Αντί για εξοχικές κατοικίες τους πώλησαν «αέρα κοπανιστό»!

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με αγωγές αλλά και με αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, προσέφυγαν 8 αλλοδαποί, ισχυριζόμενοι ότι έπεσαν θύματα απάτης από δύο άτομα που τους πώλησαν εξοχικές κατοικίες στα Κολύμπια.
Σύμφωνα με τις αγωγές στο διάστημα από το καλοκαίρι του 2007 έως το 2009 τρία ζευγάρια Νορβηγών και δύο ακόμη ομοεθνείς τους, που λάτρευαν τη Ρόδο, αποφάσισαν να την επισκεφθούν με σκοπό να αγοράσουν εξοχικές κατοικίες.
Κατά το διάστημα εκείνο συμφώνησαν σε διαφορετικές ημερομηνίες ο καθένας με δύο ντόπιους, εκπροσώπους κατασκευαστικής εταιρείας, να αγοράσουν εξοχικές κατοικίες στα Κολύμπια, με όλους τους όρους που προσυμφώνησαν και οι οποίοι περιελήφθησαν σε ένα έγγραφο το οποίο τιτλοφορήθηκε προσύμφωνο το οποίο στην συνέχεια υπεγράφη από τους συμβαλλόμενους.
Ειδικότερα με ξεχωριστό ιδιωτικό συμφωνητικό ο καθένας το οποίο τιτλοφορήθηκε «προσύμφωνο πώλησης ακινήτου-κατοικίας” οι κατασκευαστές υποσχέθηκαν να τους πουλήσουν από μια κατοικία η οποία θα ανεγείρετο εντός ακινήτου συνολικού εμβαδού 8700τ.μ..
Οι κατασκευαστές φέρονται επιπλέον να τους υπέδειξαν δικηγόρο για τον οποίον τους μίλησαν με τα καλύτερα λόγια, ο οποίος θα φρόντιζε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την αγοραπωλησία. Μάλιστα ο δικηγόρος φρόντισε να ανοίξει και τραπεζικούς λογαριασμούς σε διάφορες τράπεζες επ’ ονόματί τους με συνδικαιούχο τον ίδιο, ώστε να μεταφέρουν τα χρήματα και να γίνονται οι αντίστοιχες πληρωμές προς την πωλήτρια. Αρχικά συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι θα συντασσόταν προσύμφωνο στο οποίο θα περιλαμβάνονταν όλες οι επιμέρους συμφωνίες τους κατά τα ως άνω αναφερόμενα. Όπως εκ των υστέρων φέρεται να αποδείχθηκε οι εναγόμενοι τους έπεισαν αφενός ότι τα ιδιωτικά έγγραφα τα οποία υπογράφηκαν μεταξύ τους αποτελούσαν νόμιμα προσύμφωνα, τα οποία συντασσόταν σύμφωνα με τα όσα ισχύουν κατά τον Ελληνικό Νόμο για την εγκυρότητά τους και αφετέρου τους διαβεβαιώσαν ότι τα ανωτέρω έγγραφα τους παρείχαν όλες τις απαιτούμενες εγγυήσεις στην περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν θα είχαν εκπληρωθεί τα συμφωνηθέντα ή θα είχαν ματαιωθεί οι συμβάσεις.
Με τα ανωτέρω έγγραφα συμφωνήθηκε το τίμημα για την παράδοση πλήρως αποπερατωμένων των κατοικιών σύμφωνα με την γενική συγγραφή υποχρεώσεων, την οποίαν επίσης προσυπόγραψαν μαζί με τα ιδιωτικά συμφωνητικά και ορίστηκαν οι ημερομηνίες παράδοσής τους που ήταν και οι καταλυτικές ημερομηνίες για την υπογραφή του κάθε οριστικού της σύμβασης συμβολαίου.
Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι όλα τα έξοδα μεταβίβασης θα καταβάλλονταν από τους αγοραστές καθώς και οι δαπάνες για την σύνδεση με την ΔΕΗ και την ΔΕΥΑΡ.
Στα ανωτέρα συμφωνητικά-προσύμφωνα τέθηκαν όλοι εκείνοι οι όροι οι οποίοι ήταν απαραίτητοι για την σύνταξη προσυμφώνου. Η διαδικασία αυτή κατ’ αρχάς δεν τους ξένισε αφού στην χώρα τους οι συμβάσεις για την μεταβίβαση ακινήτων συντάσσονται και ολοκληρώνονται από δικηγόρους οι οποίοι έχουν την απόλυτη ευθύνη για την εγκυρότητα των εγγράφων και τον έλεγχο των ακινήτων.
Όπως τονίζουν, υπογράφοντας τα συγκεκριμένα έγγραφα στερήθηκαν την δυνατότητα ενάσκησης των νομίμων δικαιωμάτων που θα είχαν αν είχε συνταχθεί με τον συμβολαιογραφικό τύπο, (π.χ. απώλεσαν το δικαίωμα αυτοσύμβασης αφού είχαν εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα ή το δικαίωμα να ζητήσουν την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως των εναγομένων ή την κατάπτωση ποινικών ρητρών και την άμεση εκτέλεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ώστε να εξασφαλίσουν την περιέλευση των αγορασθέντων ακινήτων στην ιδιοκτησία τους ή την επιστροφή των χρημάτων τους σε περίπτωση που το επιθυμούσαν κλπ).
Φέρονται να εισέπραξαν άμεσα χρήματα χωρίς να εξασφαλίζουν στους αγοραστές την αντιπαροχή. Οι αγοραστές φέρονται να τήρησαν πλήρως τα συμφωνηθέντα και οι εναγόμενοι δεν μπόρεσαν να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους αφού δεν παρέδωσαν επρόθεσμα τις κατοικίες και δεν συντάχθηκαν τα οριστικά συμβόλαια στις συμφωνημένες ημερομηνίες.
Διαπιστώθηκε στην πορεία επιπλέον ότι ο αγρός εντός του οποίου θα ανεγείρετο το συγκρότημα κατοικιών δεν τους ανήκε ιδιοκτησιακά αλλά σε άλλους ιδιώτες!!.
Στις αγωγές τονίζεται ότι στην περιγραφή των ακινήτων στα ιδιωτικά συμφωνητικά ουδεμία αναφορά έγινε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς κάτι το οποίο μόνο εκ των υστέρων πληροφορήθηκαν οι αγοραστές.
Διαπίστωσαν συγκεκριμένα ότι η πωλήτρια εταιρεία είχε αναλάβει την ανέγερση των οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής και ότι είχε εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες με τους οικοπεδούχους, οι οποίοι ήδη από τον Μάιο του 2010 με εξώδικο δήλωσή τους την είχαν κηρύξει έκπτωτη και είχαν εγείρει αγωγή την οποία μετέγραψαν και στο κτηματολόγιο ζητώντας να αναγνωρισθούν συγκύριοι μεταξύ άλλων και των δικών τους ακινήτων, τα οποία αποτελούσαν μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος!!.

Την υπόθεση χειρίζεται η δικηγόρος κ. Στ. Καντίτο – Αλεξάνδρου.

Πώλησε ανύπαρκτο διαμέρισμα σε δύο αγοραστές!
Σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, αντιμέτωπη με την κατηγορία της απάτης, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, παραπέμπεται με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου μια κάτοικος Ρόδου που φέρεται να πώλησε σε δύο άτομα διαμέρισμα το οποίο δεν υπήρχε, υποδεικνύοντάς τους τελικά άλλο που ευρίσκετο σε μπετά…
Το ιστορικό της υπόθεσης φέρεται να έχει ως εξής:
Δυνάμει συμβολαίου πώλησης που καταρτίστηκε το Φεβρουάριο του 2008 οι δύο μηνυτές αγόρασαν από την κατηγορουμένη διαμέρισμα δευτέρου ορόφου οικοδομής που έχει κτιστεί επί οικοπέδου εκτάσεως 416 τ.μ. στη θέση “Μποϊνού Καρά”.
Η οικοδομή σύμφωνα με την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτελείται από ισόγειο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και μελλοντικό όροφο. Το πωληθέν διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου προβλεπόταν από τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες να αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, κουζίνα και λουτρό καθαρής επιφάνειας 110,40 μέτρων και μικτής επιφάνειας 115,90 τ.μ.
Κατ’ εντολή της κατηγορουμένης κτηματομεσίτης είχε υποδείξει στους μηνυτές ένα διαμέρισμα που διατίθετο προς πώληση στο οποίο είχαν κατασκευαστεί οι κολώνες (τα μπετά), χωρίς χωρίσματα και διαμόρφωση δωματίων, ενώ το πωληθέν τελικώς διαμέρισμα ουδόλως είχε αρχίσει την κατασκευή του καθόσον δεν υπήρχαν σε αυτό οι κολώνες με οπλισμένο σκυρόδεμα.
Οι μηνυτές έχοντας την πεποίθηση ότι αγοράζουν το υποδειχθέν σε αυτούς διαμέρισμα φέρονται να κατέβαλαν στην κατηγορουμένη το ποσό των 60.858 ευρώ ως συμφωνημένο τίμημα και παραπέρα να κατέβαλαν επιπλέον ποσό 20.000 που τους είχε ζητήσει η κατηγορούμενη δήθεν για το κόστος κατασκευής του οπλισμένου σκυροδέματος.
Περί τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου 2008, όταν οι μηνυτές επιχείρησαν να αποπερατώσουν την οριζόντια ιδιοκτησία που θεωρούσαν ότι είχαν αγοράσει, ο πατέρας της κατηγορουμένης, ο οποίος διέμενε στην ίδια οικοδομή, τους υπέδειξε ότι το διαμέρισμα που είχαν αγοράσει δεν ήταν εκείνο αλλά άλλο (!!) στο οποίο, όπως αναφέρθηκε, ουδόλως είχε αρχίσει την κατασκευή του καθόσον δεν υπήρχαν σε αυτό καν οι κολώνες με οπλισμένο σκυρόδεμα.
Οι δύο μηνυτές ανέθεσαν τότε σε αρχιτέκτονα μηχανικό τη σύνταξη μελέτης από την οποία προέκυψε ότι πράγματι στο διαμέρισμα αυτό αφενός μεν δεν υπήρχαν κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα, όπως ανακριβώς τους είχε υποδειχθεί και αναφερόταν στο συμβόλαιο, αφετέρου δε ότι πλέον δεν υπήρχε υπόλοιπο δόμησης για την οριζόντια αυτή ιδιοκτησία, αφού το συνολικό εμβαδόν των ιδιοκτησιών που κατασκευάστηκαν βρίσκονταν ήδη στο στάδιο του σκελετού, ήταν ήδη αυξημένο κατά 11,90 τ.μ. από την επιτρεπόμενη δόμηση της περιοχής. Φέρεται μάλιστα να προέκυψε ότι ο μεσολαβών κτηματομεσίτης δεν είχε γνώση των ανωτέρω καθόσον από την κατηγορουμένη του είχε υποδειχθεί και αυτός με την σειρά του υπέδειξε στους αγοραστές το διαμέρισμα που παρουσίασε προς πώληση στους δύο μηνυτές.
Προέκυψε επιπλέον ότι σε δικάσιμο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου μετά από προσφυγή των μηνυτών που αναζητούσαν την συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της κατηγορούμενης, εκείνη είχε ομολογήσει ότι σε τραπεζικό της λογαριασμό είχε κατατεθειμένο το ποσό των 40.000 ευρώ που επαρκούσε να καλύψει την απαίτησή τους, με αποτέλεσμα ο δικαστής του εν λόγω δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάθεση μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ για την εξασφάλιση της απαίτησης των πολιτικώς εναγόντων.
Εντούτοις, όπως προέκυψε, ο λογαριασμός δεν είχε το ποσό που ανέφερε και ομολόγησε η κατηγορουμένη με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η εξασφάλιση της απαίτησής τους.
Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι δεν διέπραξε το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω.