Προκαταρκτική έρευνα για διασπορά ψευδών ειδήσεων

Την επέμβαση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Κ. Μπούτσικου προκάλεσαν φήμες σχετικά με το ενδεχόμενο πτώχευσης της χώρας λόγω της οικονομικής κρίσης που οδήγησαν καταθέτες την περασμένη εβδομάδα στην απόφαση να αναλάβουν μαζικά χρήματα από τους λογαριασμούς σε υποκαταστήματα τραπεζών στο νησί.
Το καταστροφολογικό σενάριο και οι ψίθυροι περί… πλήρους χρεοκοπίας της χώρας έχουν οδηγήσει μικροαποταμιευτές κυρίως, στις τράπεζες, ζητώντας είτε να μεταφέρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό είτε να κάνουν ανάληψη των καταθέσεών τους!
Ο προϊσταμένος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών κ. Μπούτσικος παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου για να διαπιστωθεί εάν έχει διαπραχθεί το αδίκημα της διασποράς ψευδών ειδήσεων.
Στα πλαίσια της προκαταρκτικής έρευνας θα κληθούν να καταθέσουν διευθυντές των καταστημάτων όλων των τραπεζικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στο νησί.
Η έρευνα στρέφεται εναντίον όσων διέσπειραν ή διασπείρουν φήμες ικανές να επιφέρουν ανησυχίες ή φόβους στους πολίτες ή να ταράξουν τη δημόσια πίστη και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο εθνικό νόμισμα.
Ανάλογες έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη σ’ αλλες εισαγγελίες με αφορμή αναρτήσεις στο Διαδίκτυο για επικείμενη χρεοκοπία της χώρας.
Θυμίζουμε ότι μόλις πρόσφατα η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών κ. Ελένη Ράικου παρήγγειλε επείγουσα προκαταρκτική έρευνα σχετικά με τα σενάρια πτώχευσης της Ελλάδας και επαναφοράς της δραχμής.
Μήνυση για το ίδιο θέμα έχει καταθέσει και ο επίτιμος εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Αργύρης Τσίχλας.
Ηρεμία πάντως επανήλθε στα γκισέ των τραπεζών μετά τον πανικό που δημιουργήθηκε τις προηγούμενες δύο εβδομάδες εξαιτίας των μαζικών αναλήψεων από μικροκαταθέτες.
Η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» παρουσίασε πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που δείχνουν σε ποιους νομούς έχουν σημειωθεί οι περισσότερες αναλήψεις από καταθέτες από το Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Ιανουάριο του 2011.
Όπως προκύπτει στο διάστημα αυτό στα Δωδεκάνησα έχουν γίνει αναλήψεις ύψους 364 εκατ. ευρώ. Τα 3,2 δισ. ευρώ των καταθέσεων τον Δεκέμβριο του 2009 μειώθηκαν συγκεκριμένα σε 2,9 δισ. ευρώ (-11,12%).
Στο σύνολο της χώρας, οι αναλήψεις από το Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Ιανουάριο έφτασαν τα 28,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στο 12,07% των συνολικών καταθέσεων.
Σε αυτά, πρέπει να προστεθούν επιπλέον 5,7 δισ. ευρώ που πήραν οι καταθέτες το Φεβρουάριο και το Μάρτιο και σχεδόν άλλα τόσα -όπως υπολογίζουν αρμόδια τραπεζικά στελέχη- που έφυγαν τον Απρίλιο και το Μάιο. Αθροιστικά, δηλαδή, τα ποσά προσεγγίζουν τα 45 δισ. ευρώ.
Από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, πρώτη φορά την Παρασκευή 27 Μαΐου 2011 ανησύχησαν τόσο πολύ οι τραπεζίτες.
Δεν ήταν μόνο το διαφαινόμενο «ναυάγιο» στην επιχειρούμενη συναίνεση των πολιτικών αρχηγών για τα νέα μέτρα. Είχαν προηγηθεί οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου ότι τον Ιούλιο το Δημόσιο δεν θα έχει να πληρώσει αν δεν πάρει την πέμπτη δόση από το δάνειο της τρόικας, καθώς και οι δηλώσεις της επιτρόπου Μ. Δαμανάκη για συζητήσεις στις Βρυξέλλες περί εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ.
Στα γκισέ των τραπεζών παρατηρήθηκε σοβαρή πίεση για αναλήψεις καταθέσεων, ιδίως μικροποσών. Είναι χαρακτηριστικό ότι Πέμπτη και Παρασκευή τραπεζικές πηγές εκτιμούν ότι σηκώθηκαν περί τα 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικά!
Η πλειοψηφία των καταθετών που έσπευσαν για ανάληψη αφορά συνταξιούχους και μικροκαταθέτες και τα ποσά που σήκωναν κυμαίνονταν από 2-3.000 μέχρι 10 -15.000 ευρώ. Κίνητρο στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ο φόβος μήπως η χώρα οδηγηθεί σε πτώχευση, οι καταθέσεις δεσμευθούν έστω και προσωρινά και μείνουν χωρίς ρευστό ή ακόμα και να χάσουν τις αποταμιεύσεις τους.
Ετσι εξηγείται και το γεγονός της ζήτησης μεγάλων χαρτονομισμάτων 200άρικων κατά προτίμηση, με αποτέλεσμα πριν το μεσημέρι τα μεγάλα χαρτονομίσματα να εξαντληθούν. Ο λόγος προτίμησης των μεγάλων χαρτονομισμάτων είναι επειδή μπορούν να κρυφτούν πιο εύκολα λόγω του μικρού όγκου των δεσμίδων.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι υπάλληλοι των τραπεζών εφιστούσαν την προσοχή στους πελάτες τους, ιδιαίτερα μεγαλύτερης ηλικίας, να είναι πολύ προσεκτικοί μετά την έξοδό τους από το κατάστημα για τον κίνδυνο ληστείας.