Τοπικές Ειδήσεις

Η απολογία του Ουκρανού κατηγορούμενου για τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Τσιαντή

• Αρνήθηκε κάθε εμπλοκή, περιέγραψε άλλοθι για την κρίσιμη χρονική περίοδο και δήλωσε ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πώς η δική του sim κάρτα βρέθηκε σε συσκευή που συνδέεται με το θύμα

Η υπόθεση του θανάτου του Κωνσταντίνου Τσιαντή περνά σε κομβική φάση, καθώς η απολογία του 49χρονου υπηκόου Ουκρανίας, που κατηγορείται για ανθρωποκτονία από πρόθεση, έθεσε στο επίκεντρο μια ευθεία άρνηση εμπλοκής και μια σειρά από συγκεκριμένους ισχυρισμούς για τις κινήσεις του, τις επαφές του με το θύμα και, κυρίως, για τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που η δικογραφία εμφανίζει ως κρίσιμους συνδέσμους.
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενώπιον του Β’ Τακτικού Ανακριτή και την αξιολόγηση των θέσεών του, ο κατηγορούμενος κρίθηκε όπως έγραψε η «δημοκρατική» προσωρινά κρατούμενος, σε μια εξέλιξη που ανεβάζει την ένταση της ανακριτικής διερεύνησης και μεταφέρει πλέον το βάρος στη διασταύρωση των λεγόμενών του με τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί.
Από την πρώτη στιγμή, όταν του απαγγέλθηκε η κατηγορία, η στάση του ήταν απόλυτη. Δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την κατηγορία όπως του αποδίδεται και προχώρησε σε αναλυτική κατάθεση θέσεων για το πώς περιγράφει τη σχέση του με το θύμα, τι έκανε την επίμαχη ημέρα και γιατί θεωρεί ότι τα στοιχεία που τον συνδέουν με τη δολοφονία δεν αφορούν στον ίδιο.
Η κατηγορία και το χρονικό πλαίσιο που εξετάζεται
Η κατηγορία που του αποδόθηκε είναι ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με την αναφορά ότι η πράξη τοποθετείται εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, από 21:40 έως 22:50 στις 1 Μαΐου 2025. Στο κατηγορητήριο αποτυπώνεται ότι ο θάνατος επήλθε από στραγγαλισμό, με πίεση στον τράχηλο, μέχρι να προκληθεί ασφυκτικός θάνατος.
Πρόκειται για την πιο βαριά εκδοχή που μπορεί να αποδοθεί σε μια τέτοια υπόθεση και το πλαίσιο αυτό είναι εκείνο πάνω στο οποίο καλείται η ανακριτική διαδικασία να «κουμπώσει» γεγονότα, κινήσεις, μαρτυρίες, τηλεφωνικές ενεργοποιήσεις και καταγραφές, ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει αδιάσπαστη αλυσίδα που οδηγεί στον κατηγορούμενο.
Η σχέση με το θύμα όπως την περιγράφει ο 49χρονος
Στην απολογία του, ο κατηγορούμενος τοποθετεί την έναρξη της γνωριμίας του με το θύμα στο 2022 και περιγράφει ότι υπήρχε, κατά τα λεγόμενά του, φιλική αλλά και επαγγελματική σχέση. Αναφέρει ότι εκτελούσε εργασίες τόσο στο σπίτι του θύματος στην Κρεμαστή όσο και στο ξενοδοχείο, αλλά και στη βίλα στην Κάλαθο, με εργασίες όπως βαψίματα και μερεμέτια.
Ειδικά για τον Μάρτιο του 2025, υποστηρίζει ότι υπήρξε προφορική συμφωνία ώστε να εκτελέσει ανακαίνιση στο ξενοδοχείο και στη συνέχεια να αναλάβει τη διαχείρισή του, διευκρινίζοντας όμως ότι αυτή η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο σχέσης που δεν οδηγεί, κατά τον ίδιο, σε σύγκρουση και κίνητρο, σε αντίθεση με την εκτίμηση που έχει καταγραφεί στη δικογραφία περί οικονομικού υπόβαθρου και έντασης.
Η δική του περιγραφή για την 1η Μαΐου 2025 και το άλλοθι που προβάλλει
Το πιο κρίσιμο σκέλος της απολογίας του αφορά στην 1η Μαΐου 2025 και στις ώρες που κατά το κατηγορητήριο τοποθετείται η τέλεση της ανθρωποκτονίας.
Ο 49χρονος αναφέρει ότι στις 30 Απριλίου 2025 συμφώνησαν με το θύμα να βρεθούν την επόμενη ημέρα στο ξενοδοχείο, όπως και έγινε. Στη συνέχεια περιγράφει πρωινή επίσκεψη στην επιχείρηση ενοικίασης οχημάτων στην Κρεμαστή, όπου, όπως υποστηρίζει, μπήκε ο ίδιος για να ρωτήσει, επειδή το θύμα πονούσε το πόδι του. Κατά τα λεγόμενά του, η επιχείρηση αρνήθηκε να νοικιάσει αυτοκίνητο στο θύμα, επικαλούμενη περιστατικά του παρελθόντος με επιστροφή οχημάτων χτυπημένων.
Από εκείνο το σημείο και μετά, ο κατηγορούμενος λέει ότι αποχωρίστηκε το θύμα και πήγε στο κέντρο της Ρόδου, επειδή είχε ραντεβού με φίλο. Αναφέρει επίσης ότι δεν γνωρίζει τίποτα για το γραπτό μήνυμα που στάλθηκε από το κινητό του θύματος προς τη σύζυγό του το μεσημέρι της 1ης Μαΐου 2025 και περιορίζεται να πει ότι το μόνο που του είχε αναφέρει το θύμα ήταν πως θα συναντούσε φίλους λόγω του εορτασμού της Πρωτομαγιάς.
Στο πιο συγκεκριμένο κομμάτι του άλλοθι, δηλώνει ότι στις 15:00 της ίδιας ημέρας συναντήθηκε με φίλο του και μέχρι περίπου 20:00 ή 21:00 ήταν μαζί στο κέντρο της Ρόδου. Με αυτή την αναφορά προσπαθεί να καλύψει χρονικά μεγάλο μέρος της ημέρας, μεταφέροντας τη συζήτηση στο πού βρισκόταν κατά τις ώρες που η δικογραφία «βλέπει» διαδρομές και κινήσεις σε άλλες περιοχές.
Επιπλέον, προβαίνει σε ειδική διάψευση για τη συνάντηση που, σύμφωνα με στοιχεία της υπόθεσης, φέρεται να έγινε σε συγκεκριμένη επιχείρηση στην Παστίδα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν συναντήθηκε εκεί με το θύμα την 1η Μαΐου 2025, αλλά 3 ημέρες νωρίτερα, στις 28 Απριλίου. Μάλιστα επισημαίνει ότι το κατάστημα διαθέτει κάμερες και, κατά την άποψή του, θα μπορούσε εύκολα να φανεί αν υπήρξε συνάντηση την κρίσιμη ημερομηνία.
Οι κατηγορηματικές αρνήσεις για μετακινήσεις, οχήματα και τηλεφωνικές κλήσεις
Στην απολογία του, ο 49χρονος δεν περιορίστηκε σε γενική άρνηση. Προχώρησε σε αλλεπάλληλες, στοχευμένες αρνήσεις για επιμέρους περιστατικά που περιγράφονται ως κρίσιμα μέσα στη δικογραφία.
Δηλώνει ότι δεν ήταν εκείνος που οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα την οποία είχε μισθώσει το θύμα και ότι δεν ήταν το πρόσωπο που καταγράφηκε σε συγκεκριμένη ώρα στην επαρχιακή οδό Παστίδας Καλυθιών. Επιπλέον αναφέρει ότι δεν ήταν εκείνος που, σε μεταγενέστερη ώρα, οδηγώντας αυτοκίνητο μάρκας Nissan Micra, μετέβη στο σημείο της χαράδρας όπου βρέθηκε το πτώμα.
Παράλληλα, αρνείται ότι γνωρίζει οτιδήποτε για τις τηλεφωνικές κλήσεις προς τον διεθνή αριθμό 112 που έγιναν στις 5 και 6 Μαΐου 2025. Αρνείται επίσης ότι ήταν το πρόσωπο που το απόγευμα της 7ης Μαΐου 2025 μετέβη σε επιχείρηση και, χρησιμοποιώντας τηλεφωνική συσκευή υπαλλήλου, τηλεφώνησε στον ιδιοκτήτη της εταιρείας από την οποία είχε νοικιαστεί η μοτοσυκλέτα.
Με αυτή τη γραμμή, επιχειρεί να «σπάσει» τη σύνδεση ανάμεσα σε μια ακολουθία καταγραφών και κινήσεων που, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία της υπόθεσης, εμφανίζεται να σχηματίζει σενάριο αναγνώρισης, ενημέρωσης και καθοδήγησης προς το σημείο όπου βρέθηκε το δίκυκλο.
Το κεντρικό αγκάθι της sim κάρτας και οι φράσεις που επιλέγει
Από τα πιο κρίσιμα σημεία της απολογίας είναι εκείνα στα οποία ο κατηγορούμενος δεν περιορίζεται να πει «δεν το έκανα», αλλά δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει δεδομένα που φαίνεται να τον ακουμπούν.
Χαρακτηριστικά, αναφέρει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι στις 1:40 της 2ας Μαΐου 2025 από το τηλέφωνό του έγινε κλήση σε εταιρεία ταξί, προκειμένου να παραληφθεί άτομο από την περιοχή της Παστίδας. Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερο βάρος, επειδή δεν αποτελεί απλή διάψευση, αλλά παραδοχή αδυναμίας εξήγησης ενός τεχνικού ίχνους, το οποίο εμφανίζεται να έχει αποτυπωθεί.
Στο ίδιο μήκος κύματος, δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πώς στις 19:30 της 9ης Μαΐου 2025 ενεργοποιείται στη συσκευή του θύματος η τηλεφωνική σύνδεση που, κατά τα αναφερόμενα, αντιστοιχεί στον ίδιο. Επίσης υποστηρίζει ότι δεν γνωρίζει τίποτα για το γεγονός ότι στις 13 Μαΐου 2025, όταν κλήθηκε να καταθέσει από την αστυνομία για τον θάνατο του θύματος, η τηλεφωνική του σύνδεση ενεργοποιήθηκε σε άλλη τηλεφωνική συσκευή.
Αυτές οι φράσεις, με την επανάληψη του «δεν μπορώ να εξηγήσω» και του «δεν γνωρίζω τίποτα», αποτυπώνουν τον βασικό άξονα της υπεράσπισης σε σχέση με τα τηλεπικοινωνιακά στοιχεία. Δεν υιοθετεί μια τεχνική ανάλυση για το πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά επιλέγει να τοποθετηθεί με όρους άγνοιας και αδυναμίας ερμηνείας, αφήνοντας στην ανακριτική διαδικασία να κρίνει αν υπάρχουν λογικές και αποδεικτικές γέφυρες ή αν πρόκειται για ασύνδετα δεδομένα.
Η αναφορά στο περιστατικό της 11ης Απριλίου 2025 και τι επιχειρεί να δείξει
Ο κατηγορούμενος συμπεριλαμβάνει στην απολογία του και αναφορά σε περιστατικό που, κατά τα λεγόμενά του, συνέβη στις 11 Απριλίου 2025, όταν το θύμα του τηλεφώνησε να πάει στην οικία του. Περιγράφει ότι βρήκε το θύμα χτυπημένο στο πρόσωπο με ματωμένο χείλος και ότι εκείνο του είπε πως τον είχαν κλέψει μπαίνοντας από παράθυρο.
Ο ίδιος αναφέρει ότι έλεγξε το παράθυρο, το βρήκε κλειστό και στον χώρο είδε κυνηγετικά όπλα και αντικείμενα αξίας στη θέση τους, γι’ αυτό δεν πίστεψε ότι υπήρξε κλοπή. Η αναφορά αυτή λειτουργεί σε 2 επίπεδα. Πρώτον, επιχειρεί να δείξει ότι υπήρχαν περίεργα περιστατικά και πριν από την ανθρωποκτονία. Δεύτερον, προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως πρόσωπο που κλήθηκε να βοηθήσει και να ελέγξει μια κατάσταση, όχι ως πρόσωπο που δημιουργεί απειλή.
Η παραδοχή για προηγούμενες κατηγορίες και το βάρος της
Σε ερώτηση για το αν έχει κατηγορηθεί άλλη φορά, ο 49χρονος απάντησε ότι έχει κατηγορηθεί για παράνομη είσοδο και για παράνομη μεταφορά μεταναστών. Η αναφορά αυτή καταγράφεται αυτοτελώς μέσα στη διαδικασία και αποτελεί στοιχείο που, από τη μία, δείχνει ότι υπάρχει προηγούμενο εμπλοκής με τις αρχές, από την άλλη όμως δεν σχετίζεται αυτομάτως με την υπόθεση ανθρωποκτονίας και θα αξιολογηθεί μέσα στο πλαίσιο της συνολικής εικόνας που σχηματίζει η δικογραφία.

Το κεφάλαιο της αναχώρησης για Γερμανία και οι περιοριστικοί όροι
Ο κατηγορούμενος τοποθετεί την αναχώρησή του για την Γερμανία στα τέλη Νοεμβρίου 2025 και την αποδίδει σε οικονομικές δυσκολίες και ανάγκη ανεύρεσης εργασίας. Υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να εργαστεί χωρίς άδεια παραμονής, ότι έκανε αίτηση και ότι υπήρχε προγραμματισμένη εξέταση της υπόθεσής του σε συγκεκριμένες ημερομηνίες εντός του 2026. Αναφέρει επίσης ότι το γερμανικό κράτος του παρείχε δωμάτιο στο Μόναχο και επίδομα διαβίωσης.
Στο πιο κρίσιμο σημείο, δηλώνει ότι σκοπός του δεν ήταν να παραβιάσει τους περιοριστικούς όρους, αλλά να επιστρέφει κάθε μήνα για να δίνει το παρών. Υποστηρίζει ότι είχε ενημερώσει τηλεφωνικά το αρμόδιο αστυνομικό τμήμα ότι τους μήνες Δεκέμβριο 2025 και Ιανουάριο 2026 δεν θα δώσει το παρών λόγω παραμονής στη Γερμανία και ότι του ζητήθηκε να αποστείλει έγγραφο που να αποδεικνύει τη μετοίκισή του.
Η συγκεκριμένη αναφορά επιχειρεί να αντικρούσει την εικόνα αποφυγής ή φυγής. Ταυτόχρονα, αφήνει ανοιχτό το πεδίο για να αξιολογηθεί αν υπήρξε έγγραφη ενημέρωση, αν υπήρξε πραγματική δυνατότητα επιστροφής και αν τελικά η αναχώρηση συνδέεται χρονικά με την εξέλιξη των ερευνών, όπως αυτό αποτυπώνεται στη δικογραφία.
Ο 49χρονος αναφέρει ότι βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του και ότι έχει ανήλικο άρρεν τέκνο ηλικίας 3,5 ετών. Πρόκειται για στοιχείο που συχνά προβάλλεται για να αποτυπωθεί κοινωνικό και οικογενειακό πλαίσιο, χωρίς αυτό να αλλάζει το αντικείμενο της ανακριτικής κρίσης, η οποία παραμένει επικεντρωμένη στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης.
Ο κατηγορούμενος επισημαίνει ότι έμαθε για τη συγκεκριμένη κατηγορία από τηλεφώνημα του πεθερού του στις 21 Ιανουαρίου 2026. Περιγράφει ότι σοκαρίστηκε και ότι προσπάθησε να βρει αεροπορικά εισιτήρια για Ρόδο, τα οποία όμως ήταν ακριβά, γι’ αυτό και αγόρασε εισιτήρια ώστε να μεταβεί οδικώς από το Μόναχο προς Ρουμανία και στη συνέχεια προς Θεσσαλονίκη, με στόχο να βρει χρήματα για να μεταβεί στη Ρόδο.
Δηλώνει ότι το θύμα ήταν καλός άνθρωπος και ότι δεν είχε κανέναν λόγο να του κάνει κακό. Πρόκειται για προσωπική τοποθέτηση που επιχειρεί να μεταφέρει στο επίπεδο του κινήτρου την απόλυτη άρνηση και να αμφισβητήσει το σενάριο οικονομικής ή άλλης σύγκρουσης.
Στην πλευρά της υπεράσπισης παρέστη η δικηγόρος κ. Μαρία Πετρά.
Για την υποστήριξη της κατηγορίας στο πλευρό της οικογένειας του θύματος παρίστανται οι κ.κ. Μηνάς Τσέρκης, Μαρίνα Κρανίτη Τσέρκη και Στεφανία Κουλουμπρή, ενώ για τη χήρα παρίστανται οι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής και Χάρης Διακοσάββας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου