Περαιτέρω ανάκριση για υπεξαίρεση «μαμούθ» σε χρυσοχοείο

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Τη διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης παρήγγειλε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου για την πλήρη διαλεύκανση υπόθεσης υπεξαίρεσης «αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το εμπιστεύθηκαν στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και του οποίου η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ».
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι δύο αργυροχρυσοχόοι, μέλη γνωστής οικογένειας του νησιού που καταμηνύθηκαν από πρώην συνεταίρο, συγγενή τους.
Σημειώνεται ότι η Εισαγγελέας που χειρίστηκε την υπόθεση είχε προτείνει στο δικαστικό συμβούλιο την παραπομπή σε δίκη ενώπιον του κακουργιοδικείου των δύο κατηγορούμενων.
Το ιστορικό της υπόθεσης φέρεται να έχει ως εξής:

Δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπεγράφη το έτος 1987, νομίμως δημοσιευμένου στα βιβλία προσωπικών εταιριών του Πρωτοδικείου Ρόδου, η πρώτη κατηγορουμένη και ο δεύτερος κατηγορούμενος, συνέστησαν από κοινού με τον εγκαλούντα συγγενή τους, ομόρρυθμη εταιρία με έδρα στη Μεσαιωνική Πόλη, σε ισόγειο κατάστημα -συνιδιοκτησίας του εγκαλούντος, του δευτέρου κατηγορουμένου και του πατέρα της πρώτης κατηγορουμένης, οι οποίοι είναι αδέρφια με σκοπό την εμπορία ειδών αργυροχρυσοχοΐας και με αρχικό κεφάλαιο 2.100.000 δραχμές στο οποίο συμμετείχαν οι τρεις ιδρυτές κατά ποσοστό 1/3 έκαστος εξ αυτών.
Η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία υπέβαλε δήλωση έναρξης εργασιών στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου το 1988, λειτούργησε έως τον Ιούλιο του 2008, οπότε και λύθηκε με εξώδικη καταγγελία του εγκαλούντος, επιδοθείσα στους δύο πρώτους κατηγορούμενους και ομορρύθμους εταίρους της.
Έκτοτε η ανωτέρω εταιρία τέθηκε υπό εκκαθάριση, με συνεκκαθαριστές, εκ του νόμου και τους τρεις πρώην ομορρύθμους εταίρους, καθόσον δεν είχε συμφωνηθεί κάτι άλλο στο ανωτέρω συμφωνητικό.
Κατά τους ισχυρισμούς των εγκαλούντων, στο πλαίσιο της διενεργηθείσας εκκαθάρισης, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, καίτοι η ανωτέρω εταιρία είχε λυθεί και τελούσε υπό εκκαθάριση, παρέμειναν στην κατοχή του ακινήτου στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση, περαιτέρω δε αν και είχαν παραλάβει κατά κατοχή και χρήση την κινητή περιουσία της λυθείσας εταιρίας αποκλειστικά προς το σκοπό εκπλήρωσης των αναγκών της εταιρίας κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, εκείνοι, ενεργώντας από κοινού δεν προχώρησαν στη διενέργεια της εκκαθάρισης αλλά αντιθέτως, ιδιοποιήθηκαν παράνομα κινητά αντικείμενα της εταιρίας που αποτελούσαν την κινητή περιουσία της και τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με την ιδιότητα τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του μηνυτή, κατά το χρονικό διάστημα ιδιοποιήθηκαν κοσμήματα αξίας 1.350.000 ¤.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου που επιλήφθηκε της δικαστικής έρευνας για την υπόθεση έκρινε ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο στην δικογραφία δεν προκύπτει το είδος, η ποσότητα και η αξία εκάστου των κοσμημάτων, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εγκαλούντων, υπεξαίρεσαν οι κατηγορούμενοι, ούτε, άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε η ιδιοποίηση των αντικειμένων αυτών (ήτοι με απόκρυψη ή εκποίηση εις βάρος της υπό εκκαθάριση εταιρίας και προς όφελος των ιδίων) κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από 28 Ιουνίου 2008 έως την 25η Ιουλίου 2008.
Ειδικότερα, δεν προσκομίσθηκαν τιμολόγια αγοράς, ούτε τα βιβλία της εγκαλούσας επιχείρησης, στα οποία να φαίνεται η καταχώρηση της αγοράς των κοσμημάτων αυτών, ενώ οι εγκαλούντες δεν επεξηγούν με ποιο τρόπο έλαβαν γνώση της ανωτέρω ποσότητας, του είδους και της αξίας των κοσμημάτων που υπεξαιρέθηκαν, όταν μάλιστα ο εγκαλών επικαλείται ότι αποκλείσθηκε από τις διαδικασίες της εκκαθάρισης.
Περαιτέρω, στο από 20 Φεβρουαρίου 2012 απολογητικό τους υπόμνημα, οι δύο πρώτοι των κατηγορούμενων αναφέρουν, ότι «καταγράψαμε και μεταφέραμε αρχικά εκτός του εταιρικού μας καταστήματος το σύνολο των εμπορευμάτων στο επί της οδού (…) οίκημα ιδιοκτησίας της μητέρας μας όπου και μεταφέρθηκε προσωρινά η έδρα της εταιρίας μας ώστε να υλοποιηθεί εκεί η εκκαθάριση της εταιρικής μας περιουσίας με χρονική άνεση και να αποδεσμευθεί και να εκμισθωθεί το κεντρικό ακίνητο όπου εστεγάζετο μέχρι τη λύση της εταιρείας μας. Στη συνέχεια, κατ’ απαίτηση του μηνυτή, τα μεταφέραμε και πάλι στο ως άνω κατάστημα και τοποθετήθηκαν στο χρηματοκιβώτιο που υπάρχει, όπου και φυλάσσονται μέχρι και σήμερα, προκειμένου να υλοποιηθεί η εκκαθάριση, πράγμα που μέχρι σήμερα με την άρνηση του μηνυτή, δεν κατέστη δυνατή αυτή» και ότι «… λόγω των συνεχών καταγγελιών του εγκαλούντος η Δ.Ο.Υ. Ρόδου διενήργησε επανειλημμένους ελέγχους στο τέως εταιρικό μας κατάστημα για τους οποίους συντάχθηκαν οι (…) εκθέσεις ελέγχου. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου ελέγχου παραδόθηκαν στους ελεγκτές της ΔΟΥ Ρόδου (…) και (…) τα ευρισκόμενα εντός χρηματοκιβωτίου υπόλοιπα κοσμήματα που ανήκαν στην περιουσία της λυθείσας εταιρείας μας τα οποία κατέγραψαν λεπτομερώς στο από 22.10.2008 «Πρωτόκολλο καταμέτρησης».
Εκ των ανωτέρω, συνάγεται και εμμέσως ομολογείται από τους κατηγορούμενους, ότι τα καταγραφέντα και μεταφερθέντα στην οδό (…) κοσμήματα δεν ταυτίζονται με τα κοσμήματα που καταγράφηκαν στο χρηματοκιβώτιο του καταστήματος της εταιρίας στην (…) και κατά συνέπεια, υπάρχουν και άλλα κοσμήματα (πλην των καταγεγραμμένων από τους ελεγκτές της Δ.Ο.Υ.) που δεν προσδιορίζονται κατ’ είδος, ποσότητα και αξία από τους κατηγορούμενους στο απολογητικό υπόμνημα, ενώ δεν προσχομίζουν κάποιο έγγραφο, στο οποίο να αναφέρεται ο χρόνος, ο τόπος και τα αποτελέσματα της καταγραφής, καθώς και η τύχη των καταγραφέντων κοσμημάτων. Εξάλλου, καίτοι οι κατηγορούμενοι πριν την καταγραφή αυτή, όντως κοινοποίησαν στον εγκαλούντα την εξώδικη δήλωση για να πραγματοποιήσουν από κοινού και οι τρεις συνεκκαθαριστές τις απαιτούμενες για την εκκαθάριση εργασίες, όφειλαν, για τη νόμιμη διενέργεια της εκκαθάρισης και εφόσον υπήρξε διαφωνία να διορίσουν εκκαθαριστή με δικαστική απόφαση και όχι να τη συνεχίσουν μόνοι τους.
Τέλος ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος συνέστησε ατομική επιχείρηση με το αυτό αντικείμενο με την υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία και στο ίδιο κατάστημα με την τελευταία, αγόρασε εμπορεύματα (κοσμήματα) καινούργια όπως προκύπτει από τιμολόγια, χωρίς να προκύπτει τι απέγιναν τα κοσμήματα της υπό εκκαθάριση εταιρίας κατόπιν της καταμέτρησης που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι.
Κατόπιν τούτων, δεν κατέστη σαφές στο Δικαστικό Συμβούλιο ποια ήταν – κατ’ είδος, ποσότητα και αξία – τα κοσμήματα που ανήκαν στην υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία πέραν αυτών που εντοπίστηκαν στο χρηματοκιβώτιο της εταιρίας και καταμετρήθηκαν από τους ελεγκτές της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, ποια ήταν η τύχη αυτών, ήτοι αν εκποιήθηκαν για τους σκοπούς της εκκαθάρισης ή όχι, καθώς και ποιος εκ των δύο πρώτων κατηγορουμένων προέβη ή αμφότεροι προέβησαν στην εκποίησή τους, προκειμένου να κρίνει αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο.