• Στο φόντο πολυετούς δραστηριότητας, σοβαρής επιβάρυνσης υγείας και διαδοχικών αλλαγών στους όρους πληρωμής
Αντικείμενο προκαταρκτικής εξέτασης αποτελεί μήνυση που υποβλήθηκε στη Ρόδο από επιχειρηματία που ισχυρίζεται ότι επαγγελματικός εξοπλισμός ιδιοκτησίας του βρίσκεται στην κατοχή εγκαλουμένου και χρησιμοποιείται καθημερινά, ενώ συμφωνία πώλησης μεταξύ τους δεν ολοκληρώθηκε, τα συμφωνηθέντα μεταβλήθηκαν και η παράδοση δεν συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη εξόφληση.
Στη μήνυση αποτυπώνεται μια επιχείρηση που λειτούργησε επί 18 χρόνια, με σταθερή παρουσία στον ίδιο επαγγελματικό χώρο και δραστηριότητα που περιελάμβανε κατασκευή φωτεινών πινακίδων, επιγραφών, σφραγίδων, παραγωγή διαφημιστικών ειδών και πωλήσεις λιανικής και χονδρικής, ακόμη και με κανάλια αλληλογραφίας ή διαδικτύου.
Περιγράφεται μια επαγγελματική πορεία με προσωπικό 8 ατόμων και πελατεία κυρίως από ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα μια επιχείρηση που, σύμφωνα με τον εγκαλούντα, του επέτρεπε να στηρίζει την οικογένειά του και να καλύπτει τις υποχρεώσεις του.
Το σημείο καμπής, πάντα με βάση όσα καταγγέλλονται, ήρθε μετά από σοβαρή επιβάρυνση υγείας από τα μέσα του 2018. Η επιδείνωση αυτή οδήγησε στην απόφαση να πωληθεί η επιχείρηση στις αρχές του 2024, σε μια προσπάθεια επανεκκίνησης της ζωής με ηπιότερη μορφή επαγγελματικής πίεσης.
Η συμφωνία που άρχισε να υλοποιείται πριν κλείσει στα χαρτιά
Σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα, ο ενδιαφερόμενος αγοραστής εμφανίστηκε σε μια χρονική περίοδο που ο εγκαλών βρισκόταν σε απόγνωση, ενώ προβάλλεται ότι υπήρξαν διαβεβαιώσεις για σχεδόν άμεση εξόφληση, καθώς υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Περιγράφεται επίσης ότι αρχικά υπήρξε συνεργασία και τήρηση υποχρεώσεων σε επίπεδο μεταφοράς τεχνογνωσίας και χειρισμού προγραμμάτων και μηχανημάτων, γεγονός που έπεισε τον εγκαλούντα ότι ο αντισυμβαλλόμενος είναι αξιόπιστος για να προχωρήσουν στα επόμενα.
Το κρίσιμο στοιχείο, όπως παρουσιάζεται, είναι ότι από τις αρχές Ιανουαρίου 2025 συμφωνήθηκε να μισθωθεί ο ίδιος επαγγελματικός χώρος, να λειτουργήσει η δραστηριότητα με το ίδιο προσωπικό, με σχεδόν ίδιο διακριτικό τίτλο και με χρήση της ίδιας διαδικτυακής ιστοσελίδας για παραγγελίες.
Παράλληλα, παραδόθηκε η χρήση ολόκληρου του επαγγελματικού εξοπλισμού, ο οποίος, κατά τη μήνυση, εξακολουθεί να εμφανίζεται ως καταγεγραμμένος στο βιβλίο παγίων της επιχείρησης του εγκαλούντος, δηλαδή παραμένει σε επίπεδο κυριότητας δικός του.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο εγκαλών αναφέρει ότι ενημέρωσε πελάτες πως ο νέος ιδιοκτήτης αναλαμβάνει, προχώρησε σε συστάσεις στους μεγαλύτερους πελάτες και επέτρεψε τη συνέχεια του εμπορικού αποτυπώματος, μια κίνηση που στην πράξη μεταφράζεται σε παραχώρηση της άυλης αξίας, δηλαδή της φήμης, της πελατείας και της εμπορικής συνέχειας.
Οι αλλαγές στους όρους πληρωμής και η διάρρηξη της εμπιστοσύνης
Η μήνυση περιγράφει ένα μοτίβο συνεχών αλλαγών στον τρόπο αποπληρωμής. Αρχικά αναφέρεται ότι υπήρχε συμφωνία για πώληση με προκαταβολή του 50% κατά την υπογραφή και πλήρη εξόφληση το 2026, με έκδοση τιμολογίου για τον πάγιο εξοπλισμό, ώστε να μεταβιβαστεί η κυριότητα και να κλείσει φορολογικά η επιχείρηση του πωλητή.
Ωστόσο, όταν ο εγκαλών συνέταξε σχέδιο τιμολογίου και παρέδωσε αναλυτικό κατάλογο ειδών και αξιών σε δικηγόρο για σύνταξη συμφωνητικού, φέρεται ότι έλαβε πίσω ένα διαφορετικό σχέδιο, με άλλους όρους και νέα διαδικασία αποπληρωμής.
Στο κείμενο αποτυπώνονται διαφορετικές εκδοχές και προτάσεις δόσεων, που εκτείνονται χρονικά έως το 2028 και σε μεταγενέστερη εκδοχή έως το 2030, με ποσά για εξοπλισμό και ΦΠΑ, καθώς και ξεχωριστή αποτίμηση για την άυλη αξία της επιχείρησης, ύψους 39.000 ευρώ.
Η ουσία που προκύπτει από την αφήγηση δεν είναι απλώς η διαφωνία για τις δόσεις, αλλά ο ισχυρισμός ότι ενώ το οικονομικό σκέλος μετατίθεται χρονικά, η επιχειρηματική λειτουργία συνεχίζεται κανονικά με βάση την παράδοση εξοπλισμού, χώρου, πελατείας και υποδομών που ήδη έγιναν από την πλευρά του εγκαλούντος.
Αυτό το σημείο είναι που μετατρέπει την αντιδικία, κατά τον ισχυρισμό του μηνυτή, από αστική διαφωνία σε ποινική καταγγελία. Διότι, κατά την εκδοχή του, αφού υπαναχώρησε από τη συμφωνία πώλησης και ζήτησε επιστροφή εξοπλισμού και λειτουργίας, η μη απόδοση της νομής και η συνέχιση χρήσης του εξοπλισμού συνιστά παράνομη ιδιοποίηση.
Η κλιμάκωση με ασφαλιστικά μέτρα και η προσωρινή διαταγή
Η μήνυση ενσωματώνει και το προηγούμενο δικαστικό αποτύπωμα, καταγράφοντας ότι κατατέθηκε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου για απόδοση της νομής του εξοπλισμού, καθώς και αίτηση ασφαλιστικών για την προσωρινή προστασία της νομής. Επίσης αναφέρεται ότι έγινε δεκτή αίτηση έκδοσης προσωρινής διαταγής που απαγορεύει στους αντιδίκους και σε τρίτους που έλκουν δικαιώματα από αυτούς να προβούν σε οποιαδήποτε μεταβίβαση της νομής και κατοχής των κινητών που
Ο εγκαλών υποστηρίζει ότι ο εξοπλισμός παραμένει δικός του, ότι ουδέποτε μεταβιβάστηκε η κυριότητα, ότι δεν εκδόθηκε τιμολόγιο πώλησης λόγω μη υπογραφής συμφωνητικού και φορολογικών εμποδίων, και ότι μετά την υπαναχώρησή του από τη συμφωνία, ο εγκαλούμενος συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό. Κατά τη μήνυση, αυτή η συμπεριφορά συνιστά υπεξαίρεση, ενώ προστίθεται και το στοιχείο της απάτης, με βάση την καταγγελλόμενη παραπλάνηση και τις υποσχέσεις άμεσης εξόφλησης που οδήγησαν τον πωλητή να παραδώσει τεχνογνωσία, πελατεία, ιστοσελίδες, εμπορικές επαφές και λειτουργική συνέχεια πριν εξασφαλιστεί η πληρωμή.
Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Βασίλης Καταβενάκης.















