- Το δικαστήριο έκρινε ένοχη την 61χρονη ιδιοκτήτρια βρεφονηπιακού σταθμού για παράνομη συλλογή και αποθήκευση προσωπικών δεδομένων μέσω καμερών χωρίς άδεια, επιβάλλοντάς της ποινή φυλάκισης 8 μηνών με αναστολή 3 ετών.
- Η κατηγορούμενη άσκησε έφεση, και η υπόθεση θα επανεξεταστεί σε δεύτερο βαθμό, καθώς η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη.
- Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις των γονέων νομιμοποιούσαν τη βιντεοσκόπηση των παιδιών και ότι η κατηγορούμενη αγνοούσε την ανάγκη άδειας.
- Η υπόθεση των καμερών αποκαλύφθηκε τυχαία κατά τη διάρκεια αυτοψίας για άλλες καταγγελίες γονέων σχετικά με τη μεταχείριση των παιδιών, οι οποίες εξετάζονται ξεχωριστά.
• Το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για παράνομη συλλογή, οργάνωση και αποθήκευση προσωπικών δεδομένων και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με αναστολή 3 ετών. Η κατηγορουμένη άσκησε αμέσως έφεση και η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου σε δεύτερο βαθμό
Με καταδικαστική απόφαση ολοκληρώθηκε σε πρώτο βαθμό η υπόθεση της 61χρονης ημεδαπής, ιδιοκτήτριας και διευθύντριας βρεφονηπιακού σταθμού που λειτουργεί στο νησί, η οποία είχε συληφθεί το πρωί της Τετάρτης 21 Οκτωβρίου 2026 όταν αστυνομικοί εντόπισαν στο εσωτερικό του σταθμού 10 κάμερες ασφαλείας που κατέγραφαν τους διαδρόμους και τις αίθουσες όπου βρίσκονταν τα μικρά παιδιά.
Το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, ενώπιον του οποίου οδηγήθηκε με την αυτόφωρη διαδικασία, την κήρυξε ένοχη για χωρίς δικαίωμα συλλογή, οργάνωση και αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, την οποία ανέστειλε για 3 έτη.
Η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη. Η 61χρονη, μέσω του συνηγόρου της κ. Σταύρου Παναγιωτακόπουλου άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, γεγονός που σημαίνει ότι το σύνολο της υπόθεσης, τόσο ως προς την ενοχή όσο και ως προς την ποινή, θα εξεταστεί εκ νέου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Η απόφαση του δικαστηρίου
Το δικαστήριο δέχθηκε στο σύνολό της την κατηγορία που είχε απαγγείλει η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου, ήτοι την παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και του ευρωπαϊκού Κανονισμού GDPR, μέσω της εγκατάστασης και λειτουργίας συστήματος βιντεοεπιτήρησης στους εσωτερικούς χώρους του σταθμού χωρίς την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια Αρχή.
Η 61χρονη δεν είχε, σύμφωνα με όσα δήλωσε η ίδια κατά την απολογία της, κατηγορηθεί ξανά στο παρελθόν, στοιχείο που φέρεται να συνεκτιμήθηκε κατά τον καθορισμό της ποινής και της αναστολής της
. Το δικαστήριο, όπως προκύπτει, δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της ότι η ύπαρξη υπεύθυνων δηλώσεων των γονέων αρκούσε ώστε να καταστήσει νόμιμη τη διαρκή καταγραφή των ανηλίκων μέσα στις αίθουσες, ούτε τον ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε πως όφειλε να διαθέτει άδεια. Το κρίσιμο ερώτημα που είχε τεθεί ήδη από την πρώτη ημέρα, δηλαδή αν η γενική διατύπωση της υπεύθυνης δήλωσης καλύπτει τη βιντεοσκόπηση των παιδιών, απαντήθηκε αρνητικά σε πρώτο βαθμό.
Μια σύλληψη που προέκυψε παρεμπιπτόντως
Η υπόθεση των καμερών δεν ήταν το αρχικό αντικείμενο της επέμβασης των Αρχών. Αντίθετα, προέκυψε σχεδόν τυχαία, κατά τη διάρκεια αυτοψίας που είχε διαταχθεί για εντελώς διαφορετικό λόγο, στο πλαίσιο ευρύτερης προκαταρκτικής εξέτασης που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά καταγγελίες γονέων για τη μεταχείριση ανηλίκων εντός του σταθμού. Η εξέταση αυτή συνεχίζεται ανεξάρτητα από την υπόθεση των καμερών και κανένα συμπέρασμα δεν έχει ακόμη εξαχθεί ως προς τις καταγγελίες εκείνες.
Στις 10:00 το πρωί της Τετάρτης 21 Οκτωβρίου 2026 αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου, συνοδευόμενοι από την ίδια την προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου, μετέβησαν στον βρεφονηπιακό σταθμό. Σκοπός τους ήταν η αυτοψία στους χώρους, η καταγραφή τους και ο εντοπισμός και η κατάσχεση τυχόν βιντεοληπτικού υλικού, ενέργειες που είχαν διαταχθεί με εισαγγελική παραγγελία της 20ής Οκτωβρίου 2026.
Ήδη από το εξωτερικό του κτηρίου οι αστυνομικοί είδαν κάμερες που κάλυπταν την είσοδο και την περίμετρο, καθώς και σήμανση ότι ο χώρος βιντεοσκοπείται από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης.
Την πόρτα άνοιξε υπάλληλος του σταθμού, η οποία ενημέρωσε ότι η ιδιοκτήτρια απουσίαζε και την κάλεσε τηλεφωνικώς να προσέλθει. Το εύρημα όμως που άλλαξε την πορεία της ημέρας βρισκόταν στο εσωτερικό.
Οι αστυνομικοί εντόπισαν 10 κάμερες τοποθετημένες σε διαφορετικά σημεία, οι οποίες κατέγραφαν όλους τους εσωτερικούς χώρους, με μόνη εξαίρεση τις τουαλέτες. Κατέγραφαν τους διαδρόμους και τις αίθουσες στις οποίες βρίσκονταν τα παιδιά, ενώ στο γραφείο της ιδιοκτήτριας υπήρχε οθόνη που μετέδιδε σε ζωντανή εικόνα όλους τους χώρους όπου ήταν εγκατεστημένες οι κάμερες.
Όταν έφτασε η 61χρονη, στις ερωτήσεις των αστυνομικών απάντησε ότι δεν διαθέτει άδεια από την αρμόδια Αρχή, διότι, όπως υποστήριξε, δεν γνώριζε ότι όφειλε να την έχει. Ανέφερε ότι οι κάμερες συνδέονται με καταγραφικό και ότι τηρεί αρχείο υπεύθυνων δηλώσεων των γονέων, με τις οποίες οι τελευταίοι συναινούν στην καταγραφή των ανηλίκων, και παρέδωσε υπόδειγμα της δήλωσης που υπογράφουν κατά την εγγραφή.
Οι αστυνομικοί της γνωστοποίησαν ότι η καταγραφή εσωτερικών χώρων παιδικού σταθμού όπου κινούνται ανήλικα παιδιά απαγορεύεται και της ζήτησαν να παραδώσει το σύστημα. Η ίδια τους οδήγησε στον ηλεκτρολογικό πίνακα του κτηρίου, όπου βρισκόταν η συσκευή, και την παρέδωσε. Κατασχέθηκαν μία ηλεκτρονική συσκευή αποθήκευσης, το καταγραφικό των καμερών και το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης. Η 61χρονη συνελήφθη επί τόπου.
Οι ισχυρισμοί της ιδιοκτήτριας
Στην απολογία της η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι οι κάμερες τοποθετήθηκαν αποκλειστικά για λόγους ασφαλείας και ότι είχε λάβει την άδεια των γονέων μέσω υπεύθυνης δήλωσης. Όπως ισχυρίστηκε, από το πρώτο ραντεβού, όταν οι γονείς έρχονται να δουν τους χώρους, ενημερώνονται για την ύπαρξη καμερών στο εσωτερικό και γνωρίζουν ότι εντός 8 ημερών από οποιοδήποτε περιστατικό μπορούν να δουν μαζί της το σχετικό υλικό. Διατείνεται ότι πρόσβαση στις κάμερες έχει μόνο η ίδια και ότι δεν τις χρησιμοποιεί για συνεχή παρακολούθηση, αλλά για τη διερεύνηση περιστατικών με τα μικρά παιδιά.
Επικαλέστηκε, μάλιστα, συγκεκριμένα παραδείγματα. Σε ένα περιστατικό, όπως είπε, ένα παιδί δάγκωσε άλλο παιδί στο μάγουλο προκαλώντας του τραύμα και οι γονείς ζήτησαν να δουν πώς έγινε το σημάδι ώστε να ενημερωθεί ο παιδοψυχολόγος που παρακολουθούσε το παιδί.
Σε δεύτερο περιστατικό, ένα αγόρι που το ξύπνησαν δάγκωσε κορίτσι στο στήθος και οι κάμερες βοήθησαν να διαπιστωθεί τι ακριβώς συνέβη, ώστε να μην πιστέψει κανείς κάτι διαφορετικό.
Η 61χρονη πρόσθεσε ότι χρησιμοποιεί το σύστημα και για να ελέγχει αν οι υπάλληλοι εκτελούν σωστά τα καθήκοντά τους. Περιέγραψε περίπτωση μητέρας που παραπονέθηκε ότι το παιδί της ζητούσε φαγητό κάθε φορά που έμπαινε στο αυτοκίνητο, ενώ το σνακ του ήταν άθικτο. Η υπάλληλος φέρεται να απάντησε ότι τάιζε τα παιδιά, η κάμερα όμως έδειξε ότι δεν είχε ταΐσει καθόλου το συγκεκριμένο παιδί, παρότι είχε σημειώσει στο ημερήσιο φύλλο του ότι είχε φάει και το είχε αναφέρει και στη μητέρα κατά την παραλαβή. Το σύστημα, κατά την ίδια, αποτελεί εργαλείο ασφαλούς λειτουργίας του σταθμού και πλήρους διαφάνειας απέναντι στους γονείς. Τέλος, ανέφερε ότι στον σταθμό γίνονται πολλές χρηματικές συναλλαγές και ότι, ως ιδιοκτήτρια, θέλει να έχει τον έλεγχό τους όταν απουσιάζει.
Το ζήτημα της συγκατάθεσης
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκε το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης που είχε παραδώσει η ίδια στις Αρχές. Το κείμενο περιλαμβάνει, όπως προκύπτει, γενική συγκατάθεση του γονέα για τη συλλογή, καταχώρηση, επεξεργασία και υπηρεσιακή διακίνηση των προσωπικών δεδομένων του ίδιου και του παιδιού του προς υπηρεσίες ή εμπλεκόμενους ιδιώτες, όπως γιατροί και γυμναστές, με αναφορά στον Κανονισμό GDPR. Το αν η διατύπωση αυτή κάλυπτε και τη διαρκή βιντεοσκόπηση των ανηλίκων στις αίθουσες ήταν το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει το δικαστήριο, το οποίο σε πρώτο βαθμό έκρινε ότι η καταγραφή γινόταν χωρίς δικαίωμα.
Η υπεράσπιση, από την πλευρά της, εκτιμά ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει διαφορετικά τόσο το περιεχόμενο της δήλωσης όσο και τον σκοπό για τον οποίο είχε εγκατασταθεί το σύστημα. Η τελική κρίση, πάντως, παραμένει ανοιχτή και θα διαμορφωθεί μετά την εκδίκαση της έφεσης.
Το παρασκήνιο της υπόθεσης
Η προκαταρκτική εξέταση που οδήγησε στην αυτοψία της 21ης Οκτωβρίου 2026 είχε ως αφετηρία καταγγελίες γονέων για τη μεταχείριση ανηλίκων στον σταθμό. Η εισαγγελική παραγγελία της προηγούμενης ημέρας είχε ακριβώς ως αντικείμενο την καταγραφή των χώρων και τον εντοπισμό τυχόν βιντεοληπτικού υλικού που θα μπορούσε να διαφωτίσει τις καταγγελίες αυτές.
Το υλικό που κατασχέθηκε από το καταγραφικό σύστημα ενδέχεται, όπως προκύπτει, να αξιοποιηθεί και στο πλαίσιο εκείνης της έρευνας, η οποία διεξάγεται χωριστά και δεν έχει καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα.
Η υπόθεση των καμερών, επομένως, αποτελεί το πρώτο μόνο σκέλος μιας ευρύτερης διερεύνησης. Η καταδίκη σε πρώτο βαθμό αφορά αποκλειστικά την παράνομη συλλογή και αποθήκευση προσωπικών δεδομένων και δεν σχετίζεται με το περιεχόμενο των αρχικών καταγγελιών, οι οποίες παραμένουν υπό εξέταση από την Εισαγγελία.
Σε ό,τι αφορά την ποινή των 8 μηνών με αναστολή 3 ετών, ο τελευταίος λόγος ανήκει πλέον στο δικαστήριο της έφεσης.































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.