ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μίκης Θεοδωράκης: Το ΚΚΕ τον αποχαιρετά με βαθιά συγκίνηση και ένα ακατάπαυστο χειροκρότημα

news room 1 λεπτό ανάγνωση
73

«Η μου­σι­κή του Μίκη είναι ζυ­μω­μέ­νη με όλα εκεί­να τα υλικά που φτιά­χνουν τη με­γά­λη τέχνη, την τέχνη που συλ­λαμ­βά­νει τον σφυγ­μό της επο­χής της και προ­αι­σθά­νε­ται το επερ­χό­με­νο. Το αί­σθη­μα, το φρό­νη­μα, η μνήμη και η πείρα του λαού που αγω­νί­ζε­ται, είναι η πηγή της έμπνευ­σής του» ανα­φέ­ρει σε ανα­κοί­νω­σή της η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή του ΚΚΕ, για τον θά­να­το του Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη

«Με βαθιά συ­γκί­νη­ση κι ένα ακα­τά­παυ­στο χει­ρο­κρό­τη­μα απο­χαι­ρε­τού­με τον Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη, αγω­νι­στή-δη­μιουρ­γό, οδη­γη­τή και πρω­τερ­γά­τη μιας νέας, μα­χό­με­νης τέ­χνης στη μου­σι­κή», ανα­φέ­ρει σε ανα­κοί­νω­σή της η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή του ΚΚΕ, για τον θά­να­το του Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη.

«Η μου­σι­κή του Μίκη είναι ζυ­μω­μέ­νη με όλα εκεί­να τα υλικά που φτιά­χνουν τη με­γά­λη τέχνη, την τέχνη που συλ­λαμ­βά­νει τον σφυγ­μό της επο­χής της και προ­αι­σθά­νε­ται το επερ­χό­με­νο. Το αί­σθη­μα, το φρό­νη­μα, η μνήμη και η πείρα του λαού που αγω­νί­ζε­ται, είναι η πηγή της έμπνευ­σής του» το­νί­ζε­ται, με­τα­ξύ άλλων.

«Με τη μου­σι­κή του Μίκη θα συ­νε­χί­ζου­με να πο­ρευό­μα­στε ώσπου… «να ση­μά­νουν οι κα­μπά­νες» της κοι­νω­νι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης. Αλλά και όταν «τε­λειώ­σει ο πό­λε­μος» δεν θα τον ξε­χά­σου­με… Θα είναι μαζί μας και όταν «κοκ­κι­νί­ζουν τα όνει­ρα» κα­τα­λή­γει η ανα­κοί­νω­ση του ΚΚΕ και απευ­θύ­νει θερμά συλ­λυ­πη­τή­ρια και καλή δύ­να­μη στους οι­κεί­ους του.

Ολό­κλη­ρη η ανα­κοί­νω­ση της ΚΕ του ΚΚΕ:

Με βαθιά συ­γκί­νη­ση κι ένα ακα­τά­παυ­στο χει­ρο­κρό­τη­μα απο­χαι­ρε­τού­με τον Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη, αγω­νι­στή-δη­μιουρ­γό, οδη­γη­τή και πρω­τερ­γά­τη μιας νέας, μα­χό­με­νης τέ­χνης στη μου­σι­κή.

Ορ­μη­τι­κός, εμπνευ­σμέ­νος και φλε­γό­με­νος από το πάθος της προ­σφο­ράς στο λαό, ο Θε­ο­δω­ρά­κης κα­τόρ­θω­σε να χω­ρέ­σει στο με­γα­λειώ­δες έργο του όλο το έπος της λαϊ­κής πάλης του 20ου αιώνα στη χώρα μας. Άλ­λω­στε, μέρος αυτού του έπους υπήρ­ξε και ο ίδιος.

Από 17 κιό­λας χρο­νών ορ­γα­νώ­θη­κε στο ΕΑΜ και λίγο μετά στο ΚΚΕ, παίρ­νο­ντας μέρος στην Εθνι­κή Αντί­στα­ση. Τον Δε­κέμ­βρη του ‘44 πο­λέ­μη­σε στη μάχη της Αθή­νας, που πνί­γη­κε στο αίμα και μετά την ήττα του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού μοι­ρά­στη­κε με τους συ­ντρό­φους του τις άγριες διώ­ξεις του αστι­κού κρά­τους ως εξό­ρι­στος στην Ικα­ρία και τη μαρ­τυ­ρι­κή Μα­κρό­νη­σο, όπου βα­σα­νί­στη­κε άγρια. Στη συ­νέ­χεια, αγω­νί­στη­κε μέσα από την ΕΔΑ και τους Λα­μπρά­κη­δες για την πο­λι­τι­στι­κή ανα­γέν­νη­ση, ενώ «πλή­ρω­σε» με νέες δο­κι­μα­σί­ες, φυ­λα­κές και εξο­ρί­ες, την πα­ρά­νο­μη δράση του ενά­ντια στη δι­κτα­το­ρία των συ­νταγ­μα­ταρ­χών το 1967. Συ­γκλο­νι­στι­κές ήταν οι συ­ναυ­λί­ες που έδινε στο εξω­τε­ρι­κό μέχρι την πτώση της δι­κτα­το­ρί­ας και στη συ­νέ­χεια σε όλη την Ελ­λά­δα. Το 1978 ήταν υπο­ψή­φιος δή­μαρ­χος του ΚΚΕ στην Αθήνα, ενώ το 1981 και το 1985 εκλέ­χτη­κε βου­λευ­τής του Κόμ­μα­τος. «Τα πιο δυ­να­τά και όμορ­φα χρό­νια μου τα έζησα στις γραμ­μές του ΚΚΕ» είχε δη­λώ­σει στην εκ­δή­λω­ση που διορ­γά­νω­σε το Κόμμα για να τι­μή­σει τα 90 χρό­νια της καλ­λι­τε­χνι­κής και κοι­νω­νι­κής προ­σφο­ράς του.

Πράγ­μα­τι ο Θε­ο­δω­ρά­κης δεν ξέ­χα­σε ποτέ τα ιδα­νι­κά της ελευ­θε­ρί­ας και της κοι­νω­νι­κής δι­καιο­σύ­νης, που έμει­ναν ανεκ­πλή­ρω­τα. Το έργο του είναι μια διαρ­κής ανα­μέ­τρη­ση με την αδι­κία και την ητ­το­πά­θεια, ένα σάλ­πι­σμα πάλης, νέων αγώ­νων, αντί­στα­σης, ανά­τα­σης κι ελ­πί­δας. «Τη Ρω­μιο­σύ­νη μην την κλαις… εκεί που πάει να σκύ­ψει… να την πε­τιέ­ται από ξαρ­χής» είναι η απά­ντη­σή του στην πίκρα και την απο­γο­ή­τευ­ση ενός λαού, που τα όνει­ρά του δεν πήραν ακόμα εκ­δί­κη­ση.

Αυτή η κα­τά­φα­ση στη ζωή και τον αγώνα δεν είναι ρηχή και πάντα εύ­κο­λη. Κά­ποιες φορές ανα­δύ­ε­ται μέσα από βα­σα­νι­στι­κό ανα­στο­χα­σμό. Χωρίς αμ­φι­βο­λία ο Μίκης, όσο καλά ήξερε να χτυπά κάθε μικρή και με­γά­λη αδι­κία, το ίδιο καλά ήξερε να εδραιώ­νει την πίστη ότι η αγάπη, η ευ­τυ­χία, η ει­ρή­νη και η ελευ­θε­ρία είναι πράγ­μα­τα κα­τορ­θω­τά. Αλλά κι όσο ρω­μα­λέα και δυ­να­τά χει­ρι­ζό­ταν το «δί­κο­πο μα­χαί­ρι», το «αστρα­φτε­ρό σπαθί» της μου­σι­κής του, τόσο εύ­κο­λα ήξερε να απα­λαί­νει το τρα­γού­δι του, αγ­γί­ζο­ντας με τρυ­φε­ρή ευαι­σθη­σία κάθε καλό και ωραίο στη ζωή και τον κόσμο.

Η μου­σι­κή του Μίκη είναι ζυ­μω­μέ­νη με όλα εκεί­να τα υλικά που φτιά­χνουν τη με­γά­λη τέχνη, την τέχνη που συλ­λαμ­βά­νει τον σφυγ­μό της επο­χής της και προ­αι­σθά­νε­ται το επερ­χό­με­νο. Το αί­σθη­μα, το φρό­νη­μα, η μνήμη και η πείρα του λαού που αγω­νί­ζε­ται, είναι η πηγή της έμπνευ­σής του. «Ό,τι φτιά­ξα­με το πή­ρα­με από το λαό και στο λαό το επι­στρέ­φου­με» έλεγε και αυτό δεν ήταν σε­μνο­τυ­φία. Ο Θε­ο­δω­ρά­κης είχε βαθιά συ­νεί­δη­ση ότι για το προ­σω­πι­κό του καλ­λι­τε­χνι­κό κα­τόρ­θω­μα σπου­δαίο ρόλο έπαι­ξε η εποχή του. Είχε από­λυ­τη επί­γνω­ση ότι στον ιδιαί­τε­ρο τρόπο και τον δυ­να­μι­σμό της τέ­χνης του αντα­να­κλού­σαν οι πρά­ξεις του λαού κι ότι η δική του συμ­με­το­χή στη λαϊκή δράση, πα­ρό­τι τον απο­σπού­σε σε κά­ποιο βαθμό από τη δη­μιουρ­γία του, ήταν το οξυ­γό­νο της. «Ο καλ­λι­τέ­χνης που ζει και δη­μιουρ­γεί μέσα στην πάλη, εξα­σφα­λί­ζει ξε­χω­ρι­στή θέση για το έργο του» δή­λω­νε. Το έργο του είναι λα­μπρή από­δει­ξη ότι η με­γά­λη τέχνη είναι πάντα πο­λι­τι­κή είτε το επι­διώ­κει είτε δεν το επι­διώ­κει ο δη­μιουρ­γός της.

Ο Θε­ο­δω­ρά­κης είχε και εμπι­στο­σύ­νη στο λαό. Πί­στευε ότι ο λαός έχει τη δύ­να­μη να κα­τα­κτή­σει ό,τι πιο υψηλό και όμορ­φο δη­μιουρ­γεί ο άν­θρω­πος στην ιστο­ρία του. Γι’ αυτό και με ιερή αφο­σί­ω­ση καλ­λιέρ­γη­σε μια τέχνη που ανυ­ψώ­νει το λαό. Ο Μίκης δεν με­λο­ποί­η­σε μόνο έξοχα τον ποι­η­τι­κό λόγο χωρίς να τον προ­δί­δει, τον ανα­δη­μιούρ­γη­σε και τον πα­ρέ­δω­σε με εκεί­νη τη μορφή που μπαί­νει κα­τευ­θεί­αν στη λαϊκή καρ­διά. «Έφερε την ποί­η­ση στο τρα­πέ­ζι του λαού, πλάι στο πο­τή­ρι και το ψωμί του», όπως έγρα­φε γι’ αυτόν ο Ρί­τσος. Δεν είναι μόνο η ανε­πα­νά­λη­πτη στην ιστο­ρία συ­νο­μι­λία της μου­σι­κής του με την ποί­η­ση του Ρί­τσου στον «Επι­τά­φιο», που μέσα και από τις συ­γκλο­νι­στι­κές ερ­μη­νεί­ες του Μπι­θι­κώ­τση και του Χιώτη έγινε ένας δια­χρο­νι­κός λαϊ­κός θρή­νος και ύμνος μαζί στον θά­να­το που γο­νι­μο­ποιεί το μέλ­λον. Ο Θε­ο­δω­ρά­κης πέ­τυ­χε να μι­λή­σει με την υψι­πε­τή ποί­η­ση στη λαϊκή ψυχή, ακόμα και μέσα από απαι­τη­τι­κές και ασυ­νή­θι­στες στο λαϊκό αυτί μου­σι­κές φόρ­μες, όπως αυτές στο «Άξιον Εστί» του Ελύτη, στο «Επι­φά­νεια-Αβέ­ρωφ» του Σε­φέ­ρη, στο «Πνευ­μα­τι­κό Εμ­βα­τή­ριο» του Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού κ.ά.

Στον πο­τα­μό του έργου του συ­νυ­πάρ­χουν σχε­δόν όλα τα είδη μου­σι­κής: Οι λαϊ­κοί δρό­μοι και το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι, αλλά και η αρ­χαία τρα­γω­δία, το βυ­ζα­ντι­νό μέλος, το κλασ­σι­κό τρα­γού­δι, η συμ­φω­νι­κή μου­σι­κή, τα ορα­τό­ρια. Πο­λύ­πλευ­ρος και πο­λυ­τά­λα­ντος, δια­νο­ού­με­νος καθώς ήταν, είχε και ένα πλού­σιο συγ­γρα­φι­κό έργο. Στην πε­ρί­πτω­ση του Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη συ­να­ντή­θη­κε η καλ­λι­τε­χνι­κή ιδιο­φυ­ΐα με μια προ­σω­πι­κό­τη­τα ανή­συ­χη, άγρυ­πνη και δη­μιουρ­γι­κή, που ένοιω­θε πάντα την ανά­γκη να ξε­περ­νά τον εαυτό της. Η μου­σι­κή του έσπα­σε τα σύ­νο­ρα της χώρας, καθώς η γλώσ­σα της έχει την οι­κου­με­νι­κό­τη­τα από τα κοινά βά­σα­να, τις ελ­πί­δες, τα ορά­μα­τα που μοι­ρά­ζο­νται όλοι οι λαοί, όλοι οι τα­πει­νοί της γης. Η πα­γκό­σμια ανα­γνώ­ρι­ση της καλ­λι­τε­χνι­κής και κοι­νω­νι­κής προ­σφο­ράς του επι­σφρα­γί­στη­κε με το βρα­βείο Λένιν για την ει­ρή­νη. Και αύριο με τη δική του μου­σι­κή θα τρα­γου­δή­σου­με μαζί οι λαοί στην Ελ­λά­δα, την Τουρ­κία, την Κύπρο, τα Βαλ­κά­νια, τη Μέση Ανα­το­λή, πα­ντού στη γη, το τρα­γού­δι της ει­ρή­νης.

Στον Μίκη άρεσε να περ­πα­τά, να ανα­πνέ­ει «στους με­γά­λους δρό­μους, κάτω απ’ τις αφί­σες». Και εκεί η μου­σι­κή του θα συ­νε­χί­ζει να ακού­γε­ται, να εμπνέ­ει, να πα­ρα­κι­νεί, να δια­παι­δα­γω­γεί. Με τη μου­σι­κή του Μίκη θα συ­νε­χί­ζου­με να πο­ρευό­μα­στε ώσπου… «να ση­μά­νουν οι κα­μπά­νες» της κοι­νω­νι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης. Αλλά και όταν «τε­λειώ­σει ο πό­λε­μος» δεν θα τον ξε­χά­σου­με… Θα είναι μαζί μας και όταν «κοκ­κι­νί­ζουν τα όνει­ρα».

Αθά­να­τος Μίκη!

Στους οι­κεί­ους του το ΚΚΕ απευ­θύ­νει τα θερμά του συλ­λυ­πη­τή­ρια και τους εύ­χε­ται καλή δύ­να­μη.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.