Aθώοι κρίθηκαν χθες από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου δύο νευροχειρουργοί ιατροί, που υπηρετούσαν στο Τζάνειο Νοσοκοµείο Αθηνών και στο Γενικό Νοσοκοµείο Ρόδου, που κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια και συγκεκριμένα ως υπαίτιοι για τον θάνατο, σε ηλικία 63 ετών, του Α. Δ. του Δ., την 1η Ιουλίου 2008.
Αφορµή για τη διενέργεια της ποινικής έρευνας έδωσε αναφορά που υπέβαλε στην Εισαγγελία Πληµµελειοδικών Ρόδου ο υιός του Π. Δ.
Ο πρώτος κατηγορούµενος, µε την ιδιότητα του θεράποντος νευροχειρουργού του Τζανείου Νοσοκοµείου Αθηνών, όπου νοσηλευόταν ο Α. Δ., µετά από δύο επεµβάσεις, κατά τις οποίες αφαιρέθηκε τµηµατικά, πρακτική πλήρως αποδεκτή ιατρικά, (ήτοι στις 07.02.2008 και στις 12.02.2008), αγγειοβριθείς όγκος, φερόταν στις 22.06.2008 να επέτρεψε τη µεταφορά του ασθενή από την Αθήνα στο Γενικό Νοσοκοµείο της Ρόδου, παρά το γεγονός ότι τελούσε υπό την παρακολούθησή του, ότι ο ασθενής δεν βρισκόταν σε καλή κατάσταση και συγκεκριµένα αντιδρούσε µόνο σε επώδυνα ερεθίσµατα, παρουσίαζε αριστερή πυραµιδική συνδροµή σε χαλαρή φάση, έφερε τραχειοστοµία και γαστροστοµία από την οποία σιτιζόταν, παρουσίαζε χαλαρή ιπποποδία, παρά το γεγονός ότι το νευροχειρουργικό τµήµα του Νοσοκοµείου της Ρόδου δεν τον δεχόταν, ενώ χρειαζόταν νοσηλεία στο εν λόγω τµήµα και παρά το γεγονός ότι ήδη από τις 05.03.2008 είχε προσβληθεί από σηψαιµία.
Κατηγορήθηκε περαιτέρω ότι δεν διέγνωσε, από αµέλειά του, την πιθανότητα να µην έχει υποχωρήσει η σηψαιµία παρά το γεγονός ότι ήταν απύρετος και να χρειαζόταν ειδική αντιµετώπιση ενώ η µεταφορά του στη Ρόδο θα επιδείνωνε την κατάστασή του και δεν µερίµνησε για την πλήρη ανάρρωσή του.
Ο δεύτερος κατηγορούµενος κατά το χρονικό διάστηµα από 22.06.2008 έως την 01.07.2008, ενώ υπηρετούσε στη νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκοµείου Ρόδου και ενώ είχε ενηµερωθεί για την νευροχειρουργικής φύσεως επέµβαση που είχε υποστεί στον εγκέφαλο ο Α. Δ. και το γεγονός ότι έχρηζε παρακολούθησης από ειδικό νευροχειρουργό µετά τη µεταφορά του από το Τζάνειο Νοσοκοµείο της Αθήνας στη Ρόδο, παρά το γεγονός ότι τον εξέτασε στο Νοσοκοµείο της Ρόδου και η κλινική εικόνα του, χειροτέρευε, φερόταν να µην διέγνωσε, από αµέλειά του ότι είχε σηψαιµία και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία η µεταφορά και θεραπεία του στη νευροχειρουργική κλινική από τους εκεί ειδικούς ιατρούς αλλά αντιθέτως αρνήθηκε να τον µεταφέρει στην ανωτέρω κλινική µη εκτιµώντας ορθά την κατάστασή του, παρέλειψε να χορηγήσει ο ίδιος αλλά και δια ωτορυνολαρυγγολόγου ιατρού, ο οποίος τον δέχτηκε στην κλινική του, οποιαδήποτε φαρµακευτική αγωγή προς αντιµετώπιση της σηψαιµίας.
Από την ακροαματική διαδικασία προέκυψε ωστόσο ότι όταν ο ασθενής εξήλθε του Τζανείου είχε καλή κλινική εικόνα και δεν εμφανίστηκαν ενδείξεις ότι υπέστη σηψαιμία. Ενδεικτικό είναι μάλιστα το γεγονός ότι δεν εμφάνισε πυρετό.
Η μεταφορά του στη Ρόδο και η νοσηλεία του στη ωτορυνολαρυγγολογική κλινική, όπως προέκυψε, ήταν ενδεδειγμένη ενέργεια ενώ δεν υπήρχε λόγος μετά την εγχείρησή του στην Αθήνα να συνεχιστεί η νοσηλεία του σε νευροχειρουργική στη Ρόδο.
Ο δεύτερος μάλιστα κατηγορούμενος δεν μπορούσε να έχει ευθύνη για την κατάληξη του ασθενούς από τη στιγμή που η σηψαιμία αφενός δεν μπορούσε να εντοπιστεί και αφετέρου διότι δεν είχε αναλάβει την περίθαλψή του στο επίμαχο διάστημα.
Συγγενείς του εκλιπόντος κατέθεσαν μάλιστα ότι καταλογίζουν ευθύνες στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου γενικώς για τις συνθήκες νοσηλείας του ασθενούς και όχι στους συγκεκριμένους ιατρούς.
Τους κατηγορούμενους εκπροσώπησαν οι δικηγόροι κ.κ. Κ. Σαρρής και Γ. Χαρίτος και την πολιτική αγωγή ο δικηγόρος κ. Π. Πανιέρας.







