Η ΑΕΚ του Μπάρλου και του Φάντροκ. Για πολλούς ίσως η καλύτερη ΑΕΚ όλων των εποχών. Οι παλιότεροι θα θυμούνται βέβαια την μεγάλη οργάνωση που είχε ο σύλλογος και το πολύ καλό ποδόσφαιρο που έπαιζε. Παράλληλα κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει και τις εξαιρετικές πορείες στην Ευρώπη. Η συγκεκριμένη ΑΕΚ της δεκαετίας του 1970 ήταν μια ομάδα πρότυπο από την οποία πέρασαν πολύ μεγάλοι παίκτες όπως ο Μίμης Παπαιωάννου, Θωμάς Μαύρος, ο Τάκης Νικολούδης, ο Μπάμπαης Ιντζόγλου, ο Νίκος Χρηστίδης, ο Χρήστος Αρδίζογλου, οι αδελφοί Βάγκνερ και πάει λέγοντας. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις για τους απανταχού φιλάθλους της ομάδας. Το ίδιο μας λέει και ο Ευθύμιος Καζάκης, ο άνθρωπος που έζησε από πολύ κοντά τόσο τον προπονητή Φράντισεκ Φάντροκ, όσο και τον αλησμόνητο πρόεδρο Λουκά Μπάρλο. Ήταν «βοηθός» του Φάντροκ για δυο χρόνια και έζησε από κοντά μεγάλες στιγμές όπως η πορεία έως τα ημιτελικά του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ ΤΟ 1977. Ο Καζάκης που ουσιαστικά από την δεκαετία του 1970 ζει στο νησί μας (είχε χρηματίσει και προπονητής του Φοίβου Κρεμαστής στην Β’ Εθνική), είχε πολλά να μας πει…
Ο Ευθύμιος Καζάκης γεννήθηκε το 1939 στη Φλώρινα και είχε την πρώτη του επαφή στην Τσεχοσλοβακία στην οποία βρέθηκε λόγω του εμφυλίου πολέμου. Ο ίδιος μας λέει ότι, «για να σωθεί κανείς θα έπρεπε να φύγει. Φύγαμε οικογενειακός για την Γιουγκοσλαβία. Εκεί πέθανε η μητέρα μου και εν συνεχεία βρεθήκαμε στην τότε Τσεχοσλοβακία. Εκεί δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε και παίζαμε από μικρά παιδιά ποδόσφαιρο στους παιδικούς σταθμούς που ήμασταν. Τότε θυμάμαι ερχόντουσαν ορισμένοι που έψαχναν ταλέντα και παρά το ότι εγώ ήμουν ο πιο μικρός από όλους, με ξεχώρισαν μαζί με τέσσερα – πέντε παιδιά. Μας προώθησαν σε μια ομάδα που λεγόταν Χράσταβα και εκεί παίζαμε στο εφηβικό τμήμα.»
Ο κ. Καζάκης πήγε αργότερα σε άλλη πόλη (Φρένστα) για να σπουδάσει και εκεί προωθήθηκε στην α’ ομάδα. Ήταν πλέον 17 χρονών…
«Την εποχή εκείνη, η Τσεχοσλοβακία όσον αφορά το ποδόσφαιρο είχε πολύ υψηλό επίπεδο. Είχε παίξει στον τελικό του Παγκοσμίου κυπέλλου. Είχε πάρει το Πανευρωπαϊκά. Υπήρχαν παίκτες πολύ μεγάλα ονόματα όπως ο Μάζοπουστ που είχε πάρει και τη χρυσή μπάλα. Όταν πήγα στην Πράγα για να σπουδάσω σωματική αγωγή στην Πράγα έπαιξα εκεί στην Β’ Εθνική. Εκεί μετά από δυο χρόνια ανεβήκαμε στην Α’ Εθνική Κατηγορία. Έπαιξα άλλα δύο χρόνια. Όταν τελείωσα τις σπουδές, αν θυμάμαι καλά το 1970 γύρισα στην Ελλάδα»
Από την μέχρι τότε παρουσία του στο ποδόσφαιρο, είχε ορισμένες επαφές με ποδοσφαιριστές Ελληνικών ομάδων αλλά και παράγοντες. Κάποιος λοιπόν από τον Ολυμπιακό του ζήτησε να συμμετάσχει στις προπονήσεις της ομάδας…
«Πράγματι πήγα. Ήταν προπονητής ο Σούλης. Μιλάμε για την εποχή του Σιδέρη, του Μποτίνου, του Γκαϊτατζή και άλλων. Θυμάμαι ότι τότε έπαιζε και ένας Ροδίτης, ο Ορέστης Παυλίδης. Τότε ήταν τα χρόνια της χούντας. Ένας επικεφαλής στρατιωτικός λοιπόν, με το όνομα Παπαποστόλου, τη στιγμή που κάναμε προπόνηση, με φώναξε και με ρώτησε πως ήρθα εδώ. Του είπα όλη την ιστορία μου και αφού με χτύπησε στον ώμο μου λέει, «μπράβο ρε Καζάκη. Απ’ ότι φαίνεται είσαι και πατριώτης». Δίνει μάλιστα εντολή στον φροντιστή που τον έλεγαν Φωτίου, «κόψε ένα μηνιάτικο στον Καζάκη 3000 δραχμές». Τότε αυτά ήταν πολύ καλά λεφτά αν αναλογιστεί κανείς ότι ένας καλός μισθός ήταν περίπου 1000 δραχμές»
Στον Ολυμπιακό δεν έπαιξε αμέσως δεδομένου ότι υπήρχε μια διαδικασία για να βγει το δελτίο. Στην αρχή έπαιζε μόνο στα φιλικά παιχνίδια. Λίγο μετά την έκδοση του δελτίου του, ήρθε και το χαρτί για να παρουσιαστεί φαντάρος. Παρουσιάστηκε στην Τρίπολη, μετά πήγε με μετάθεση στη Λιβαδειά και τότε ήταν που φόρεσε τη φανέλα της Λάρισας…
«Έπαιξε για ένα χρόνο εκεί. Μετά πήγα στον Ορέστη Ορεστιάδας όπου πήγα με μετάθεση. Όταν απολύθηκα επέστρεψα στη Λάρισα. Αγωνίστηκα ακόμα ένα χρόνο και νομίζω στα 33 μου αποφάσισα να σταματήσω το ποδόσφαιρο και να ασχοληθώ με την προπονητική. Τότε όταν ήσουν πάνω από 30 ετών στην Ελλάδα ήσουν μεγάλος Πήγα στον Αχιλλέα Φαρσάλων που όμως με θεωρούσαν ακόμα πολύτιμο και έτσι για άλλα δυο χρόνια συνδύασα και τα δυο. Ήμουν παίκτης και προπονητής»
Το 1973 ήρθε για πρώτη φορά στη Ρόδο για λογαριασμό του Φοίβου Κρεμαστής που τότε ήταν στη Β’ Εθνική…
«Είχα γνωριστεί σε ένα ξενοδοχείο που είχαμε πάει με τον Αχιλλέα Φαρσάλων με τον πατέρα του Κώστα του Παπαοικονόμου που ήταν πρόεδρος στον Φοίβο. Πιάσαμε μια κουβέντα και έτσι ήρθα στη Ρόδο. Ανέλαβα τον Φοίβο στην Β’ Εθνική όπου έκατσα ένα χρόνο. Είχαμε πολύ καλή ομάδα με παίκτες όπως ο Δράκος, ο Παπαοικονόμου, ο Ταμπάκ, ο Τιβριντίδης, ο Κιολέ και άλλους.»
Το κεφάλαιο ΑΕΚ…
Την εποχή εκείνη η ΑΕΚ έψαχνε για προπονητή. Ο κ. Καζάκης είχε διαβάσει στην εφημερίδα ότι υπήρχαν πολλές πιθανότητες να αναλάβει ο Φάντροκ τον οποίο ήξερε από την Τσεχοσλοβακία. Στην αρχή δεν το πίστευε αλλά στη συνέχεια όταν τον πήρε τηλέφωνο κατάλαβε ότι είναι αλήθεια…
«Όταν τον πήρα τηλέφωνο και τον ρώτησα που είπε ότι με θέλει μαζί του. Μετά από κάνα μήνα με φώναξαν από την Αθήνα ότι με ήθελε ο Λουκάς Μπάρλος, ο πρόεδρος της ΑΕΚ. Θυμάμαι ότι ήμουν έξω από το γραφείο του Μπάρλου ο οποίος έλεγε στα Αγγλικά στον Φάντροκ, «μήπως θέλει κανέναν άλλο για βοηθό σου από τους παλιούς παίκτες που έχουμε εδώ, όπως ο Σεραφείδης, ο Νεστορίδης;» Ο Φάντροκ του απάντησε ότι ήθελε εμένα γιατί όπως είχε πει, «έχει σπουδάσει στην Τσεχία και είναι της ίδιας νοοτροπίας με εμένα. Έτσι ξεκίνησα στην ΑΕΚ την χρονιά 1974 – 75. Όταν αναλάβαμε, η ΑΕΚ ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Ήταν κάπου στην 10η θέση. Είχαμε δυσκολίες στην αρχή. Είχε μείνει μόνο ο Παπαιωάννου απ’ όλα τα ονόματα. Είχαν φύγει όλοι. Ακόμα και ο Παπαιωάννου ήταν υπό αμφισβήτηση γιατί είχε και κάποιους τραυματισμούς. Ευτυχώς έμεινε όμως γιατί με την προπόνηση που κάναμε, συνήλθε και ήταν και πάλι ο ηγέτης της ΑΕΚ. Ήταν ίσως ο πιο μεγάλος παίκτης τότε στην ΑΕΚ. Εκτός του ότι καλός μέσα στο γήπεδο, διέφερε και στην νοοτροπία. Ήταν πολύ πειθαρχημένος. Δεν χρειαζόταν ποτέ να του μιλήσουμε δυο φορές για κάτι. Ούτε ποτέ χρειάστηκε να του βάλουμε τις φωνές. Ήταν αυτό που λέμε επαγγελματίας. Δυο φορές τερματίσαμε δεύτεροι στην βαθμολογία. Το ένα πρωτάθλημα το χάσαμε στα χαρτιά από τον Ολυμπιακό. Η ΑΕΚ του Μπάρλου και του Φάντροκ ήταν πολύ καλή. Θυμάμαι επίσης ότι τότε που ήμουν στην ΑΕΚ, είχε έρθει ο Αρδίζογλου αλλά και ο Θωμάς ο Μαύρος. Την χρονιά που έφυγα εγώ, το 1977, ήρθε ο Μπάγιεβιτς. Δεν τον πρόλαβα»
Την ΑΕΚ την παρακολουθείτε τώρα στην τηλεόραση;
«Ναι βέβαια. Την παρακολουθώ. Είναι τραγική η κατάσταση. Ένα κομμάτι της ΑΕΚ είναι μέσα στην καρδιά μου. Είναι θλιβερό να την βλέπεις σε αυτή την κατάσταση. Πιστεύω ότι εάν δεν φτιάξει η διοίκηση και δεν μπει μια τάξη και πειθαρχία δε μπορεί να γίνει κάτι. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να μπει μια τάξη μέσα στο σωματείο. Τα πράγματα είναι πλέον πολύ δύσκολα αλλά θεωρώ ότι με τον Λίνεν που είναι ένας σοβαρός άνθρωπος, κάτι μπορεί να γίνει. Θέλω να σας πω κάτι. Εδώ στην Ελλάδα, υπάρχει μια νοοτροπία που λέει ότι, πρέπει να πάρουμε τα δικά μας παιδιά όσον αφορά τους προπονητές. Αυτό το είχα ζήσει από την πρώτη στιγμή που είχα έρθει μετά την Τσεχοσλοβακία. Το θέμα δεν είναι αν είναι δικό σου παιδί ή ξένο. Το θέμα είναι να έχει την ικανότητα. Τι να το κάνω ότι είσαι δικό μου παιδί από τη στιγμή που δεν ξέρεις την δουλειά; Γι’ αυτό και ο Μπάγιεβιτς τον βοηθό του τον διάλεξε ο ίδιος. Ο Ομπράντοβιτς το ίδιο στο μπάσκετ με τον Παναθηναϊκό. Οι συνεργάτες και ο βοηθός ενός προπονητή είναι μια πολύ μεγάλη υπόθεση. Ο προπονητής είναι το αφεντικό αλλά η περισσότερη δουλειά περνάει από τον βοηθό. Το ίδιο συνέβαινε και με εμένα στην ΑΕΚ. Τότε ο Αλέφαντος θυμάμαι ότι ερχόταν και παρακολουθήσει τις προπονήσεις που κάναμε. Στην λέσχη που μαζευόμασταν μετά με ρωτούσε συνέχεια για τις ασκήσεις που κάναμε. Ήταν ένας από τους προπονητές που πάντα ψαχνόταν και παρακολουθούσε. Αυτό είναι πολύ καλό»
Είχατε επιρροή στον Φάντροκ όσον αφορά την ενδεκάδα της ΑΕΚ;
«Mε ρωτούσε. Εκεί που τον επηρέασα εγώ πολύ ήταν στην περίπτωση του Λάκη του Νικολάου. Είχε έρθει σαν επιθετικός από τον Ατρόμητο. Στη θέση αυτή δεν ήταν και πολύ καλός όμως. Δεν απέδιδε. Φώναζε θυμάμαι και ο κόσμος. Είχε προσόντα μεγάλα όμως. Ήταν γρήγορος, είχε άλμα είχε και γρήγορη εκκίνηση. Είχε προσόντα για αμυντικό. Είχα πει λοιπόν στον Φάντροκ, να τον δοκιμάσουμε σαν κεντρικό αμυντικό. Εκεί είναι πιο απλό το παιχνίδι. Είτε διώχνεις τη μπάλα, είτε δίνεις πάσα και τελειώνει η αποστολή σου. Η δουλειά του επιθετικού είναι πολύ πιο σύνθετη. Πρέπει να είσαι και πιο τεχνίτης και πιο έμπειρος. Όταν δεν τα έχεις αυτά τα προσόντα πρέπει να παίξεις σε ένα πιο απλό ρόλο. Θυμάμαι λοιπόν ότι όταν ο Φάντροκ πήρε εντολή για να παίξει σε ένα παιχνίδι σέντερ μπακ, ο Νικολάου με έπιασε και μου είπε «κ. Καζάκη μήπως ο Φάντροκ έκανε λάθος γιατί εγώ είμαι σέντερ φορ;». Του εξήγησα λοιπόν του Λάκη γιατί θα πρέπει να δοκιμάσει να παίξει σε αυτή τη θέση. Από εκείνο το παιχνίδι καθιερώθηκε λοιπόν σαν σέντερ μπακ και έπαιξε για τα επόμενα δέκα χρόνια στη θέση αυτή, ακόμα και στην Εθνική ομάδα»
Θυμάστε κάποιο άλλο χαρακτηριστικό περιστατικό;
«Υπάρχει και ένα άλλο με τον Χρηστίδη. Όταν είχε έρθει στην ΑΕΚ ήταν 35 ετών. Τότε έπαιζε ο Στεργιούδας βασικός τερματοφύλακας. Παίζαμε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ με την ΚΠΡ. Ήμασταν ισόπαλοι. Λίγοι πριν από το τέλος ατης πράτασης με ρώτησε ο Φάντροκ με ρώτησε μήπως να βάλουμε τον Χρηστίδη για τα πέναλτι, μπας και μας σώσει; Εγώ του είπα ότι αυτόν πρέπει να βάλουμε γιατί όντως ήταν σαφώς πιο έμπειρος. Πραγματικά έτσι έγινε και ο Χρηστίδης απόκρουσε δυο πέναλτι και προκριθήκαμε. Τότε η ΑΕΚ έφθασε αν θυμάμαι καλά μέχρι και τους οκτώ της διοργάνωσης»
Επιστροφή στη Ρόδο…
Μετά την λύση της συνεργασίας του με τη ΑΕΚ αποφάσισε να επιστρέψει στη Ρόδo…
«Στον ελεύθερο μου χρόνο, εκτός από το ποδόσφαιρο έκανε και μαθήματα τένις. Είδα ότι μπορώ και με αυτό το άθλημα να βγάλω το ψωμί μου. Πολύ πιο χαλαρά. Ειδικά στη Ρόδο που είχε πολύ δουλειά πάνω σε αυτόν τον τομέα λόγω των πολλών ξενοδοχείων. Θυμάμαι ότι έκανε στο ξενοδοχείο Μίρα Μάρε έκανα μαθήματα τένις. Είχε έρθει ο συγχωρεμένος ο Γιώργος ο Λαμπάδης και μου έκανε πρόταση να αναλάβω τη Ρόδο. Υπήρχαν όμως πολλά προβλήματα τότε στην ομάδα αυτή και αποφάσισα να μην δεχθώ. Έτσι αρνήθηκα»
Στο γήπεδο πάτε πλέον;
«Όσο οι ομάδες εδώ της Ρόδου ήταν στην Α’ Εθνική πήγαινα. Ερχόντουσαν και διάφοροι φίλοι και τους έβλεπα. Πλέον χάθηκε αυτή η επαφή. ¶λλο επίπεδο ήταν το ποδόσφαιρο που είχα συνηθίσει εγώ τότε και άλλο αυτό που υπάρχει τώρα. Δεν με γεμίζει πλέον να πάω στο γήπεδο. Αυτό που μπορώ να πω βέβαια ότι βελτιώθηκε είναι τα γήπεδα. Πλέον υπάρχει το χορτάρι παντού. Θυμάμαι όταν είχα έρθει από την Τσεχοσλοβακία τα γήπεδα είχαν λίγο χορταράκι μόνο στις γωνίες. Το υπόλοιπο ήταν χώμα»
Πιστεύετε ότι τα πολλά χρήματα που έχουν μπει πλέον στον ποδόσφαιρο, το έχουν χαλάσει;
«Τα χρήματα είναι καλά και χρειάζονται αρκεί να χρησιμοποιούνται καλά και αξιοποιούνται όπως πρέπει. Μόνο τα λεφτά δεν φέρνουν τίτλους και επιτυχίες. Χρειάζεται και οργάνωση και υπομονή»
Έχετε ένα σχόλιο για την Εθνική μας ομάδας;
«Με ικανοποιεί σαν Έλληνα. Θυμάμαι τότε στο Ευρωπαϊκό της Πορτογαλίας μιλούσα με φίλους από την Τσεχία και ήταν σίγουροι ότι θα μας κερδίσουν και μάλιστα άνετα. Τους έλεγα τότε να μην βιάζονται. Αυτοί μπορεί να είχαν ονόματα τότε και σίγουρα ήταν και ένα από τα φαβορί όμως μας υποτίμησαν και το πλήρωσαν. Μεγάλη ώθηση έδωσε στην Εθνική το ότι στην Εθνική αρκετοί παίκτες έπαιξαν στον εξωτερικό και αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Είχαν μεγάλη εμπειρία. Βρέθηκε και ένας προπονητής, ο Ρεχάγκελ που έβαλε τάξη μέσα στην ομάδα. Είχαμε και λίγο τύχη και όλα αυτά μας βοήθησαν. Πλέον η Εθνική έχει και ηθικό. Παλοαιότερα πηγαίναμε και αναρωτιόμασταν αν θα φάμε τρία ή πέντε. Θέλω ολόψυχα να ευχηθώ καλή επιτυχία στην Εθνική μας και ενόψει Βραζιλίας. Μακάρι να πάμε και εκεί και να το χαρούμε»













