Η αρχή διάκρισης των εξουσιών ως θεμελιώδης αρχή του Συντάγματος και ως ιδέα ανάσχεσης της απόλυτης εξουσίας, στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού συστήματος έχει βρει την κύρια έκφανσή της στη διάκριση νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας.
Το ελληνικό Σύνταγμα διακηρύσσει την αρχή διάκρισης των εξουσιών στη διάταξη του άρθρου 26, ως μία από τις οργανωτικές βάσεις του κράτους και τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές.
Η Εφεση κατά απόφασης με την οποία έγινε εξωφρενικά μεγάλο “κούρεμα” των χρεών μιας εκπαιδευτικού της Ρόδου από το Ειρηνοδικείο Ρόδου του Αντεισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου κ. Γιώργου Κτιστάκη, δια της Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Αιμιλίας – Σοφίας Μέρη, δεν έχει διαδικαστικό χαρακτήρα και ούτε θα πρέπει να θεωρείται ως μια τυπική δικαστική πράξη, αφού παρεμβαίνει ουσιαστικά στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και αποσκοπεί να εξασφαλίσει με δεδικασμένο την αντισυνταγματικότητα του νόμου για τη ρύθμιση χρεών υπερχρεωμένων νοικοκυριών.
Δεν μπορεί να περάσει συγκεκριμένα απαρατήρητο το γεγονός ότι ο Εισαγγελικός Λειτουργός στην Έφεσή του κάνει ευθέως αναφορά για «ψηφοθηρικό λαϊκισμό του νόμου 3689/2010» ενώ ταυτόχρονα επιχειρηματολογεί για να αποδείξει ότι τα χρέη που διαγράφονται από υπερχρεωμένα νοικοκυριά έρχονται στην πορεία να επιβαρύνουν όλους εμάς με τα μέτρα που προτείνει – επιβάλλει η Τριμερής (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), είτε με την αύξηση φορολογικών βαρών, είτε με την οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων!!
Η Έφεση του κ. Εισαγγελέα θα μπορούσε έτσι να χαρακτηριστεί και ως μια πολιτική πράξη που έρχεται να αποκαταστήσει αδικίες που προκαλεί ο νόμος ή να αποκαταστήσει βλάβες που δημιουργούν ασάφειες στην ερμηνεία και εφαρμογή του.
Ο Εισαγγελικός λειτουργός διέγνωσε μάλιστα ότι το ζήτημα αυτό θα ανέκυπτε και αφιέρωσε ειδικό κεφάλαιο στην Έφεσή του για το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του συγκεκριμένου νόμου θέτοντας μάλιστα και το ερώτημα μέχρι που μπορεί να φτάσει το Δικαστήριο ώστε να μην υπεισέλθει στη νομοθετική εξουσία…
«Νομίζουμε ότι είναι σαφές πως το Δικαστήριο που προβαίνει σε έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου θα ενεργήσει σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των Ελλήνων και Ελληνίδων απέναντι στο Νόμο και θα εκφέρει γνώμη για το αν παραβιάζει την ισότητα -διότι είναι στενότερος των ορίων της, ή διότι είναι ευρύτερος αυτών- ή όχι. Τέλος τα ανωτέρω δεν σημαίνει ότι θα οδηγήσουν σε Κράτος των Δικαστών, το οποίο θα υπερκεράσει -αγνοώντας την- τη νομοθετική εξουσία και το δικαίωμα της κυβέρνησης που στηρίζεται στην πλειοψηφία της Βουλής να νομοθετεί. Απλά υποδηλώνουν την αρεστή ή μη αρεστή, πλην όμως κατ’ εφαρμογή του Συντάγματος άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια. Εφόσον δεν έχει συσταθεί Συνταγματικό Δικαστήριο όλα τα Δικαστήρια μπορούν να ασκήσουν τον έλεγχο αυτό».
Ο Εισαγγελικός λειτουργός επιδιώκοντας εισαγωγικά να ερμηνεύσει τους σκοπούς του νόμου για τη ρύθμιση των χρεών υπερχρεωμένων νοικοκυριών τονίζει ότι στόχος είναι “η επανένταξη του υπερχρεωμένου, στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει”.
Αναφερόμενος στο πραγματικό μέρος της επίδικης υπόθεσης, της διαγραφής δηλαδή οφειλών ύψους μισού εκατ. ευρώ περίπου μιας εκπαιδευτικού, τονίζει ότι κανένας δεν διερωτήθηκε αν είναι φυσιολογικό κάποιος πολίτης να έχει αναλάβει 91.015,87 ευρώ από πιστωτικές κάρτες και 166.525,18 ευρώ από καταναλωτικά δάνεια ή μήπως πρόκειται για πρόκληση χρεών από αλόγιστες καταναλωτικές δαπάνες.
“Στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχαν ζητηθεί από το δικαστήριο αναλυτικά οι χρεώσεις των πιστωτικών καρτών (ποσά και υπέρ ποίου έγιναν οι χρεώσεις αυτές, ώστε να διαπιστωθεί αν πρόκειται για ιατρικές δαπάνες -κάτι που είναι σεβαστό- ή καταναλωτικές, γεγονός που είναι εκτός λογικής)” εξηγεί ο κ. Εισαγγελέας τονίζοντας ότι η εφεσίβλητη πρόβαλε ως ισχυρισμό ότι αντιμετώπισε προβλήματα υγείας ο γιος της κατ’ αρχήν και ακολούθως η ίδια χωρίς να έχει προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει πως απαιτήθηκαν τόσα και τέτοια δάνεια για την κάλυψη των συγκεκριμένων δαπανών και γιατί δεν τα κάλυψε το ασφαλιστικό της ταμείο (δημόσιο δηλαδή).
Σχολιάζει παραπέρα το γεγονός ότι πρόσθεσε στην αίτησή της μια φράση σχετικά με την “επίμονη πίεση των τραπεζών να δώσουν δάνεια”, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι δεν εξήγησε πώς την έπεισαν οι τράπεζες και πώς φρόντισε να χρεώσει τις πιστωτικές κάρτες με το ποσό των 91.015,87 ευρώ, ενώ το ποσό των καταναλωτικών δανείων ανέρχεται σε 166.525,18 ευρώ και 185.055,11 ευρώ το στεγαστικό της δάνειο.
Ο κ. Εισαγγελέας αναφέρει παραπέρα ότι “δεν προστατεύονται καθόλου οι πιστώτριες τράπεζες, αφού κατά την απόφαση του Ειρηνοδικείου το ποσό που θα καταβάλλει κάθε μήνα η εφεσίβλητη είναι απλώς γελοίο”. Εξειδικεύοντας τη συγκεκριμένη θέση του υποστηρίζει τα εξής:
“Η έλλειψη προστασίας των πιστωτριών τραπεζών τις εκθέτει στην ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (προσωρινού και μόνιμου). Αυτό οδηγεί στο ότι η Ελλάδα αναλαβαίνει μεγαλύτερες ανάγκες πιστώσεων, μεγαλύτερα χρέη τα οποία θα κληθούν να πληρώσουν οι Ελληνες και Ελληνίδες φορολογούμενοι υφιστάμενοι τα μέτρα που προτείνει – επιβάλλει η Τριμερής (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), είτε με την αύξηση των φορολογικών τους βαρών, είτε με την οριζόντια μείωση μισθών συντάξεων κλπ. Δηλαδή με απλά λόγια τη ρύθμιση των χρεών της εφεσίβλητης κατά τον ν.3689/2010 θα πληρώσουν (εκτός της ίδιας, η οποία βέβαια θα έχει τύχει της ρύθμισης, δηλαδή του εκμηδενισμού των οφειλώντης συνολικούύψους 442.596,16 ευρώ, άρα πάλι κερδισμένη θα είναι) και οι πολίτες που δεν προκάλεσαν τέτοιες οφειλές από πιστωτικές κάρτες και δάνεια”.
Αναφερόμενος πάλι σε διατάξεις του νόμου τις χαρακτηρίσει “ψευδεπίγραφες”…
“διότι είναι ορθό και δίκαιο να φροντίζει για τους πολίτες, όπως αναφέρει στην αιτιολογική έκθεση, αλλά για τους πολίτες που έχουν πράγματι ανάγκη και όχι γενικά για όλους, ακόμα και αυτούς που δημιούργησαν τεράστιες οφειλές, που είναι δηλαδή υπερχρεωμένοι. Η αιτιολογική έκθεση επίσης προβάλλει και το επιχείρημα των ατυχών προγραμματισμών, χωρίς όμως να δίνει έστω ένα παράδειγμα πώς τον εννοεί και πώς θεωρεί ότι υφίσταται ατυχής προγραμματισμός του φυσικού προσώπου που παίρνει μια πιστωτική κάρτα και ένα δάνειο και στη συνέχεια παίρνει άλλες δώδεκα πιστωτικές κάρτες και άλλα τρία δάνεια”.
Εξειδικεύοντας στην περίπτωση της εκπαιδευτικού ο εισαγγελέας τονίζει ότι “σε ετήσιο εισόδημα όπως της εφεσίβλητης 32.000 ευρώ περίπου η οφειλή να ήταν 11.000 ή 20.000 ευρώ. Σε καμία περίπτωση όμως τον ψηφοθηρικό λαϊκισμό του νόμου 3689/2010 που δέχεται να υπαχθούν στη ρύθμιση των χρεών οφειλές 442.596,16 ευρώ, δηλαδή η σχέση εισοδήματος προς οφειλή είναι 1.383%, κάτι που σημαίνει ότι τα χρέη είναι σχεδόν δεκατέσσερις φορές περισσότερα από το εισόδημα. Δεν υπάρχει νουνεχής πολίτης που να έχει προκαλέσει χρέη δεκατέσσερις φορές πάνω από το εισόδημά του, διότι, είτε αδιαφορούσε για τα χρέη που δημιουργούσε, είτε τα δημιούργησε γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να τα εξυπηρετήσει. Ενδεχομένως δηλαδή να μην απαιτείται καμιά άλλη έρευνα για την ύπαρξη ή όχι δόλου στην εφεσίβλητη, αυτό να είναι αρκετό. Αν λοιπόν θεωρήσουμε την εφεσίβλητη ως δυνάμενη να υπαχθεί στη ρύθμιση για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, τότε δεν θα είναι δίκαιο για το σύνολο των πολιτών, αλλά θα είναι παράλογο”.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε



