Κάλεσμα για να περάσουν από τις τράπεζες, προκειμένου να βρουν λύσεις, απευθύνουν τα τραπεζικά στελέχη της Ρόδου προς όλους όσους έχουν δάνεια που έχουν σταματήσει να εξυπηρετούνται. Η προσπάθεια αυτή των τραπεζιτών εντάσσεται σε μια γενικότερη πολιτική που έχει τις ρίζες της στις τεράστιες απώλειες που θα έχουν οι τράπεζες μέσα από τον εκπλειστηριασμό των υποθηκευμένων ακινήτων.
Εχει διαπιστωθεί ότι για ένα τεράστιο αριθμό ακινήτων που είναι σήμερα υποθηκευμένα στη Ρόδο θα είναι αδύνατον να βρεθούν αγοραστές, έστω και μέσα από μια διαδικασία εκπλειστηριασμού και τούτο διότι οι έχοντες την οικονομική ρευστότητα ήδη έχουν θέσει στο στόχαστρό τους συγκεκριμένα «φιλέτα», που σύντομα θα βγουν στο «σφυρί». Ταυτόχρονα, θεωρείται απίθανο να βρεθούν ξένοι αγοραστές, που θα μπορούσαν να ενδιαφερθούν για μικρά ακίνητα, ελάσσονος σημασίας.
Αλλά ακόμα και τα ακίνητα εκείνα για τα οποία τελικώς θα βρεθούν πλειοδότες μέσα από μια αναγκαστική διαδικασία, τα χρήματα που τελικώς θα κερδίσουν οι τράπεζες θα είναι λιγότερα από το κεφάλαιο που διέθεσαν προς τους δανειολήπτες. Βέβαια, η οικονομική διαφορά που θα προκύψει (μεταξύ τελικής τιμής εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και δανειακού κεφαλαίου) υποτίθεται πως θα πρέπει να καλυφθεί από τον δανειολήπτη. Ομως, θεωρείται βέβαιο, πως ουδείς δανειολήπτης θα μπει στη λογική να εξοφλήσει ένα στεγαστικό δάνειο όταν ήδη έχει χάσει το σπίτι του. Ακόμα και η προοπτική δικαστικών αγώνων (μετά τον εκπλειστηριασμό) δεν μπορεί να φοβίζει εκείνους που έχουν χάσει τα πάντα στην Ελλάδα της κρίσης.
Επιπρόσθετα, οι τράπεζες επί σειράν ετών χορηγούσαν δάνεια για την αγορά οικοπέδων και για άλλες δράσεις που αφορούσαν ακίνητα (ανεγέρσεις κλπ), πολιτική που είχε ως αποτέλεσμα οι πρώτες να φορτωθούν εκατοντάδες δάνεια με ακίνητα, που σήμερα έχουν ευτελή αξία.
Γι’ αυτούς τους λόγους οι τραπεζίτες τώρα αναζητούν λύσεις. Οι ίδιοι προσεγγίζουν τους πελάτες τους σε μια προσπάθεια να τους αναθερμάνουν το ενδιαφέρον για κάποιου είδους συμβιβασμό.
Η όλη προσπάθεια είναι απολύτως θετική, ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή από τους δανειολήπτες, διότι ακόμα και η πιο απλής μορφής συμφωνία με κάποια τράπεζα εμπεριέχει κόστος. Η πρόταση για επαναρύθμιση ενός δανείου, σημαίνει αμέσως – αμέσως κεφαλαιοποίηση των οφειλόμενων τόκων. Ετσι, ένα δάνειο των 100.000 ευρώ μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε δάνειο των 130.000 ευρώ και ακολούθως να τοκίζεται αναλόγως.
Το κόστος μιας τέτοιας ρύθμισης είναι πολύ μεγάλο και αξίζει τον κόπο, όπως και τη δαπάνη, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο δανειολήπτης είναι αποφασισμένος να κρατήσει το ακίνητο που έχει αποκτήσει. Αλλά ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, είναι σημαντικό να μην υπογράψει καινούργιες συμβάσεις με την τράπεζα (που θα κεφαλαιοποιήσουν τους τόκους, ή θα εγγράψουν υποθήκες σε άλλα ακίνητα) και να επιμείνει στην μηνιαία καταβολή όποιου χρηματικού ποσού έχει στη διάθεσή του (έστω κι αν αυτό απαιτεί να έρχεται αντιμέτωπος με τις οχλήσεις των εισπρακτικών εταιρειών).
Εάν ο δανειολήπτης δεν ενδιαφέρεται να κρατήσει το ακίνητο που έχει, τότε δεν συντρέχουν λόγοι να κάνει μια ρύθμιση που θα τον φορτώσει με πρόσθετες οικονομικές υποχρεώσεις, μόνο και μόνο για να κερδίσει χρόνο. Εάν δεν έχει πρόθεση να πληρώσει δόσεις, ή ακόμα χειρότερα, εάν δεν έχει χρήματα για να πληρώσει για ένα οικόπεδο που κάποτε αγόρασε ως επένδυση, τότε είναι καλύτερα να σκεφτεί διπλά προτού κάνει οποιαδήποτε κίνηση ρύθμισης. Καλό είναι να πάει στην τράπεζα, να συζητήσει, αλλά μέχρι εκεί.
Σήμερα υπάρχουν Νόμοι που προστατεύουν τους δανειολήπτες και προετοιμάζονται καινούργιοι με ακόμα περισσότερες δυνατότητες. Συνεπώς, μια ενημέρωση από την τράπεζα σε συνάρτηση με συζήτηση με κάποιο εξειδικευμένο δικηγόρο (και υπάρχουν τέτοιου είδους δικηγόροι στη Ρόδο) στα σίγουρα θα φέρει ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα για το όφελος και την προστασία του δανειολήπτη.

















