Ελεύθερος με τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα κρίθηκε χθες, μετά την απολογία του, με ομόφωνη απόφαση της τακτικής Ανακρίτριας Ρόδου κ Μ. Κωτούλα και του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ Κ. Μπούτσικου ο Γ. Π. του Μ., κάτοικος Καρπάθου, ιδιοκτήτης κεντρικού καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, διακεκριμένο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ στο νησί, που φέρεται να εμπλέκεται σε υπόθεση ξεπλύματος μαύρου χρήματος και συγκεκριμένα 3,2 εκατ. ευρώ που αφαιρέθηκαν δολίως από λογαριασμό Ιταλικής Τράπεζας.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε χθες ότι φοβάται για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα του ίδιου και της οικογένειας του, τονίζοντας ότι και ο ίδιος είναι θύμα αδίστακτου κυκλώματος.
Θυμίζουμε ότι μετά την αποκάλυψη της διενεργούμενης σε βάρος του κατηγορούμενου έρευνας με απόφαση του Προέδρου της επιτροπής καταστατικού και πιστοποίησης του ΠΑΣΟΚ κ Γ. Ανωμερίτη αφαιρέθηκε η κομματική του ταυτότητα.
Την 17η Δεκεμβρίου 2007 στο λογαριασμό ταμιευτηρίου του ανωτέρω στην Αγροτική Τράπεζα της Καρπάθου κατατέθηκαν 3.316.673 ευρώ από την Ιταλική Τράπεζα Banca Populare Friulandria SpA και για λογαριασμό της εταιρείας Povita Assiculazioni. Η Pοvita Compagnia di Assicurazioni S.p.A. όπως διαπιστώθηκε είναι εταιρεία που ασχολείται με ασφάλειες και εδρεύει στο Τορίνο της Ιταλίας.
Την 18η Δεκεμβρίου 2007 και ενώ είχε αναλάβει τα χρήματα η Αγροτική Τράπεζα έλαβε μήνυμα Swift από την Ιταλική τράπεζα ζητώντας την ακύρωση της συναλλαγής επισημαίνοντας ότι πρόκειται για απάτη για την οποία ενημερώθηκε η Interpol.
Η Αγροτική Τράπεζα αφού είχε διεκπεραιώσει τη συναλλαγή δεν κατόρθωσε να πάρει πίσω τα χρήματα και να τα επιστρέψει στην Ιταλική Τράπεζα παρότι είχε ενημερωθεί ότι επρόκειτο για απάτη. Φέρεται μάλιστα δύο μέρες μετά και όχι πριν τη διεκπεραίωση της συναλλαγής να ενημέρωσε σχετικά με έγγραφο της την επιτροπή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Απολογούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι είναι κύριος πολλών ακινήτων, σημαντικών εκτάσεων κυρίως σε παραθαλάσσιες περιοχές της Καρπάθου, αλλά και στα ηπειρωτικά της τμήματα.
Ισχυρίστηκε ότι τον Ιούλιο του 2007 τον επισκέφθηκαν σε καφετέρια του δυο άγνωστα άτομα, τα οποία του παρουσιάστηκαν ως αντιπρόσωποι ενδιαφερομένων Ιταλών επενδυτών, για αγορά παραθαλάσσιων εκτάσεων στην Κάρπαθο, και του συστήθηκαν ο μεν ένας ως Νίκος Αναγνώστου, ο δε δεύτερος ως Μάσιμο Καπάνα. Ο αυτοσυστηθείς ως Νίκος Αναγνώστου μιλούσε άπταιστα την ελληνική γλώσσα, καθώς και την αγγλική, ο δε αυτοσυστηθείς ως Μάσιμο Καπάνα του απηύθυνε το λόγο στην αγγλική γλώσσα, ωστόσο μεταξύ του Αναγνώστου και του Καπάνα η συνομιλία γινόταν στην ιταλική γλώσσα, την οποία ο ίδιος αγνοεί.
Τους δήλωσε ότι διαθέτει στη θέση «Πουντιά-Πλαούλια», περιοχή «¶δειας», δυο συνεχόμενα κτήματα συνολικής έκτασης περίπου 112 στρεμμάτων τα οποία και επικέφθηκαν.
Περί το τέλος Αυγούστου 2007, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον συστηθέντα ως Νίκο Αναγνώστου, που τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία του Μάσιμο Καπάνα αξιολογεί τα στοιχεία της αγοράς αυτής και ότι έχουν σοβαρή πρόθεση. Μετά την παρέλευση μερικών ημερών έλαβε από τον ίδιο νέο τηλεφώνημα, στο οποίο του ζητούσε τον αριθμό fax, προκειμένου να του στείλει το ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο αφού υπογράψεί να το στείλει πίσω, εφόσον συμφωνεί.
Στις 14 Δεκεμβρίου 2007 έλαβε το fax με το ιδιωτικό συμφωνητικό υπογεγραμμένο από τον Μάσιμο Καπάνα ως διευθυντή της εταιρείας «povita spa» και διάβασε το περιεχόμενο του. Τότε διαπίστωσε ότι η αναγραφόμενη στο ιδιωτικό συμφωνητικό τιμή πώλησης ήταν ανώτερη από τη συμφωνημένη. Ο Αναγνώστου του είπε ότι αυτός και οι συνεργάτες του πέτυχαν καλύτερη τιμή και αν δεν είχε αντίρρηση αυτή θα ήταν η αμοιβή τους, ως μεσαζόντων.
Περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2007, του τηλεφώνησε και πάλι ο ίδιος του ζήτησε τον αριθμό του λογαριασμού του και κανόνισαν ραντεβού για το πρωί της 17ης Δεκεμβρίου 2007 στην καφετέρια του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στο Σύνταγμα.
Συναντήθηκαν εκεί ο Αναγνώστου, ο Μάσιμο Καπάνα και εκείνος και αρχικά έκαναν μια συζήτηση σχετικά τα επενδυτικά σχέδια της αγοράστριας εταιρείας στην Κάρπαθο.
Τότε τους έθεσε το ζήτημα ότι κατά την συμφωνία θα έπρεπε να του καταβάλουν την συμφωνημένη προκαταβολή και τον διαβεβαίωσαν ότι το ποσό έχει ήδη κατατεθεί στον λογαριασμό του στην Αγροτική Τράπεζα. Πράγματι πήγε στο κατάστημα απέναντι από το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» της τράπεζας, έκανε ενημέρωση του βιβλιαρίου του και διαπίστωσε την κατάθεση του ποσού 3.316.673 ευρώ.
Βγαίνοντας από το κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας τον ανέμενε ο Νίκος Αναγνώστου, τον συνόδευσε και πάλι στην καφετέρια του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία, όπου τους περίμενε ο Μάσιμο Καπάνα και του ανακοίνωσε ότι στο μεταξύ έλαβε ένα τηλεφώνημα από την Ιταλία ότι η «δουλειά χάλασε» και ότι ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει στην εταιρεία του τα χρήματα που του κατέθεσαν στον λογαριασμό και μάλιστα σε μετρητά.
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι αντέδρασε έντονα λέγοντας πως αυτά ήταν γελοιότητες και εκείνοι του δήλωσαν με αυστηρό ύφος ότι εκτελούν εντολές και ότι πρέπει να μεταβεί στην τράπεζα και να κάνει ανάληψη όλου του ποσού που κατατέθηκε στον λογαριασμό του και να τους το παραδώσει, προειδοποιώντας τον ότι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του, προκειμένου να μην θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια την δική του και της οικογένειας του.
Η ώρα ήταν περασμένη και δεν μπορούσε να γίνει η παραγγελία από την τράπεζα του ποσού αυτού με χρηματαποστολή και κανονίστηκε η ανάληψη για την επόμενη μέρα.
Τον οδήγησαν, όπως υποστηρίζει, στο ξενοδοχείο του στον Πειραιά και του επέστησαν την προσοχή ότι είναι υπό επιτήρηση και αυστηρή παρακολούθηση. Την επόμενη ημέρα 18 Δεκεμβρίου 2007, ώρα 8.30π.μ. συναντήθηκε μαζί τους κοντά στο ίδιο κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας. Μετά από συνεννόηση με τον διευθυντή της τράπεζας και τους ίδιους έλαβε 75.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και επιταγές για το υπόλοιπο. Εν συνεχεία τον οδήγησαν με τα πόδια στην Τράπεζα της Ελλάδος (Κεντρική Τράπεζα στην οδό Πανεπιστημίου), εισήλθαν μαζί μου εντός του κεντρικού καταστήματος και του είπαν να εξαργυρώσει τις επιταγές και μάλιστα του έδωσαν και ένα σάκο ταξιδίου για να τοποθετήσει τα μετρητά.
Κατεβαίνοντας στα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδος, οι υπάλληλοι της παραξενεύτηκαν και του δήλωσαν ότι συναλλάσσονται μόνο με τράπεζες και όχι με ιδιώτες.
Οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και τότε του επέβαλαν να επιστρέψει και πάλι στο ίδιο κατάστημα και να αξιώσει την πληρωμή των επιταγών σε μετρητά.
Μετά από δύο ώρες του έδωσαν τα χρήματα από την τράπεζα και αποχώρησε από πλάγια έξοδο όπου τον περίμενε ο Καπάνα με ένα οδηγό τζίπ. Μετά απο λίγο εμφανίστηκε και ο Αναγνώστου και μέσα στο τζίπ που είχε φιμέ τζάμια, του ζήτησαν εν κινήσει το βιβλιάριο καταθέσεων, όπου υπήρχε κατατεθειμένο υπόλοιπο 40.000 ¤.
Τον οδήγησαν σε κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας σε περιοχή των Αθηνών, όπου έγινε ανάληψη και του ποσού αυτού σε μετρητά που τους παρέδωσε αμέσως. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στον Πειραιά, ενώ εν κινήσει του έδωσαν 20.000¤ σε μετρητά, από το ποσό που μόλις είχε αναλάβει, καθώς και μια απόδειξη, που ανέφερε ότι τους επέστρεψε το ποσό που του κατέθεσαν πλήν των 20.000¤, που του τα άφησαν για την αντιμετώπιση των εξόδων του.
Τόνισε ότι έκτοτε ζεί με το άγχος και την αγωνία μη συμβεί ο,τιδήποτε στην οικογένεια του και στα παιδιά του.
Τόνισε επίσης ότι η τράπεζα της Ιταλίας, με ιδιαίτερη ευκολία, χωρίς καμία διασφάλιση, χωρίς έλεγχο ή διασταύρωση στοιχείων εμβάζει σε τραπεζικούς λογαριασμούς υπέρογκα χρηματικά ποσά. Δεν εξετάζει ποιος δίνει την εντολή, με ποια ιδιότητα, με ποια στοιχεία ταυτότητας. Δεν εφαρμόζει τους ισχύοντες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης κανόνες και οδηγίες της διακίνησης μεγάλων χρηματικών ποσών.
Διαμαρτυρήθηκε επίσης για το γεγονός ότι ουδεμία αναφορά γίνεται και ουδεμία ευθύνη αναζητείται στους υπεύθυνους εκπροσώπους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που δεν τήρησαν ούτε στοιχειωδώς τις επιβαλλόμενες οδηγίες για τον έλεγχο διακίνησης υπέρογκων χρηματικών κεφαλαίων.
Ως συνήγορος του παρέστη ο δικηγόρος κ Φώτης Χατζηδιάκος.













