Σύγχρονα συστήματα προειδοποίησης σεισμού και τσουνάμι θα διαθέτει η Ρόδος από τον Σεπτέμβριο του 2013. Η τοποθέτηση των ειδικών μηχανημάτων και η πορεία της υλοποίησης του ευρωπαϊκού προγράμματος θα είναι το αντικείμενο της συνάντησης που θα έχει σήμερα, με το δήμαρχο Ρόδο ο Διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών καθηγητής κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος, ο οποίος αφίχθη χθες, στο νησί μας.
Στη διάρκεια της παραμονής του στη Ρόδο ο κ. Παπαδόπουλος θα ασχοληθεί με τα σημεία, στα οποία θα τοποθετηθούν τα τέσσερα μηχανήματα προειδοποίησης σεισμού και οι δύο παλιρροιογράφοι.
« Ήρθα στο νησί γιατί πέντε Ευρωπαϊκά Ινστιτούτα έχουν ξεκινήσει συνεργασία με το Δήμο Ρόδου. Αντικείμενό της είναι η εφαρμογή ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται από την ΕΕ. Σκοπός μας είναι να δημιουργήσουμε ένα πρότυπο σύστημα προειδοποίησης για σεισμούς και για τσουνάμι», δήλωσε ο κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο κ. Παπαδόπουλος είχε συνεργασθεί στο παρελθόν και με την πρώην Νομαρχία Δωδεκανήσου. Τότε είχε επικεντρώσει την έρευνά του στα κύματα τσουνάμι.
«Στα πλαίσια της συνεργασίας με τη Νομαρχία Δωδεκανήσου, είχαμε κάνει χαρτογράφηση του κινδύνου. Τώρα θα δημιουργήσουμε το σύστημα προειδοποίησης, το οποίο θα πρέπει να τεθεί σε λειτουργία, από τον Σεπτέμβριο του 2013», δήλωσε ο κ. Παπαδόπουλος.
«Τα όργανα έχουν παραγγελθεί και έχουν φθάσει στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. Το 2013 θα πρέπει να τεθούν σε λειτουργία, αφού μέσα στον προκαθορισμένο χρόνο γίνουν οι δοκιμές που προβλέπονται», εξήγησε ο κ. Παπαδόπουλος και πρόσθεσε πως μετά τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Δήμος Ρόδου θα έχει την ευθύνη λειτουργίας του συστήματος.
«Είναι ένα απλό σύστημα που θα έχει και τη βοήθεια του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών», τόνισε.
Ο κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος μαζί με τον προϊστάμενο του Γραφείου Πολιτικής Προστασίας του Δήμου Ρόδου κ. Ηλία Αργύρη, θα προσπαθήσουν να βρουν τα κτήρια στα οποία θα γίνει η εγκατάσταση των συστημάτων προειδοποίησης σεισμού.
«Πρέπει να πληρούν οι χώροι, ορισμένες προδιαγραφές ώστε όταν θα έρθουμε ξανά, να μην ψάχνουμε και να είμαστε έτοιμοι να εγκαταστήσουμε τα μηχανήματα στις κατάλληλες θέσεις. Θα τοποθετηθούν επίσης και δύο παλιρροιογράφοι, οι οποίοι είναι για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή θα καταγράφουν τη σεισμική δραστηριότητα στη θαλάσσια περιοχή. Και για αυτά τα μηχανήματα θα πρέπει να βρούμε τις κατάλληλες θέσεις», δήλωσε ο κ. Παπαδόπουλος.
«Το φαινόμενο αυτό στη Μεσόγειο είναι σπάνιο. Όμως αυτό δεν εγγυάται ασφάλεια. Για το λόγο αυτό και η Ευρωπαϊκή Ένωση, επιθυμεί να λαμβάνει μέτρα προστασίας των πολιτών και η Διεύθυνση Πολιτικής Προστασίας της ΕΕ αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τη δραστηριότητα που αναπτύσσουμε», εξήγησε ο κ. Παπαδόπουλος.
Η ενημέρωση του πληθυσμού για τις ιδιότητες του φαινομένου, όπως τόνισε ο καθηγητής αλλά και για τους τρόπους συμπεριφοράς όταν εκδηλώνεται το φαινόμενο, έχει αποδειχθεί σωτήρια.
«Η λήψη προληπτικών μέτρων εκ μέρους των τοπικών και κεντρικών αρχών πολιτικής προστασίας είναι αποτελεσματική. Επίσης, θα πρέπει να εκπονούνται μέτρα έκτακτης ανάγκης κυρίως στις περιοχές όπου υπάρχει πιθανότητα εκδήλωσης του φαινομένου. Στην καλύτερη αντιμετώπιση του φαινομένου φυσικής καταστροφής συμβάλλουν φυσικά και τα ενόργανα συστήματα προειδοποίησης»,τόνισε ο καθηγητής.
Τα τελευταία 12 χρόνια πραγματοποιήθηκε σημαντική πρόοδος στα θέματα των τσουνάμι και σε αυτό συνέβαλαν, όπως λέει ο Γ. Παπαδόπουλος, οι συνεχείς προσπάθειες του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου αλλά και η στήριξη που παρείχε στις επιστημονικές έρευνες η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.
Στη Μεσόγειο θάλασσα η εμφάνιση των τσουνάμι δεν είναι τόσο συχνή όσο στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ωστόσο, έχουν καταγραφεί σημαντικότατες καταστροφές που προκάλεσαν αλλαγή ακόμη και στον πολιτιστικό χάρτη ολόκληρης της περιοχής, οι οποίες προκλήθηκαν από παλιρροϊκά κύματα.
Το πιο γνωστό τσουνάμι της προϊστορικής περιόδου, όχι μόνο στη Μεσόγειο αλλά σʼ ολόκληρο τον κόσμο, είναι το Μινωικό, που διεγέρθηκε από τη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνης) γύρω στα 1630 π.Χ. Η πρώτη αναμφισβήτητη γεωλογική μαρτυρία για την ύπαρξή του προέρχεται από τον εντοπισμό του ιζήματος της θαλάσσιας άμμου που απέθεσε το κύμα αυτό σε παράκτιους χώρους του Νοτίου Αιγαίου. Η αριθμητική προσομοίωση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή έδειξε ότι το ύψος του κύματος στην πηγή του πρέπει να έφθασε τα 25 – 30 μέτρα, ενώ στις βόρειες ακτές της Κρήτης κυμάνθηκε μεταξύ 10 και 15 μέτρων.
Το πρώτο τσουνάμι που αναφέρεται στην παγκόσμια ιστορία είναι εκείνο που περιγράφει ο Ηρόδοτος ότι έπληξε την Ποτίδαια της Χαλκιδικής το 479 π.Χ. Τα τελευταία εκατό χρόνια ισχυρά τσουνάμι παρατηρήθηκαν έπειτα από σεισμούς στη Λευκάδα το 1914 και στην Κάρπαθο το 1948. Τα δύο ισχυρότερα και πιο καταστροφικά τσουνάμι στην Ελλάδα τα μεταπολεμικά χρόνια έγιναν στις Κυκλάδες, στην Κρήτη και σ’ όλο το Νότιο Αιγαίο, στις 9 Ιουλίου του 1956. Τότε είχαν σημειωθεί ζημιές στη Σύρο, στη Λέρο, στην Πάτμο και στη Ρόδο αλλά μικρότερης έκτασης.
Ο Εγκέλαδος
Ερωτηθείς για τη σεισμική διέγερση που παρατηρείται στην Ελλάδα και στην περιοχή μας και τις φήμες, που κυκλοφορούν για δυνατό κτύπημα του Εγκέλαδου ο κ. Παπαδόπουλος δήλωσε τα ακόλουθα:
«Συγκεκριμένο επιστημονικό αποτέλεσμα, για το ενδεχόμενο αυτό δεν υπάρχει. Απλώς η άποψη που επικρατεί είναι ότι θα μπορεί να γίνει μεγάλος σεισμός χωρίς να ξέρουμε, πού και πότε θα συμβεί αυτό. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι τα προληπτικά μέτρα που μπορούμε να λάβουμε και στη Ρόδο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, που είναι σεισμογενείς».
Ο κ. Παπαδόπουλος εμφανίστηκε καθησυχαστικός και για τους δύο ισχυρούς σεισμούς που σημειώθηκαν στην περιοχή μας.
«Το επίκεντρο των σεισμών δεν ήταν κοντά στη Ρόδο αλλά στην γειτονική χώρα, Τουρκία. Έτσι πέρασαν χωρίς ιδιαίτερες αρνητικές συνέπειες», εξήγησε ο κ. Παπαδόπουλος.
Ερωτηθείς αν από τους σεισμούς κινδυνεύουν περισσότερο τα νέα ή τα παλιά κτήρια ο κ. Παπαδόπουλος απάντησε:
«Όταν μιλάμε για κανονικές κατασκευές και όχι για μνημεία η γενική αρχή είναι ότι τα παλιά μνημεία είναι πιο ευάλωτα από τα νεότερα», είπε ο καθηγητής και πρόσθεσε πως τα μνημεία είναι μια ειδική κατηγορία κτισμάτων.
«Σε αυτά παίζουν ρόλο τα υλικά από τα οποία είναι κατασκευασμένα, η ηλικία και ο τρόπος δόμησής τους. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει προστασία των μνημείων», επεσήμανε ο κ. Παπαδόπουλος.













