Τέσσερις υποθέσεις που αφορούν την παρατραπεζική δραστηριότητα που φέρονται να είχαν αναπτύξει εντός του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας Ρόδου, πρώην στελέχη της, έχουν αναρτηθεί στο πινάκιο της προσεχούς συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων.
Στην πρώτη υπόθεση κατηγορούμενη για απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και πλαστογραφία είναι μετά το θάνατο του πρώην διευθυντή της τράπεζας, η πρώην προϊστάμενη συναλλαγών.
Φέρονται συγκεκριμένα στη Pόδο την 30ή Αυγούστου 2003 να έπεισαν επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στη Μεσαιωνική Πόλη να υπογράψει με τη Λαϊκή Tράπεζα σύμβαση πώλησης και επαναγοράς τίτλων του Eλληνικού Δημοσίου (repos) ονομαστικής αξίας 422.375 ευρώ με ημερομηνία πώλησης την 31η Αυγούστου 2004 και συμφωνηθείσα τιμή 498.402 ευρώ. Δικαιούχοι των repos ήταν ο επιχειρηματίας και η σύζυγός του.
Φέρονται ειδικότερα να παρέστησαν στους ανωτέρω, ψευδώς ότι επρόκειτο για σύμβαση με την τράπεζα και έκαναν χρήση πλαστών εγγράφων, όμοιων με τα χρησιμοποιούμενα από την τράπεζα, χωρίς η τράπεζα να γνωρίζει για τη σύναψή τους.
Το θύμα φέρεται να κατέβαλε το ποσό των 422.375 ευρώ και όταν εμφανίσθηκε στο κατάστημα Pόδου της Λαϊκής Tράπεζας, την 31η Αυγούστου 2004, για να ζητήσει την επαναγορά των τίτλων η τράπεζα διαπίστωσε την απάτη και αναγκάσθηκε να τους αποζημιώσει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μητέρα του φερόμενου ως θύματος της ως άνω υπόθεσης έχει ομοίως προσφύγει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, διεκδικώντας αποζημιώσεις ύψους 1.424.030 ευρώ, από ομόλογα Eλληνικού Δημοσίου, που είχε επενδύσει και τα οποία όπως υποστηρίζει, έκαναν… φτερά!
Στη δεύτερη υπόθεση, που σχετίζεται εμμέσως με την προηγούμενη, μηνυτής είναι ένας έμπορος σιδήρου. Ο τελευταίος για τις ανάγκες των εταιρικών δραστηριοτήτων του, από το έτος 2002, διατηρούσε συνεργασία με τη Λαϊκή Τράπεζα.
Tον Αύγουστο του 2002 άνοιξε ένα λογαριασμό Ταμιευτηρίου. Μετά από λίγες ημέρες ο τότε διευθυντής φέρεται να τον κάλεσε στο γραφείο του και παρουσία της προϊσταμένης συναλλαγών να του ζήτησε, προς δική του διευκόλυνση, να υπογράψει κάποιες αποδείξεις ανάληψης. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 2004 του επιδόθηκε από την τράπεζα η από 14 Σεπτεμβρίου 2004 εξώδικη κλήση – όχληση – προειδοποίηση διά της οποίας γενικόλογα «ενημερωνόταν» ότι πιστώθηκε αχρεωστήτως στον λογαριασμό Ταμιευτηρίου του, το ποσό των 309.000 ευρώ, το οποίο εκείνος δήθεν ανέλαβε σταδιακά, αρχής γενομένης από την 4-9-2002.
Tην 1η Nοεμβρίου 2004, όπως τονίζει, του κοινοποιήθηκε η από 26 Oκτωβρίου 2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της τράπεζας εναντίον του, με την οποία εζητείτο η συντηρητική κατάσχεση του συνόλου των περιουσιακών του στοιχείων.
Κύρια νομική βάση της παραπάνω αίτησης αποτελούσε ο ισχυρισμός της τράπεζας για τέλεση αδικοπραξίας – υπό τη μορφή της συνέργειας – σε βάρος της και συγκεκριμένα ότι κατόπιν, μεταξύ άλλων, της παράτυπης και παράνομης πίστωσης, με ενέργειες του τότε διευθυντή του καταστήματος Ρόδου σε λογαριασμό Ταμιευτηρίου του οποίου είναι δικαιούχος, χρηματικών ποσών που προέρχονταν αφενός μεν από τραπεζικές επιταγές, που είχαν εκδοθεί σε διαταγή του εμπόρου της πρώτης υπόθεσης και αφετέρου από μετρητά που είχε καταθέσει το ίδιο ως άνω πρόσωπο στην παραπάνω Τράπεζα.
Το θύμα θεωρεί ότι πίστωσαν εν αγνοία του παράνομα και αντισυμβατικά αχρεωστήτως ποσά που δεν του ανήκαν, πλαστογράφησαν από κοινού παραστατικά, νόθευσαν αυτά συμπληρώνοντας εν αγνοία του ιδιοχείρως τα αναγκαία για την ανάληψη των σχετικών ποσών στοιχεία, έθεσαν τις υπογραφές τους σ¶ αυτά και προσπόρισαν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος.
Η τρίτη υπόθεση που έχει προγραμματιστεί αφορά υπεξαίρεση από κοινού και κατ’ εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.
Φέρονται ειδικότερα στη Pόδο, στις 31-7-1997, ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο ως προς την πράξη τους, αφού έλαβαν στην κατοχή τους από δύο ομογενείς της Ιταλίας το ποσό των 291.133,09 ευρώ, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για την αγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, ουδέποτε εκτέλεσαν την ως άνω εντολή αλλά ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους το ως άνω ποσό.
Στις 20-9-2000 φέρονται, αφού ζήτησαν έγκριση από δικαιούχους λογαριασμού ταμιευτηρίου, μέλη της ίδιας οικογένειας, να μεταφέρουν από τον λογαριασμό το ποσό των 146.735,14 ευρώ, σε προθεσμιακές καταθέσεις και έλαβαν την αντίστοιχη εντολή, ουδέποτε την εκτέλεσαν αλλά αφού εκταμίευσαν από τον ανωτέρω λογαριασμό το ως άνω ποσό, το ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους.
Στην τέταρτη υπόθεση η ίδια κατηγορούμενη θα αντιμετωπίσει τις κατηγορίες της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία, της πλαστογραφίας με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ κατά συρροή και κατά συναυτουργία και της άμεσης συνέργειας σε πλαστογραφία.
Την 21η Φεβρουαρίου 2003 ο τότε διευθυντής φέρεται να έπεισε την φερόμενη ως θύμα να επενδύσει το ποσό των 278.650 ευρώ σε προθεσμιακή κατάθεση με υψηλό επιτόκιο.
Ο ίδιος φέρεται να είχε ήδη δακτυλογραφήσει από μόνος του το έντυπο της προθεσμιακής κατάθεσης και να το είχε τοποθετήσει στο γραφείο του για να υπογραφεί από την πελάτισσα, ενώ της ζήτησε να του οπισθογραφήσει επιταγή της τράπεζας με την οποία συνεργαζόταν και από την οποία είχε αναλάβει τις οικονομίες της, προκειμένου να της παραδώσει την απόδειξη της προθεσμιακής κατάθεσης και βιβλιαρίου του λογαριασμού ταμιευτηρίου.
Κατά τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης ανά έτος, μετά το άνοιγμα του λογαριασμού, η φερόμενη ως θύμα, προσήλθε στο γραφείο του προκειμένου να ανανεώσει την προθεσμιακή της κατάθεση και να αναλάβει τους τόκους του πρώτου έτους. Εκεί φέρεται η προϊστάμενη συναλλαγών να της έδωσε να υπογράψει το έντυπο ανανέωσης της προθεσμιακής κατάθεσης που είχε δακτυλογραφήσει ο πρώτος κατηγορούμενος με επιτόκιο 4,6%.
Το θύμα φέρεται τότε να διαμαρτυρήθηκε, ζητώντας να αναλάβει την επένδυσή της σε μετρητά, ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, την διαβεβαίωσε ότι δήθεν μπορούσε οποτεδήποτε να λύσει μονομερώς την προθεσμιακή κατάθεση χωρίς να χάσει τους τόκους.
Στην πορεία διαπίστωσε όμως, ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν επενδύσει τα χρήματά της σε προθεσμιακή κατάθεση ενώ το ποσό της επιταγής που είχε δώσει κατέληξε σε έναν ιδιώτη. Περαιτέρω φέρεται να προέκυψε ότι την 28-08-2003 πραγματοποιήθηκε ανάληψη ποσού 175.000 ευρώ από κοινό λογαριασμό τριών μονίμων κατοίκων των Βρυξελλών, ο οποίος είχε ανοιχτεί από τους ίδιους τους δικαιούχους στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας στη Ρόδο με τη σαφή οδηγία να πιστωθεί σε αυτόν τον λογαριασμό ρέπος μετά τη ρευστοποίησή του.
Οπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε την ανάληψη του ποσού αυτού δεν έκαναν οι ίδιοι οι δικαιούχοι αλλά αυτή έγινε βάσει του σχετικού δελτίου ανάληψης το οποίο έφερε κατµ απομίμηση την υπογραφή ενός εξ¶ αυτών.
Το εν λόγω δελτίο ανάληψης φέρεται να προσκόμισε η προΐσταμένη συναλλαγών σε ταμία με την εντολή να εκτελέσει τη σχετική ανάληψη. Στην πορεία της έρευνας φέρεται να προέκυψε ότι συμπλήρωσε κατά τα λοιπά στοιχεία την εντολή ανάληψης, και ανέλαβε το ποσό, το οποίο στη συνέχεια παρέδωσε σε έναν ιδιώτη στον οποίο χρωστούσε, λόγω δανείου, χρήματα.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/tesseris-sovares-ipothesis-paratrapezikis-drastiriotitas/













