Κατηγορείται για υπεξαίρεση χρημάτων από την πώληση εισιτηρίων της ΔΑΝΕ

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων θα καθίσει ένας πρώην υπάλληλος της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.», ο οποίος φέρεται να υπεξαίρεσε ποσό 418.456,24 ευρώ από την πώληση εισιτηρίων της πάλαι ποτέ κραταιάς Δωδεκανησιακής Ναυτιλιακής Εταιρείας “ΔΑΝΕ” και να επέστρεψε, προς αποφυγή της ποινικής του δίωξης, το ποσό των 239.829,49 ευρώ.
Το ιστορικό της υπόθεσης φέρεται να έχει ως εξής:
Ο κατηγορούμενος προσλήφθηκε το έτος 1996 ως υπάλληλος της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.», προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως πωλητής εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων στο διατηρούμενο από αυτή στο λιμένα της Καλύμνου εκδοτήριο εισιτηρίων της ακτοπλοϊκής εταιρίας ΔΑΝΕ, την κεντρική πρακτόρευση της οποίας στην Κάλυμνο είχε αναλάβει η εταιρία τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους.
Η εργασία του συνίστατο ειδικότερα στην παρουσία του στο άνω εκδοτήριο μία ώρα περίπου πριν την άφιξη στην Κάλυμνο πλοίων της πρακτορευομένης εταιρίας ΔΑΝΕ, στην έκδοση εισιτηρίων για επιβάτες και οχήματα και να εισπράττει τα αντίστοιχα ποσά, σύμφωνα με τα ναυλολόγια της πρακτορευόμενης εταιρίας, τα οποία στη συνέχεια υποχρεούτο να αποδίδει.
Επειδή καθ’ όλο το διάστημα της εργασίας του δεν υπήρχε σύστημα ηλεκτρονικού ελέγχου ταμείου, οργανωμένο σε δίκτυο (on line σύνδεση) με την πρακτορευόμενη πλοιοκτήτρια εταιρία ΔΑΝΕ, ο έλεγχος των πωληθέντων εισιτηρίων από την εταιρία «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.» μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με διασταύρωση των στοιχείων που προέκυπταν από τη σύγκριση των καταστάσεων που τηρούσε η ίδια σχετικά με τα εκδοθέντα από αυτήν εισιτήρια και λογιστικών καταστάσεων (δηλωτικών) που απέστελλε η ΔΑΝΕ, στις οποίες αναφέρονταν τα πωληθέντα στην εταιρία εισιτήρια, οι οποίες, όμως, έφταναν στην τελευταία, με καθυστέρηση τουλάχιστων τριών μηνών.
Από το έτος 1999 και εντεύθεν οι εκπρόσωποι της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.ΠΕ.» άρχισαν να διαπιστώνουν ταμειακό έλλειμμα, προερχόμενο από την έκδοση και πληρωμή εισιτηρίων της ΔΑΝΕ.

Το ταμειακό έλλειμμα που εμφάνιζε η εταιρία «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.», ανερχόταν για την περίοδο από 1.6.2001 έως 31.12.2001 στο ποσό των 104.888,56 ευρώ και για την περίοδο από 1.1.2002 έως 31.5.2002 στο ποσό των 29.833,54 ευρώ.
Επειδή η ΔΑΝΕ δεν ανταποκρίθηκε στο παραπάνω αίτημα της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.», η τελευταία της κοινοποίησε στις 29.11.2002 την από 26/11/2002 εξώδικη δήλωση, με την οποία την πληροφορούσε εκ νέου για το οικονομικό έλλειμμα, που εμφάνιζε μέχρι τον Ιούλιο του 2002, καλώντας την να αποστείλει άμεσα ελεγκτή της για την διαπίστωση του προβλήματος.
Τελικά, ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε από κοινού με την ΔΑΝΕ και την εταιρία «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.», τον Ιούλιο του 2004, οπότε και διαπιστώθηκε ότι η τελευταία παρουσίαζε για την περίοδο των ετών 2001, 2002 και 2003 ταμειακό έλλειμμα ύψους άνω των 300.000 ευρώ το οποίο προερχόταν αποκλειστικά από την έκδοση εισιτηρίων.
Μετά την ανωτέρω διαπίστωση οι εκπρόσωποι της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.» υποπτευόμενοι τον κατηγορούμενο, Ν. Κ., ως υπεύθυνο για την κατάσταση αυτή, αφενός διότι ο τελευταίος εκμεταλλευόμενος την παιδική φιλία, που τον συνέδεε μ’ αυτούς και την ανοχή που του επεδείκνυαν κατά την άσκηση της εργασίας του, δεν υπήρξε ποτέ συνεπής στην απόδοση των εισπραχθέντων από τον ίδιο ποσών από την έκδοση εισιτηρίων, και αφετέρου, διότι αυτός εμφανιζόταν στην τοπική κοινωνία της Καλύμνου να διαθέτει μεγάλη οικονομική άνεση προβαίνοντας μάλιστα σε αγορά ακινήτου (στην Κάλυμνο) και αποπληρώνοντας το τίμημα τούτου με μετρητά, παρά το γεγονός ότι ήταν χαμηλόμισθος υπάλληλος, επικοινώνησαν μαζί του.
Κατόπιν πιέσεων των εκπροσώπων της εταιρίας και απειλών τους περί προσφυγής στην δικαιοσύνη, φέρεται να παραδέχθηκε ότι κατά τα έτη 1999 έως 2004 είχε προβεί σε ιδιοποίηση διαφόρων χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 240.000 ευρώ, που προέρχονταν από την από τον ίδιο έκδοση εισιτηρίων, μέρος των οποίων απέκρυπτε συστηματικά καθ’ όλο το παραπάνω διάστημα από την εταιρία. Φέρεται μάλιστα, προκειμένου να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι τα παρακρατηθέντα από αυτόν ποσά δεν υπερέβαιναν το προαναφερθέν ποσό των 240.000 ευρώ, να εμφάνισε στους εκπροσώπους της εταιρίας αντίγραφα των λογαριασμών, που διατηρούσε σε διάφορες τράπεζες της Καλύμνου. Ζήτησε δε από αυτούς, προς αποφυγή δημοσιοποίησης του θέματος αυτού στην τοπική κοινωνία, να αποδεχθούν την επιστροφή του παραπάνω οφειλόμενου ποσού και, μετά από σύμφωνη γνώμη των τελευταίων, κατέβαλε σ’ αυτούς τμηματικά 239.829,49 ευρώ, λαμβάνοντας από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, την από 27.10.2004 σχετική απόδειξη είσπραξης-βεβαίωσης εκκαθάρισης λογαριασμού. Στην εν λόγω απόδειξη, η οποία υπογράφεται από τον κατηγορούμενο, αφού βεβαιώνεται η καταβολή από τον τελευταίο ποσού 240.000 ευρώ, αναφέρεται επί λέξει: «…Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε εκκαθάριση των ταμείων του (…), και ουδεμία απαίτηση διατηρεί η εταιρεία από τον (…)…».
Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η καταβολή του ανωτέρω ποσού στους εκπροσώπους της εταιρίας έγινε κατόπιν παροτρύνσεων αυτών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και γνωρίζοντας την οικονομική του επιφάνεια, του παρέστησαν ψευδώς ότι θα τον καθιστούσαν συνέταιρο στις επιχειρήσεις τους κατά το ανάλογο ποσοστό της συμμετοχής του μετά από αποτίμηση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των εταιριών τους, πρόταση την οποία αφελώς αποδέχθηκε, ενώ απώτερος στόχος των εκπροσώπων της εταιρίας ήταν να υπεξαιρέσουν το ανωτέρω ποσό.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κω που εξέτασε την υπόθεση έκρινε ωστόσο ότι ο ισχυρισμός του περί συμφωνίας για συμμετοχή του στις εταιρίες που συμμετείχαν οι εκπρόσωποι της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.» δεν ευσταθεί διότι δεν εξηγείται πειστικά πως ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε να επενδύσει σε επιχείρηση που αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική δυσχέρεια, διότι δεν δικαιολογείται, κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, η καταβολή ενός τόσο μεγάλου ποσού με σκοπό επενδύσεως χωρίς ο καταβάλλων να γνωρίζει το ακριβές ποσοστό και τον τρόπο της μελλοντικής συμμετοχής του στις εταιρίες που συμμετείχαν οι εκπρόσωποι της εταιρίας , διότι δεν δικαιολογείται, ενόψει και του ύψους του επενδυόμενου ποσού, η μη σύναψη σχετικού συμφωνητικού εγγράφου από τον κατηγορούμενο, στοιχείο το οποίο είναι γνωστό και στον πλέον αδαή περί τις συναλλαγές και το οποίο εύκολα θα μπορούσε να του υποδειχθεί εάν είχε επικοινωνήσει με οποιονδήποτε νομικό σύμβουλο, διότι δεν εξηγείται πειστικά για ποιο λόγο οι εκπρόσωποι της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.» να ζητήσουν να καταστήσουν συνέταιρο στις επιχειρήσεις τους έναν υπάλληλό τους, αμειβόμενο από τους ίδιους με χαμηλό μισθό. Επιπλέον δεν κρίθηκε από το δικαστικό συμβούλιο ως βάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί κατοχής σημαντικών οικονομικών εισοδημάτων, αφού σε μια τέτοια περίπτωση δεν δικαιολογείται η εργασία του στην εταιρία «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.» και μάλιστα με αποδοχές απλού υπαλλήλου. Απορριπτέος κρίθηκε και ο ισχυρισμός του περί υπογραφής της παραπάνω αποδείξεως-εκκαθαρίσεως λογαριασμού λόγω πεπλανημένης πεποίθησής του από όσα του ανέφεραν οι εκπρόσωποι της εταιρίας και ειδικότερα ότι το εν λόγω έγγραφο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από αυτούς κατά τις διαβεβαιώσεις τους για λογιστικούς λόγους και συγκεκριμένα για κάλυψη οικονομικού ελλείμματος της εταιρίας, καθόσον αντίκειται στη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Τον Οκτώβριο 2008 ολοκληρώθηκε ο έλεγχος στο ταμείο της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.», που αφορούσε στα έτη από το 1999 μέχρι και το 2004. Ο εν λόγω έλεγχος κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε εν αγνοία της εταιρίας «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.» 14.607 εισιτήρια ΔΑΝΕ (ποσοστό 7,88% επί 185.350 συνολικά εκδοθέντων από το πρακτορείο της εταιρίας στην πενταετία 8/1999 έως 6/2004), το δε ποσό που παρανόμως ιδιοποιήθηκε ανέρχονταν στο ποσό των 418.456.24 ευρώ (ποσοστό 7,88% επί συνόλου αξίας, πωληθέντων εισιτηρίων 5.304.603,58 ευρώ στην πενταετία 8/1999 έως 6/2004), από το οποίο επέστρεψε στην Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «ΚΑΛΥΜΝΑ ΓΙΩΤΙΓΚ ΕΠΕ», προς αποφυγή άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος του, το ποσό των 239.829,49 ευρώ μένοντας ως υπόλοιπο το ποσό των 178.626,75 ευρώ.
Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Γρ. Μοράρης.