• Με απόφαση χορηγήθηκε μερική αναστολή κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, με το δικαστήριο να σταθμίζει τη ζημία από την άμεση εκτέλεση και να «παγώνει» την απόδοση στο Δημόσιο όσων ποσών θα εισρεύσουν σε λογαριασμούς έως την οριστική κρίση επί ανακοπής
Υπόθεση που απασχόλησε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου ανέδειξε, με τρόπο ιδιαίτερα καθαρό, το ειδικό βάρος που αποκτούν συγκεκριμένα ποσά όταν μετατρέπονται από λογιστικές καταχωρίσεις σε άμεσα εκτελεστά μέτρα διοικητικής εκτέλεσης. Στο επίκεντρο βρίσκεται το ποσό των 7.008.817,45 ευρώ, που αναφέρεται ως πολλαπλά τέλη, δηλαδή το χρηματικό αποτύπωμα μιας τελωνειακής παράβασης που χαρακτηρίστηκε λαθρεμπορία, στο πλαίσιο ελέγχων για απόκρυψη πωλήσεων ζύθου και μη καταβολή των αντίστοιχων επιβαρύνσεων.
Το ποσό αυτό, που ξεπερνά τα 7 εκατ. ευρώ, λειτουργεί ως βασικός άξονας της οικονομικής πίεσης που περιγράφεται στη δικογραφία και συνδέεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, με τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης από την άμεση εκτέλεση.
Το αίτημα αφορούσε αναστολή εκτέλεσης πράξης αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου που είχε επιβληθεί σε τραπεζικό ίδρυμα, για οφειλές έως 26.079.805,61 ευρώ, όπως αυτές αποτυπώνονταν σε πίνακα χρεών.
Το δικαστήριο ξεχώρισε ότι ο πίνακας χρεών, ως έγγραφο πληροφοριακού χαρακτήρα, δεν έχει εκτελεστότητα και, συνεπώς, το σχετικό σκέλος του αιτήματος κρίθηκε απαράδεκτο ως προς αυτό το έγγραφο.
Το κρίσιμο, ωστόσο, ήταν η τύχη της κατάσχεσης ως πράξης διοικητικής εκτέλεσης. Η αναστολή ζητήθηκε έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί ανακοπής που είχε ασκηθεί κατά της κατασχετήριας έκθεσης και εκκρεμούσε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
Η δικογραφία περιγράφει ως αφετηρία ελέγχους από υπηρεσία δίωξης οικονομικού εγκλήματος σε εγκατάσταση εταιρείας που λειτουργούσε ως εγκεκριμένος αποθηκευτής και διατηρούσε φορολογική αποθήκη στη Ρόδο, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, χονδρικό εμπόριο ποτών και παραγωγή και εμπορία ζύθου. Κατά το πόρισμα που αποτυπώνεται στην απόφαση, διαπιστώθηκε απόκρυψη πωλήσεων σημαντικής ποσότητας ζύθου και μη καταβολή επιβαρύνσεων, για την περίοδο από Ιανουάριο 2008 έως και Μάιο 2012, ύστερα από συσχέτιση δηλώσεων ειδικού φόρου κατανάλωσης με συγκεντρωτικές καταστάσεις εμπορικού τμήματος.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε καταλογιστική πράξη που χαρακτήρισε την παράβαση ως λαθρεμπορία και καταλόγισε, μεταξύ άλλων, πολλαπλά τέλη ύψους 7.008.817,45 ευρώ, καθώς και δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις 2.281.516,10 ευρώ. Το ποσό των 7.008.817,45 ευρώ ξεχωρίζει, όχι μόνο λόγω μεγέθους αλλά και γιατί αποτελεί, πρακτικά, το βασικό «κομμάτι» της χρηματικής επιβάρυνσης που συνοδεύει τον χαρακτηρισμό της τελωνειακής παράβασης ως λαθρεμπορίας.
Σε όρους οικονομικής πραγματικότητας, πρόκειται για ποσό που από μόνο του μπορεί να καθορίσει την αντοχή μιας επιχείρησης στη ρευστότητα, ανεξάρτητα από το ύψος του κύκλου εργασιών.
Η υπόθεση δεν έμεινε εκεί. Η απόφαση αναφέρεται και σε μεταγενέστερους ελέγχους, όπου αποδίδεται απόκρυψη πωλήσεων ζύθου και μη καταβολή επιβαρύνσεων για τα έτη 2012, 2013, 2014 και 2015, με νέα καταλογιστική πράξη που καταλόγισε πολλαπλά τέλη 7.305.580,22 ευρώ και δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις 2.378.118,56 ευρώ.
Η συσσώρευση αυτών των ποσών εξηγεί γιατί η κατάσχεση που επιβλήθηκε αργότερα συνδέεται με συνολικό ύψος οφειλών που εμφανίζεται ως ιδιαίτερα υψηλό.
Η προσβαλλόμενη πράξη ήταν κατάσχεση εις χείρας τρίτου σε τραπεζικό ίδρυμα, δηλαδή μέτρο που «μπλοκάρει» την κίνηση κεφαλαίων και επιδιώκει να οδηγήσει στην απόδοση χρημάτων στον πιστωτή, εδώ το Δημόσιο, από ό,τι οφείλει ή θα οφείλει η τράπεζα προς τον οφειλέτη.
Το δικαστήριο περιγράφει ότι η πράξη κατασχέσεως στρεφόταν σε ποσά που οφείλονται ή θα οφείλονται στο μέλλον, μέχρι του ορίου των 26.079.805,61 ευρώ.
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ο ρόλος του ποσού των 7.008.817,45 ευρώ. Παρότι η κατάσχεση εμφανίζεται να αφορά πολύ μεγαλύτερο συνολικό ποσό, τα 7 εκατ. ευρώ των πολλαπλών τελών αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες των οφειλών, με τον οποίο συνδέεται η οικονομική πίεση που επικαλούνται οι αιτούντες και που τελικά συνεκτιμά το δικαστήριο για να κρίνει την ανεπανόρθωτη βλάβη.
Με άλλα λόγια, ακόμη και μέσα σε ένα συνολικό ποσό που ξεπερνά τα 26 εκατ. ευρώ, τα 7.008.817,45 ευρώ έχουν αυτοτελές βάρος ως μέγεθος και ως περιεχόμενο, επειδή αφορούν πολλαπλά τέλη.
Από την πλευρά των αιτούντων, προβάλλεται ότι η ανακοπή κατά της κατάσχεσης στηρίζεται σε λόγους που εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε ευδοκίμηση. Η απόφαση καταγράφει ισχυρισμούς που σχετίζονται με κοινοποιήσεις, ενημέρωση, προσδιορισμό ποσών, πρόσβαση σε στοιχεία, καθώς και αναλογικότητα των μέτρων ενόψει εκκρεμοτήτων. Το δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι στο στάδιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα περί προδήλως απαραδέκτου ή προδήλως βάσιμου, καθώς απαιτείται ενδελεχής έρευνα πραγματικών και νομικών ζητημάτων.
Η κρίσιμη μετατόπιση γίνεται στο πεδίο της ανεπανόρθωτης βλάβης, εκεί όπου το μέγεθος των ποσών, και ειδικά τα 7.008.817,45 ευρώ, αποκτούν άμεση πρακτική σημασία.
Για να κριθεί αν συντρέχει ανεπανόρθωτη βλάβη, το δικαστήριο συνεκτίμησε οικονομικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφαση. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, εικόνα αποτελεσμάτων χρήσης με ζημίες σε έτη, λογιστικά κέρδη σε άλλες χρήσεις, υψηλός κύκλος εργασιών αλλά συνολικά ζημιογόνα αποτελέσματα σε συγκεκριμένες χρήσεις, καθώς και σημαντικές υποχρεώσεις προς προμηθευτές.
Περιγράφονται επίσης πάγιες υποχρεώσεις λειτουργίας, μισθοδοσία εργαζομένων 48 ατόμων, λογαριασμοί ΔΕΚΟ με ενδεικτική αναφορά ρεύματος 16.000,00 ευρώ ανά μήνα, καθώς και στοιχεία τραπεζικών υπολοίπων με χαμηλά διαθέσιμα.
Η απόφαση δεν καταργεί την κατάσχεση συνολικά, αλλά χορηγεί μερική αναστολή με συγκεκριμένη έννοια: από την έκδοση της απόφασης και έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής κατά της κατασχετήριας έκθεσης, δεν επιτρέπεται η δέσμευση και η απόδοση στο Δημόσιο όσων ποσών εισρεύσουν στους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούνται στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα.
Πρόκειται για μια διατύπωση με πρακτικό αποτέλεσμα, καθώς δεν αφορά μόνο υφιστάμενα υπόλοιπα αλλά και μελλοντικές εισροές, δηλαδή χρήματα που θα μπορούσαν να καλύψουν μισθοδοσίες, λειτουργικές υποχρεώσεις και συναλλαγές της επιχείρησης κατά το διάστημα εκκρεμοδικίας.
Την υπόθεση χειρίστηκε το δικηγορικό γραφείο «Μηνάς Τσέρκης και Συνεργάτες».













