Στον τουρισμό μπαίνει η Εθνική τράπεζα

Στον τουρισμό σχεδιάζει να επενδύσει, σύμφωνα με πληροφορίες, η Εθνική τράπεζα, εκμεταλλευόμενη την καλή συγκυρία για τον κλάδο, αλλά και το νέο θεσμικό πλαίσιο που δημιουργείται για την τουριστική κατοικία.
Στην εξέλιξη αυτή συντείνει και η «μετάταξη» του έμπειρου τουριστικού στελέχους και επί χρόνια αναπληρωτή διευθύνοντος συμβούλου του Αστέρα, Πολυχρόνη Γριβέα στον τομέα του ξενοδοχειακού και τουριστικού χαρτοφυλακίου της μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας.
Στόχος αυτής της προσπάθειας είναι η αξιοποίηση των ξενοδοχειακών μοναδων και των τεράστιων εκτάσεων που έχουν περιέλθει στην ιδιοκτήσία της Εθνικής και οι οποίες παραμένουν στα αζήτητα, καθώς οι προσπάθειες πωλησής τους έχουν ναυαγήσει λόγω της οικονομικής κρίσης.
Υπενθυμίζεται ότι βάσει των πρώτων πληροφοριών, ο νέος νόμος για την τουριστική κατοικία προβλέπει ότι τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα (mixed use resorts), θα μπορούν να αναπτύσσονται σε εκτάσεις τουλάχιστον 150 στρεμμάτων, σε συνδυασμό με ξενοδοχεία 4 ή 5 αστέρων, σε ποσοστό έως 35% της συνολικά δομούμενης επιφάνειας.
Το καθεστώς ιδιοκτησίας και μακροχρόνιας μίσθωσής τους θα ορίζεται και θα διέπεται από Κανονισμό Συνιδιοκτησίας και Λειτουργίας που θα εγκρίνεται με υπουργική απόφαση. Η ρύθμιση αυτή θα αφορά και υφιστάμενες τουριστικές επενδύσεις, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αλλά βάση παραγράφου που προστέθηκε στο τελευταίο προσχέδιο, και τουριστικές επενδύσεις που θα έχουν ξεκινήσει τη διαδικασία αδειοδότησης όταν θα ισχύσει ο συγκεκριμένος Νόμος και που πληρούν τις προυποθέσεις που ορίζονται.
Η δεύτερη μορφή ανάπτυξης της τουριστικής κατοικίας στα ξενοδοχεία συνιδιοκτησίας (condo hotels), θα αναπτύσσεται σε ξενοδοχεία 4 ή 5 αστέρων, επί τμημάτων των οποίων θα επιτρέπεται η σύσταση οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών και η μακροχρόνια εκμίσθωσή τους σε τρίτους, υπό την προϋπόθεση ότι θα τα παραχωρούν στον φορέα της τουριστικής επιχείρησης για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ. 6 μήνες ετησίως) για εκμετάλλευση και το λιγότερο για 20 έτη. Οι επενδύσεις αυτές θα μπορούν να αναπτύσσονται σε εκτάσεις τουλάχιστον 100 στρεμμάτων και πάλι έως το 35% της δόμησης.