Το πλήρες αδιέξοδο, που επιβεβαιώθηκε το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής κατά τη Σύνοδο των Πολιτικών Αρχηγών υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, επιβεβαίωσε την έγκαιρη επισήμανση ότι σ’ αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο που διέρχεται η χώρα, την πλέον επικίνδυνη της μεταπολεμικής εποχής, το πολιτικό προσωπικό συλλήβδην είναι πολύ κατώτερο των περιστάσεων. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού αυτοί οι πολιτικοί είναι που εξέθρεψαν το πελατειακό και συντεχνιακό κράτος που, με τις υπερβολές του και τη διαφθορά του, συμπαρέσυρε το σύνολο της κοινωνίας σε μια άνευ προηγουμένου περιπέτεια. Κι ενδεχομένως, στη συνολική κατάρρευση εάν κι εφόσον οι δανειστές μας υλοποιήσουν την απειλή τους και δεν εκταμιεύσουν την πέμπτη δόση του δανείου τον προσεχή Ιούνιο.
Βεβαίως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι η απειλή των Ευρωπαίων και του ΔΝΤ είναι «μπλόφα», προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συναίνεση του συνόλου του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας στα πολύ σκληρά αλλά απαραίτητα, κατά την άποψή τους, μέτρα για τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας. Αν, όμως, δεν είναι; Κι αν τελικά η εκτίμηση ότι το ρίσκο της ελληνικής χρεοκοπίας, που μπορεί να συμπαρασύρει το σύνολο της Ευρωζώνης, είναι δυνατόν να το σηκώσουν οι Γερμανοί κι οι άλλοι ισχυροί της Ε.Ε., δεν είναι ορθή, τότε τι γίνεται;
Ριψοκίνδυνη κίνηση
Η αντιπολίτευση, πάντως, κυρίως διά στόματος του προέδρου της ΝΔ Αντώνη Σαμαρά, θεώρησε ότι είναι «μπλόφα» ή ακόμα και εκβιασμός η στάση των δανειστών μας, αλλά και του πρωθυπουργού, και απέρριψε το αίτημα περί χωρίς όρους και προϋποθέσεις συναίνεσης στο νέο μνημόνιο που προωθείται από την τρόϊκα. Είναι σαφές ότι η στάση του κ. Σαμαρά, αλλά και των υπολοίπων πολιτικών αρχηγών, αποτελεί πολύ ριψοκίνδυνη κίνηση. Δεν είναι ασφαλώς ακριβές αυτό που είπε ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ, Γιώργος Καρατζαφέρης, ότι κάποιοι, προφανώς αναφερόμενος στον κ. Σαμαρά, βάζουν το προσωπικό πολιτικό όφελος πάνω από το συμφέρον του τόπου. Αλλά χωρίς αμφιβολία η οικονομική επιβίωση της χώρας κρέμεται από μια κλωστή.
Οι ευθύνες της κυβέρνησης
Κι είναι επίσης βέβαιο ότι το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το σημερινό αδιέξοδο δεν το φέρει η αντιπολίτευση, η οποία ούτως ή άλλως είχε ξεκάθαρη θέση εναντίον του μνημονίου εδώ κι ένα χρόνο τώρα, αλλά η κυβέρνηση, η οποία μολονότι υπέγραψε το μνημόνιο απέτυχε παταγωδώς να υλοποιήσει τους όρους του. Κι αυτός είναι ο λόγος που η τρόικα θεωρεί, και δικαίως, ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν προχωρούν και δεν γίνονται οι απαραίτητες αλλαγές στο Δημόσιο για τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας.
Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με το Μνημόνιο 2 γιατί η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου και του υπουργού του επί των Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου απέτυχε να εφαρμόσει το Μνημόνιο 1.
Στην πραγματικότητα, ο κ. Παπακωνσταντίνου κι η κυβέρνησή του, εκτός από την οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων και τη σημαντική αύξηση όλων των κατηγοριών των φόρων, που δεν οδήγησε στην ουσιαστική αύξηση των φορολογικών εσόδων αλλά στην καταβαράθρωση της ανάπτυξης και της λειτουργίας της οικονομίας, επιφέροντας δυσβάστακτη αύξηση της ανεργίας στον ιδιωτικό τομέα και στη χρεοκοπία χιλιάδων μικρών και όχι τόσο μικρών επιχειρήσεων, δεν έκαναν το παραμικρό για να εξυγιάνουν το Δημόσιο, που έχει χρεοκοπήσει ουσιαστικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι καμιά από τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις δεν έχει προωθηθεί.
Καθυστερήσεις
Γι’ αυτό κι η τρόικα πιέζει. Και πιέζει διότι η κυβέρνηση καθυστερεί, συχνά χωρίς πραγματικό λόγο, στις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές, που είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει. Αρκετοί υπουργοί καθυστερούν, είτε γιατί δεν καταλαβαίνουν, είτε γιατί δεν μπορούν, είτε και γιατί ακόμα αντιδρούν για ιδεολογικούς ή κομματικούς λόγους στην πολιτική που καλούνται να εφαρμόσουν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων που σκάλωσε σε υπουργούς, όπως ο επί της Δικαιοσύνης Χάρης Καστανίδης, αλλά και ων αλλαγών στις ΔΕΚΟ των Μεταφορών, όπου στο όνομα ενός «εξαντλητικού διαλόγου», που ουδέποτε πραγματοποιήθηκε το επίμαχο νομοσχέδιο καθυστερεί κι εκκρεμεί επί μήνες, ακόμα και μετά την ψήφιση των σχετικών νόμων, με τρομακτικές επιπτώσεις και στην αξιοπιστία της κυβέρνησης προς την τρόικα, αλλά κι όσον αφορά την ίδια την κοινωνία που υφίσταται τις σκληρές επιπτώσεις. Ολη αυτή η κατάσταση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε κυβερνητική αποτυχία, εφόσον συνεχισθεί. Οχι γιατί δεν έπραξαν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, αλλά γιατί δεν τις προχωρούν αποφασιστικά, γρήγορα κι ουσιαστικά. Κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος στην προσπάθεια της Ελλάδας να βγει από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης, της μιζέριας και της υπανάπτυξης.
Το ζητούμενο της ανάπτυξης
Ακόμα κι αν τελικά αυτό καθαυτό το πρόβλημα του χρέους αντιμετωπισθεί, ακόμα κι αν δεν χρεοκοπήσει τυπικά το ελληνικό κράτος, θα έχουν χρεοκοπήσει προηγουμένως πολλά ελληνικά νοικοκυριά. Και πρωτίστως η ελληνική επιχειρηματικότητα.
Ακόμα και στο καλύτερο σενάριο, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα θα λυθεί έτσι απλά. Κι ότι η Ελλάδα μπορεί να επανέλθει στο προηγούμενο καθεστώς, όταν το κράτος δανειζόταν αφειδώς για να χρηματοδοτεί τις καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων, μέσω αθρόων διορισμών στο Δημόσιο, με τη χορήγηση πρόωρων συντάξεων, με τη δημιουργία δαπανηρών φορέων κι οργανισμών, με το βόλεμα ημετέρων, με την επιχορήγηση κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών. Το μοντέλο αυτό τελείωσε. Οριστικά. Και δεν πρόκειται να επαναληφθεί ποτέ στο ορατό μέλλον. Γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε δραστική αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφορών. Κι αυτό που πρέπει επειγόντως να πράξει είναι να αναζητήσει διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, που δεν θα στηρίζεται στην κατανάλωση και στην οικοδομή με δανεικά, που πλέον δεν θα υπάρχουν. Αλλά στη δημιουργία πλούτου μέσα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Κι αυτό δυστυχώς δεν το συζητάμε καν στην Ελλάδα σήμερα.













