Το σκεπτικό της εισήγησης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κ. Παναγιώτη Καψιμάλη στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών για την παραπομπή σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων του κ Παναγιώτη Ζαχαρίου, Διευθυντή του πολιτικού γραφείου του πρώην Υπουργού Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής κ Αριστοτέλη Παυλίδη, φέρνει σήμερα, αυτούσιο, στο φως της δημοσιότητας η «δ».
Ο Εισαγγελικός λειτουργός με την 13σέλιδη πρόταση του στο δικαστικό συμβούλιο αναφέρεται διεξοδικά στα όσα προέκυψαν από την μέχρι τώρα έρευνα για την υπόθεση που συντάραξε το πανελλήνιο μετά τις καταγγελίες του εφοπλιστή κ. Φώτη Μανούση και αποτέλεσε την κύρια αφορμή για τη διαγραφή του Δωδεκανήσιου πολιτικού από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, παρά την απαλλαγή του, μετά την έρευνα που διενήργησε προανακριτική επιτροπή, από την Βουλή.
Θεωρεί, δε, ότι ο κ. Ζαχαρίου, το «δεξί χέρι» του Αριστοτέλη Παυλίδη, θα πρέπει να παραπεμφθεί σε δίκη για την πράξη της εκβίασης κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε απειλή βλάβης της επιχείρησης του εξαναγκαζομένου ενεργεί δε τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Τον πρώτο λόγο – και όχι τον τελικό – έχει σε κάθε περίπτωση το δικαστικό συμβούλιο ενώπιον του οποίου ο κ. Ζαχαρίου θα παραστεί αυτοπροσώπως για να εκθέσει τις απόψεις του.
Oπως ξανάγραψε η “δ”, η δικαστική έρευνα της υποθέσεως ξεκίνησε έπειτα από δισέλιδη επιστολή που έστειλε τον Απρίλιο του 2007 ο τότε Υπουργός Αιγαίου κ. Παυλίδης στον πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γ. Σανιδά επισημαίνοντας ότι εκβιάζεται από τον εφοπλιστή κ. Φ. Μανούση, ιδιοκτήτη της ακτοπλοϊκής εταιρείας SΑΟS Ferries, προκειμένου να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης στη δρομολόγηση πλοίων του στις άγονες γραμμές του Αιγαίου.
Ο κ. Μανούσης ισχυρίστηκε από την άλλη ότι ο κ. Παυλίδης από τις αρχές του 2006 προωθούσε τα συμφέροντα άλλων εφοπλιστών-ανταγωνιστών του.
Ο εφοπλιστής κατέθεσε ακόμη ότι έδωσε περίπου ένα εκατ. ευρώ – σε διάφορες δόσεις- στον συνεργάτη τού κ. Αρ. Παυλίδη προκειμένου να έχει “καλή μεταχείριση” η εταιρεία του SΑΟS Ferries στα δρομολόγια της άγονης γραμμής από το υπουργείο Αιγαίου.
Ο Εισαγγελικός λειτουργός, με την πρόταση του, αφού αναφέρεται στα προβλήματα που σημειώθηκαν για την κατακύρωση επιδοτούμενων δρομολογίων στον εφοπλιστή Μανούση, δέχεται ότι ο τελευταίος προέβη σε καταβολές χρηματικών ποσών και επιταγών στον Ζαχαρίου «προκειμένου να περισώσει τις επιχειρήσεις των ως άνω εταιριών των οποίων η οικονομική κατάρρευση ήταν άμεσα επικείμενη εκ της αχρησίας των πλοίων».
Δέχεται επιπλέον ότι παρά την καταβολή της «μίζας» ο Μανούσης δεν είχε πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό με αποτέλεσμα να τους καταγγείλει αρχικά στον τότε προέδρο της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας Αναστάσιο Καραμάριο και εν συνεχεία στον κ Κωνσταντίνο Ζαχαράκη από τον οποίο και ζήτησε να ενημερώσει το γραφείο του πρωθυπουργού.
Το σκέλος της πολυσέλιδης πρότασης που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι αυτό στο οποίο σχολιάζονται οι απόψεις του κατηγορούμενου.
Ο κ. Εισαγγελέας αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής:
«Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εξεβίασε τον εγκαλούντα και ουδέποτε, έλαβε χρηματικά ποσά ή επιταγές από αυτόν η ύπαρξη των οποίων δεν δικαιολογείται καθώς ήταν λευκές ως προς την ημερομηνία εκδόσεως, αναφέρει ότι όντως μετέβη στα γραφεία της εταιρίας του εγκαλούντος όχι όμως για τον λόγο που ισχυρίζεται ο ίδιος αλλά εθιμοτυπικά και για διαμεσολάβηση για την αγορά ενός πλοίου από γνωστό του εφοπλιστή και ότι όντως έλαβε στην κατοχή του έναν φάκελο ο οποίος όμως δεν περιείχε χρήματα ή επιταγές αλλά μόνον έγγραφα για το ως άνω πλοίο τα οποία πέταξε μετά την δήλωση του γνωστού του ότι δεν ενδιαφέρεται για την αγορά. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ποριζόταν εκ του επαγγέλματος του και της απασχόλησης του στην θέση του διευθυντή του πολιτικού γραφείου του τότε υπουργού Αιγαίου σημαντικά ποσά που του επέτρεπαν να διάγει τον βίο του χωρίς την ανάγκη εισοδήματος από εκβιαστικές πράξεις.
Οι ως άνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν. Για την παρουσία του στα γραφεία των εταιριών του εγκαλούντος πέραν της ομολογίας και του ιδίου υπάρχουν οι καταθέσεις των Παύλου Μακρή και Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου. Ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν εθιμοτυπικές επισκέψεις που έγιναν κατόπιν προσκλήσεως του ίδιου του εγκαλούντος και νια να δει τις καινούργιες εγκαταστάσεις της εταιρίας. Βεβαίως δεν εξηγείται από τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου το γιατί θα ήθελε κάποιος επιχειρηματίας να δει ο διευθυντής πολιτικού γραφείου ενός υπουργού τις εγκαταστάσεις της εταιρίας και τι θα πετύχαινε με μια τέτοια επίσκεψη, Το πρόβλημα του Φ. Μανούση ήταν τα δρομολόγια και η εκμετάλλευση των πλοίων των εταιριών του, χωρίς να έχει ουδεμία σχέση η ανακαίνιση ή όχι των γραφείων της εταιρίας του. Το να επισκεπτόταν κάποιος υπουργός ή έστω αντιπρόσωπος του τα πλοία της εταιρίας για να διαπιστώσει, την κατάσταση τους, θα είχε κάποια λογική, να επισκεφθεί όμως τα γραφεία για να διαπιστώσει την κατάσταση τους δεν εξηγείται λογικώς.
Περαιτέρω και ο όψιμος ισχυρισμός του ότι υπήρχε και άλλος λόγος επίσκεψης προκειμένου να μεσολαβήσει για την αγορά από τον εγκαλούντα και τον γαμπρό του ιδίου, εφοπλιστή Νομικό, του πλοίου Πλατυτέρα που πωλούσε ο πλοιοκτήτης Παναγιωτάκης δεν στέκει ως λογική εξήγηση πόσο μάλλον που η αναφορά αυτή γίνεται κυρίως νια να προσδιορίσει το περιεχόμενο ενός φακέλου που ομολογεί ότι έλαβε από τον εγκαλούντα και που κατ’ αυτόν περιείχε δύο έγγραφα με τα στοιχεία του ως άνω πλοίου και ο οποίος (φάκελος) του εδόθη για να τον παραδώσει στον γαμπρό του, κίνηση ανώφελη καθώς εάν ο γαμπρός του ενδιαφερόταν όντως για την αγορά του πλοίου τα στοιχεία του θα ήταν ήδη γνωστά και δεν θα περίμενε βεβαίως έγγραφο, εκ μέρους του εγκαλούντος για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πλοίου.
Ο εγκαλών πράγματι στις 3-11-2006 ημέρα επίσκεψης του κατηγορουμένου στα γραφεία της εταιρείας του ανέλαβε από το λογαριασμό που τηρούσε η εταιρεία με την επωνυμία «ΣΑΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Ναυτιλιακό Κατάστημα ) το ποσόν των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Τα χρήματα δε αυτά ουδέποτε επεστράφησαν στο ταμείο της εταιρίας ούτε και εξοφλήθηκαν άλλες υποχρεώσεις προς τρίτους. Επίσης τα ανάλογα παραστατικά και καταχωρήσεις στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας υπάρχουν και για την έκδοση των επίμαχων επιταγών οι οποίες επίσης παραμένουν στο χρεωστικό της εταιρίας. Περαιτέρω η κατάθεση χρημάτων εκ μέρους του κατηγορουμένου σε λογαριασμούς του, μετά την επίσκεψη του στον εγκαλούντα δεν δικαιολογείται.
Ο κατηγορούμενος καταθέτει στην Τράπεζα Eurobank EFG α) στις 7-11-2006 το ποσόν των 10.000 ευρώ β) στις 8-11-2006 επίσης το ποσόν των 10.000 ευρώ γ ) στις 8-11-2006 το ποσόν των 5.000 ευρώ και δ) σε λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Nova Bank, επίσης στις 7-11-2006 , το χρηματικό ποσόν των 15.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος δεν είχε καταθέσει ξανά τόσο μεγάλα χρηματικά, τα δε αναφερόμενα εισοδήματα του (61.703 ευρώ) από μόνα τους δεν δικαιολογούν τις προαναφερθείσες καταθέσεις.
Περαιτέρω και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν ευσταθεί λογικά η συνεχής παράδοση τόσων μεγάλων χρηματικών ποσών χωρίς να υπάρχει σύνδεση με κάποιο αποτέλεσμα είναι απορριπτέος. Η μη ευνοϊκή ρύθμιση της υποθέσεως προς όφελος της εταιρίας του εγκαλούντος παρά την καταβολή μέρους των απαιτηθέντων χρημάτων και των επιταγών δικαιολογείται πλήρως από το γεγονός της μη καταβολής του συνόλου του ζητηθέντος χρηματικού ποσού και του αβέβαιου της εισπράξεως των λευκών επιταγών που ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του».
Ο κ. Εισαγγελέας αναφέρει σε άλλο σημείο και τα εξής:
«Εξ’ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι εγκαλών εξύφανε ένα σενάριο προκειμένου να παγιδεύσει τον κατηγορούμενο. Λογιστικά η εταιρία του εγκαλούντος βρέθηκε εκτεθειμένη με το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 657.500 ευρώ το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να επιστραφεί. Ο ίδιος ο εγκαλών φέρεται να γνωρίζει οικογενειακές υποθέσεις του τ. Υπουρνού Α. Παυλίδη που δεν ήταν φυσικό να γνωρίζει. Το γεγονός ότι η θυγατέρα του Α. Παυλίδη είχε αυξημένα έξοδα λόγω της αγοράς κατοικίας δεν είναι πληροφορία που μπορεί να κυκλοφορεί ευρέως και να γίνει γνωστή και στον Φ. Μανούση ώστε να την χρησιμοποιήσει. Περαιτέρω το γεγονός ότι στην αρχική του κατάθεση δεν προσδιόρισε το ύψος των περιουσιακής διάθεσης προς τον κατηγορούμενο δεν συνιστά, απόδειξη εκ των υστέρων δημιουργίας ενός φανταστικού σεναρίου καθώς λογικώς μετά την κατάθεση αυτή δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει και να υποστηρίξει μια τόσο μεθοδευμένη ιστορία σε βάρος του κατηγορουμένου, με στοιχεία που όντως προϋπήρχαν. Η μόνη λογική εξήγηση (για την μη αναφορά αμέσως των εκβιαστικών ενεργειών του κατηγορουμένου) έγκειται στο γεγονός ότι βρισκόταν σε δύσκολη θέση να καταγγείλει τον διευθυντή του πολιτικού γραφείου ενός υπουργού σε μια δύσκολη πολιτικά συγκυρία».
Ο κ. Εισαγγελέας αναφέρεται φυσικά και στην κατάθεση χρημάτων στον λογαριασμό του κ. Τσ. Τριομμάτη…
«… όσον αφορά την κατάθεση των χρημάτων στον Τριομμάτη είναι αδύνατον να έχει επιλεγεί από τον εγκαλούντα, αυτό το πρόσωπο που έχει σχέση με του Α. Παυλίδη (ο ίδιος αναφέρει ότι τον βοηθάει αφιλοκερδώς), προκειμένου να βρεθεί ο προσωπικός του λογαριασμός και να κατατεθούν χρήματα για να παγιδευτεί ο κατηγορούμενος. Είναι πέραν πάσης φαντασίας ο εγκαλών να έχει δημιουργήσει ένα τόσο δυνατό κύκλωμα παρακολούθησης που μπορεί να βρίσκει και τραπεζικούς λογαριασμούς γνωστών του κατηγορουμένου και να του παραδίδεται το ποσό των 7.500 ευρώ. Εξάλλου η επιστροφή μερικών από τα χρήματα (5.000 ευρώ) γίνεται στις 13/2/2007 και αυτή η καταβολή εκ μέρους της εταιρίας Καμαριώτισσα Ν.Ε (συμφερόντων του εγκαλούντος), φέρεται ως καταβολή του πράκτορα του PANOS TOUR5 με ημερομηνία 14/2/2007 χωρίς να δύναται να υποστηριχθεί ότι και αυτή η εγγραφή είναι εικονική. Ο ισχυρισμός συνεπώς του εγκαλούντος περί μεσολαβήσεως του κατηγορουμένου δια αυτού του Τσαμπίκου Τριομμάτη, για την επιστροφή των εκ μέρους του προαναφερθέντος Π. Κοκορομύτη γίνεται περισσότερο πιστευτή.
Ο πράκτορας της ως άνω εταιρίας Πέτρος Κοκορομύτης είναι υπαρκτό πρόσωπο στον οποίο και έχει επιδοθεί στις 6/7/2007 η από 4/7/2007 εξώδικη δήλωση στην οποία όντως αναφέρεται η οφειλή των 28.433,60 ευρώ για εισιτήρια που εισπράχθηκαν και δεν αποδόθηκαν τα χρηματικά ποσά. Αντιθέτως ο ισχυρισμός ότι εκ λάθους κατατέθηκαν τα χρήματα στον Τ. Τριομμάτη και αυτός τα επέστρεψε στην άγνωστη σε αυτόν Αικατερίνη Αναγνωστοπούλου δεν συνάδει λογικά και με την άμεση κατάθεση των 5.000 ευρώ από την Α. Αναγνωστοπούλου σε πίστωση του Π, Κοκορομύτη.
Περαιτέρω η κατάθεση χρηματικών ποσών σε λογαριασμό του κατηγορουμένου, εκ μέρους του εφοπλιστή Αγούδημου, ανταγωνιστή του εγκαλούντος στους σχετικούς διανωνισμούς με το πλοίο Πηνελόπη, αναιρεί την όποια επιχειρηματολογία του κατηγορουμένου και τους ισχυρισμούς του περί οικονομικής του ευμάρειας η οποία δικαιολογούσε την κατάθεση μετρητών χρημάτων από τον ίδιο και συγγενικά του πρόσωπα σε λογαριασμό του».
Για τις καταβολές του εφοπλιστή Αγούδημου, που αποτέλεσαν αντικείμενο περαιτέρω ανάκρισης, ο κ Εισαγγελέας θεωρεί τα εξής:
«Οι καταθέσεις των χρηματικών αυτών ποσών παρουσιάζονται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και τον εφοπλιστή Αγούδημο, ότι αφορούν δάνεια της οικογένειας Αγούδημου προς αυτόν λόγω των πρόσκαιρων οικονομικών του προβλημάτων.
Ο κατηγορούμενος όμως δεν διευκρινίζει ποιες ανάγκες τον οδήγησαν να ζητήσει τα ως άνω χρηματικά ποσά, που τα χρησιμοποίησε, εάν τα επέστρεψε και με ποιό τρόπο. Eρχεται δε σε πλήρη αντίθεση η παραδοχή της εκδοχής των δανείων με τις αρχικές του επισημάνσεις για μεγάλη οικονομική επιφάνεια που του δίδει την δυνατότητα να καταθέτει μεγάλα χρηματική ποσά στους λογαριασμούς του.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/h-isangeliki-protasi-gia-tin-parapompi-zachariou/













