Από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου – Η Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου έκρινε ελλιπές το σχέδιο της σύμβασης ύψους 370.388 ευρώ μεταξύ του Δήμου Ρόδου και του αναπτυξιακού οργανισμού, εντοπίζοντας ουσιώδη παράλειψη ως προς τον προσδιορισμό του απαιτούμενου προσωπικού
Νέο εμπόδιο στον δρόμο της αποκατάστασης του ιστορικού σχολικού συγκροτήματος της Ακαδημίας Ρόδου. Μετά το κώλυμα υπογραφής που είχε διαπιστώσει το Ελεγκτικό Συνέδριο τον Φεβρουάριο, η υπόθεση επιστρέφει στο προσκήνιο με νέα δικαστική και διοικητική εξέλιξη. Με απόφαση που εκδόθηκε στις 6 Μαΐου 2026, η Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου ακύρωσε την υπ’ αριθμόν 232/2026 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής του Δήμου Ρόδου, με την οποία είχε εγκριθεί σχέδιο προγραμματικής σύμβασης για ένα από τα κρίσιμα υποέργα της αποκατάστασης.
Το αντικείμενο της ακυρωθείσας απόφασης
Η απόφαση που ακυρώθηκε αφορούσε στην έγκριση σχεδίου προγραμματικής σύμβασης μεταξύ του Δήμου Ρόδου και αναπτυξιακού οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με αντικείμενο τη σύνταξη μελετών, την έκδοση αδειών και εγκρίσεων, καθώς και την κατάρτιση τευχών δημοπράτησης για το έργο επισκευής του σχολικού συγκροτήματος της Ακαδημίας. Ο προϋπολογισμός της πράξης ανερχόταν σε 370.388 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής διαβιβάστηκε στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου με έγγραφο του Δήμου Ρόδου στις 3 Απριλίου 2026, ενεργοποιώντας τη διαδικασία ελέγχου νομιμότητας.
Η νομική βάση της ακύρωσης
Το σκεπτικό της ακύρωσης εδράζεται στο άρθρο 100 του ν. 3852/2010, γνωστού ως «Καλλικράτη», και ειδικότερα στην παράγραφο 2.α., η οποία απαριθμεί κατά τρόπο δεσμευτικό τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνονται σε κάθε προγραμματική σύμβαση. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι στις προγραμματικές συμβάσεις προσδιορίζονται απαραίτητα το αντικείμενο, ο σκοπός και η διάρκεια, το περιεχόμενο των μελετών και των έργων, ο προϋπολογισμός, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, το χρονοδιάγραμμα, αλλά και το απαιτούμενο προσωπικό για την κάθε επιμέρους εργασία, οι πόροι κάλυψης των οικονομικών υποχρεώσεων και ο τρόπος αντιμετώπισης των λειτουργικών εξόδων. Η νομοθεσία κατατάσσει στα λειτουργικά έξοδα κάθε αμοιβή προσωπικού καθώς και τις δαπάνες χρήσης ακινήτων, μηχανημάτων και μέσων.

Η ουσιώδης έλλειψη που εντοπίστηκε
Σύμφωνα με την απόφαση της Γραμματέως, το σχέδιο σύμβασης που είχε εγκρίνει η Δημοτική Επιτροπή δεν πληρούσε το προβλεπόμενο περιεχόμενο, καθώς δεν προσδιόριζε το απαιτούμενο προσωπικό για την υλοποίηση κάθε επιμέρους εργασίας. Πρόκειται για στοιχείο που, όπως επισημαίνεται ρητά, συνιστά ουσιώδη όρο για τη νομιμότητα και την πληρότητα της σύμβασης. Η συγκεκριμένη παράλειψη, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, καθιστά μη αποδεκτό το σύνολο του σχεδίου, καθώς αυτό δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας και ειδικότερα της παραγράφου 2.α. του άρθρου 100 του «Καλλικράτη». Με βάση αυτό το σκεπτικό, η Γραμματέας προχώρησε στην ακύρωση της απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής, διακόπτοντας τη διαδικασία υπογραφής της σύμβασης.
Σύνδεση με την προηγούμενη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου
Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη επιβαρυμένο διοικητικό τοπίο γύρω από το έργο της Ακαδημίας. Νωρίτερα μέσα στο 2026, το Ε’ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την υπ’ αριθμόν 110/2026 απόφασή του, είχε διαπιστώσει κώλυμα υπογραφής για την ευρύτερη προγραμματική σύμβαση, συνολικού προϋπολογισμού άνω των 5 εκατομμυρίων ευρώ, στην οποία εντασσόταν και το επιμέρους υποέργο των μελετών. Το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο είχε εστιάσει τότε στην ελλιπή στελέχωση του αναπτυξιακού οργανισμού με τακτικό προσωπικό στις κρίσιμες οργανωτικές μονάδες, κρίνοντας ότι η εκτέλεση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως υλοποίηση «με ίδια μέσα», όπως απαιτεί η νομοθεσία για τις in-house αναθέσεις. Είχε επίσης εντοπίσει παρατυπία στη σύνθεση και τις αρμοδιότητες της Κοινής Επιτροπής Παρακολούθησης, χωρίς ωστόσο να την κρίνει ουσιώδη.
Δικαίωμα προσφυγής και επόμενα βήματα
Η απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης δεν είναι αμετάκλητη. Όπως αναφέρεται στο κείμενό της, κατά της απόφασης μπορεί να ασκηθεί προσφυγή εντός ενός μήνα από την κοινοποίησή της, στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, που εδρεύει στα γραφεία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου στην Πλατεία Ελευθερίας στη Ρόδο. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 238 παράγραφος 1 του ν. 3852/2010 και 151 του ν. 3463/2006. Παράλληλα, ο Δήμος Ρόδου διατηρεί τη δυνατότητα να επανέλθει με νέο, αναμορφωμένο σχέδιο προγραμματικής σύμβασης, το οποίο θα συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας και θα περιλαμβάνει τον αναλυτικό προσδιορισμό του απαιτούμενου προσωπικού για κάθε επιμέρους εργασία.
Ένα έργο που παραμένει σε αναμονή
Το σχολικό συγκρότημα της Ακαδημίας, χτισμένο το 1925 από τους Ιταλούς και χαρακτηρισμένο ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το 1990, εκτείνεται σε εμβαδόν περίπου 5.100 τετραγωνικών μέτρων και στεγάζει σήμερα έξι εκπαιδευτικές δομές, από πρότυπα πειραματικά δημοτικά σχολεία έως νηπιαγωγεία. Η αποκατάστασή του παραμένει ζητούμενο εδώ και χρόνια, ενώ η εξασφάλιση χρηματοδότησης μέσω του προγράμματος ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ ΙΙ είχε δώσει ώθηση στις διαδικασίες. Με τις δύο διαδοχικές αποφάσεις, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και πλέον της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, ο φάκελος του έργου επιστρέφει εκ νέου στα συρτάρια της δημοτικής αρχής, η οποία καλείται να καλύψει τα κενά που εντοπίστηκαν, τόσο ως προς τη στελέχωση του φορέα υλοποίησης όσο και ως προς το περιεχόμενο των σχεδίων σύμβασης που υποβάλλει προς έγκριση.
Το βάρος της πληρότητας στις προγραμματικές συμβάσεις
Η απόφαση της Γραμματέως αναδεικνύει με ιδιαίτερη ευκρίνεια ότι ο έλεγχος νομιμότητας από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν περιορίζεται σε τυπικές διαπιστώσεις, αλλά εκτείνεται και στην ουσιαστική πληρότητα των στοιχείων που η νομοθεσία απαιτεί. Ο προσδιορισμός του απαιτούμενου προσωπικού για κάθε επιμέρους εργασία αντιμετωπίζεται ως κρίσιμο εργαλείο διαφάνειας και ελεγξιμότητας, καθώς συνδέεται άμεσα με τον υπολογισμό του κόστους, την κατανομή των ευθυνών και τη δυνατότητα παρακολούθησης της εκτέλεσης. Η απουσία του δεν αποτελεί διορθώσιμη ατέλεια αλλά, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, ουσιαστικό κενό που θίγει τη συνολική νομιμότητα της σύμβασης.


















