το αίτημα για απευ­θείας συμ­με­τοχή του λαού στη δια­μόρ­φωση της πολι­τι­κής και των κρί­σι­μων απο­φά­σεων.  Απαί­τησε να μην είναι ο λαός παρα­τη­ρη­τής των εξε­λί­ξεων όσο θα διαρκεί η τετρα­ε­τία μεταξύ δύο εκλο­γι­κών ανα­με­τρή­σεων.

Και ο λαός απο­τε­λεί για μας την βασική εγγύηση τήρησης της δημο­κρα­τι­κής αρχής. Επειδή είμαστε με τη δημο­κρα­τία και όχι με την αρι­στο­κρα­τία, επι­μέ­νουμε να την υπε­ρα­σπι­ζό­μα­στε,  ακόμη και όταν θεω­ρούμε ότι η πλειο­ψη­φία δεν παίρνει τις απο­φά­σεις που εμείς επι­θυ­μούμε. Για αυτό προ­τεί­νουμε την κατο­χύ­ρωση του δικαιώ­μα­τος για διε­νέρ­γεια δημο­ψη­φί­σμα­τος με λαϊκή πρω­το­βου­λία, είτε για κρίσιμο εθνικό θέμα είτε για ψηφι­σμένο νομο­σχέ­διο, αλλά και την θεσμο­θέ­τηση της λαϊκής νομο­θε­τι­κής πρω­το­βου­λίας.  Μέτρα δηλαδή που φέρνουν το λαό, αλλά και την πολι­τική, τον διάλογο, τη δια­φω­νία, την αντι­πα­ρά­θεση πολι­τι­κών σχεδίων στο προ­σκή­νιο.  Διότι έτσι συγκρο­τού­νται οι ισχυρές δημο­κρα­τίες.  Όταν εμπι­στεύ­ο­νται και όχι όταν φοβού­νται την λαϊκή κρίση.

Θα πρέπει όμως να αντι­με­τω­πι­στούν και οι παθο­γέ­νειες της οργά­νω­σης του κράτους,  που απο­τέ­λε­σαν και μια από τις βασικές αιτίες της κρίσης, που δεν ήταν μόνο οικο­νο­μική αλλά ήταν και θεσμική. Παθο­γέ­νειες όπως η δια­φθορά και η δια­πλοκή της πολι­τι­κής με την οικο­νο­μική εξουσία, αλλά και η απα­ρά­δε­κτη ισχύ­ουσα ανι­σό­τητα στην ποινική μετα­χεί­ριση όλων των πολιτών.

Διότι η παρούσα συνταγ­μα­τική δια­μόρ­φωση, δημιουρ­γεί στην πραγ­μα­τι­κό­τητα μια κάστα, την κάστα του πολι­τι­κού προ­σω­πι­κού και οργα­νώ­νει θεσμικά το πελα­τειακό κράτος και το κράτος των προ­νο­μίων σε ειδικές κατη­γο­ρίες πολιτών.

 

Βεβαίως, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ανάγκη προ­στα­σίας των αντι­προ­σώ­πων του λαού κατά την άσκηση των καθη­κό­ντων τους, χωρίς όμως να γίνεται ανεκτή η θεσμική κατο­χύ­ρωση της ασυ­δο­σίας και της ατι­μω­ρη­σίας.

Επίσης, είναι ώρα για την τρο­πο­ποί­ηση των δια­τά­ξεων που αφορούν τη βου­λευ­τική ασυλία, ώστε αυτή να καλύ­πτει επίσης απο­κλει­στικά τα αδι­κή­ματα που τελού­νται κατά την άσκηση των καθη­κό­ντων τους.

Και ακόμα, προ­τεί­νουμε να ανα­με­τρη­θούμε με την αντί­ληψη που δεν τιμά το πολι­τικό σύστημα και τους πολι­τι­κούς, τη δια­δε­δο­μένη αντί­ληψη των πολιτών, δυστυ­χώς, ότι η πολι­τική είναι επάγ­γελμα και μάλιστα για ορι­σμέ­νους επι­κερ­δές, και όχι προ­σφορά. Γι’ αυτό και προ­τεί­νουμε να προ­βλε­φθεί όριο θητειών για τους βου­λευ­τές, ώστε να μη δημιουρ­γού­νται όροι συναλ­λα­γής με το εκλο­γικό σώμα.

Ένα από τα κεντρικά θέματα που οφείλει να θίξει η συνταγ­μα­τική ανα­θε­ώ­ρηση είναι το θέμα των σχέσεων Εκκλη­σίας και Κράτους.

Η Πολι­τεία, ο πολι­τι­κός κόσμος, η Εκκλη­σία, οι πολίτες αλλά και οι πιστοί, έχουν σήμερα την ωρι­μό­τητα, την σωφρο­σύνη και την ευαι­σθη­σία να απο­δε­χτούν τον εξορ­θο­λο­γι­σμό των σχέσεων αυτών. Και εκτι­μούμε ότι μπορεί να δια­μορ­φω­θούν ευρείες συναι­νέ­σεις, ώστε να περά­σουμε σε μια νέα εποχή στις σχέσεις Κράτους και Εκκλη­σίας. Έχει έρθει λοιπόν ο καιρός, ώστε να κατο­χυ­ρω­θεί ρητά στο Σύνταγμα η θρη­σκευ­τική ουδε­τε­ρό­τητα του ελλη­νι­κού κράτους, με ό,τι αυτό συνε­πά­γε­ται κανο­νι­στικά και πρα­κτικά.  Και αυτό είναι ένα σημα­ντικό βήμα για τον εκσυγ­χρο­νι­σμό και την φιλε­λευ­θε­ρο­ποί­ηση του Συντάγ­μα­τός μας.

Ο τελευ­ταίος άξονας των προ­τά­σεων μας, αφορά την ενί­σχυση της προ­στα­σίας των κοι­νω­νι­κών δικαιω­μά­των.  Πρέπει να αντι­με­τω­πι­σθεί η επίθεση στα κοι­νω­νικά δικαιώ­ματα, η οποία ιδιαί­τερα τα χρόνια των μνη­μο­νίων αλλά και πριν απ’ αυτά, ήταν ταυ­τι­σμένη με το νεο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό.  Πρέπει να ανα­στρα­φεί η απα­ξί­ωση του δικαιώ­μα­τος στην εργασία, η απορ­ρύθ­μιση της αγοράς εργα­σίας, η απο­δυ­νά­μωση της προ­στα­σίας των κοινών αγαθών, η συνταγ­μα­τική αφωνία για κρίσιμα πεδία του κοι­νω­νι­κού κράτους.

Και από την πρώτη στιγμή αυτής της μακρό­χρο­νης δια­δι­κα­σίας του δια­λό­γου είχαμε δια­κη­ρύ­ξει την βούληση μας για ένα Σύνταγμα:

• Που θα προ­στα­τεύει δημόσια αγαθά, όπως  το νερό και την ηλε­κτρική ενέρ­γεια από την επέλαση της ιδιω­τι­κής πρω­το­βου­λίας.

•  Που θα κατο­χυ­ρώ­νει εμφα­τικά την προ­στα­σία της εργα­σίας και των εργα­ζο­μέ­νων.

•  Που θα ανα­γνω­ρί­ζει την απο­κλει­στική αρμο­διό­τητα των κοι­νω­νι­κών εταίρων να ορίζουν τον κατώ­τατο μισθό.

•  Που θα ενι­σχύει τις κρα­τι­κές εγγυ­ή­σεις για καθο­λική πρό­σβαση σε υπη­ρε­σίες υγείας σε όλους τους πολίτες.

Βεβαίως, όλες αυτές οι προ­τά­σεις, αντα­να­κλούν τις δικές μας ιδε­ο­λο­γι­κές επι­λο­γές, αλλά είναι και θέσεις που αντα­πο­κρί­νο­νται στις  πραγ­μα­τι­κές  ανάγκες, τις αγωνίες της ελλη­νι­κής  κοι­νω­νίας, αλλά  και στις προσ­δο­κίες των πολιτών από το πολι­τικό σύστημα.

Η πρόταση μας επι­διώ­κει τις συναι­νέ­σεις, εκεί που είναι δυνατές. Περι­λαμ­βά­νει αρκετές από τις προ­τά­σεις Ανα­θε­ώ­ρη­σης της Νέας Δημο­κρα­τίας του 2014, αλλά  και από τα σημεία ανα­θε­ώ­ρη­σης που πρό­τεινε πρό­σφατα το ΚΙΝΑΛ. Μαζί με άλλες, βεβαίως, που απο­τε­λούν το δικό μας πολι­τικό και ιδε­ο­λο­γικό στίγμα,  όπως κάθε πολι­τική δύναμη έχει το δικαί­ωμα -και την υποχρέωση- να κατα­θέ­τει στον κοι­νο­βου­λευ­τικό διάλογο.

Θα επι­διώ­ξουμε συναι­νέ­σεις, όχι μόνον ως προς τον κατά­λογο των άρθρων που θα ανα­θε­ω­ρη­θούν, αλλά και ως προς την κατεύ­θυνση της ανα­θε­ώ­ρη­σης τους. Διότι, όπως έκρινε και η απόφαση του Ανώ­τα­του Ειδικού Δικα­στη­ρίου 11/2003, θεω­ρούμε ότι τόσο η αρχική μας πρόταση όσο και η τελική απόφαση της Ειδικής Κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Επι­τρο­πής Ανα­θε­ώ­ρη­σης του Συντάγ­μα­τος θα πρέπει να προσ­διο­ρί­ζει δεσμευ­τικά και το περιε­χό­μενο των ανα­θε­ω­ρη­τέων άρθρων.

Επι­συ­νά­πτο­νται ανα­λυ­τικά η πρόταση και ο συγκρι­τι­κός πίνακας ισχυου­σών και προ­τει­νό­με­νων δια­τά­ξεων

πηγή .kathimerini.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.