• Ημεδαπός παραπέμπεται σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο σε υπόθεση προμήθειας κατοχής και διάθεσης υλικού παιδικής πορνογραφίας μετά από καταγγελία και πολυετή έρευνα
Ο ψηφιακός χώρος έχει εδώ και χρόνια μετατραπεί σε ένα δεύτερο πεδίο κοινωνικής ζωής για τους ανήλικους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την προστασία τους. Η υπόθεση που κατέληξε σε παραπομπή στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου δεν είναι απλώς μια ακόμη δικογραφία που αφορά επικοινωνία σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι ένα παράδειγμα για το πώς μια καταγγελία με αφετηρία απειλές σε βάρος ενός παιδιού 12 ετών μπορεί να οδηγήσει, μέσα από τεχνικά δεδομένα και δικαστικές κρίσεις, σε βαρύ κατηγορητήριο που εστιάζει στην προμήθεια, την κατοχή και τη διάθεση υλικού παιδικής πορνογραφίας.
Η αφετηρία της υπόθεσης και η καταγγελία στην ασφάλεια
Στις 21.02.2019, σύμφωνα με τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν, η μητέρα της ανήλικης εμφανίστηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου και κατέθεσε ότι η κόρη της, 12 ετών τότε, από τις αρχές Ιανουαρίου 2019 δεχόταν μηνύματα από άγνωστο άτομο μέσω λογαριασμού της σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης.
Η καταγγελία περιγράφει επικοινωνία που δεν έμεινε στη σφαίρα ενός απλού διαλόγου αλλά κλιμακώθηκε σε απειλές για πρόκληση κακού στους γονείς του παιδιού, με αναφορά προσωπικών στοιχείων, στοιχείο που ενίσχυσε την αίσθηση φόβου και εξαναγκασμού.
Κατά την ίδια εκδοχή που αποτυπώνεται στα έγγραφα, ο δράστης κατάφερε να αποσπάσει 3 αρχεία εικόνας που απεικόνιζαν γυμνό το σώμα της ανήλικης και στη συνέχεια τα διαμοίρασε σε τρίτα πρόσωπα, ειδικότερα σε συμμαθητές της.
Το υλικό αποκτήθηκε μέσω πληροφοριακών συστημάτων, διατηρήθηκε αποθηκευμένο και ακολούθως διανεμήθηκε, διαμορφώνοντας την εικόνα μιας αλληλουχίας πράξεων που δεν εξαντλείται στην αρχική επικοινωνία.
Το κρίσιμο στοιχείο του εξαναγκασμού και το πλαίσιο των απειλών
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται ο εξαναγκασμός. Η χρήση απειλών, με επίκληση γνώσης προσωπικών στοιχείων των γονέων, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής πίεσης όταν ο αποδέκτης είναι παιδί. Αυτό το μοτίβο, όπως καταγράφεται, είχε ως αποτέλεσμα την αποστολή του υλικού, γεγονός που αργότερα αποτέλεσε τον πυρήνα της ποινικής αξιολόγησης ως υλικό παιδικής πορνογραφίας κατά την έννοια του νόμου, αφού συνδέεται με ανήλικο που δεν είχε συμπληρώσει το 15ο έτος.
Το δεύτερο επίπεδο βλάβης, όπως προκύπτει, αφορά στη διάχυση του υλικού σε σχολικό περιβάλλον.
Η διανομή σε συμμαθητές δεν περιγράφεται απλώς ως μεταβίβαση αρχείων, αλλά ως πράξη που διευρύνει το αποτύπωμα της εκμετάλλευσης και μετατρέπει το θύμα σε στόχο κοινωνικής έκθεσης, ντροπής και φόβου, με συνέπειες που συχνά δεν αποτυπώνονται πλήρως σε μια δικογραφία αλλά αποτελούν το πραγματικό βάρος για ένα παιδί και την οικογένειά του.
Η τεχνική διερεύνηση και το νήμα που οδήγησε σε ταυτοποίηση
Η έρευνα κινήθηκε σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά υπήρξε αξιοποίηση καταθέσεων και στοιχείων από το περιβάλλον της ανήλικης. Από την άλλη πλευρά, ενεργοποιήθηκε μηχανισμός ψηφιακής διερεύνησης μέσω αρμόδιων υπηρεσιών, με αλληλογραφία και αναζήτηση δεδομένων που σχετίζονται με τον λογαριασμό από τον οποίο φέρεται να έγιναν οι απειλές. Μεταξύ άλλων στην έρευνα υπήρξε εμπλοκή Τμήματος Διαδικτυακής Προστασίας Ανηλίκων και Ψηφιακής Διερεύνησης της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και αλληλογραφία με Facebook Ireland Ltd., ως υπεύθυνη επεξεργασίας δεδομένων για τον χειρισμό στοιχείων που αφορούν στην πλατφόρμα Instagram.
Ο επίμαχος λογαριασμός εμφανίζεται να έχει δημιουργηθεί στις 23.06.2018 και να συνδέεται με συγκεκριμένο στοιχείο επικοινωνίας. Το στοιχείο αποδόθηκε, μέσα από υπηρεσιακά έγγραφα τηλεπικοινωνιακού παρόχου WIND, σε πρόσωπο του συγγενικού περιβάλλοντος, όμως στη συνέχεια αναδείχθηκε ως κρίσιμο ότι το συγκεκριμένο μέσο επικοινωνίας δεν χρησιμοποιήθηκε από εκείνο το πρόσωπο αλλά από τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από συνδυασμό εγγράφων και εξέταση συγγενικού προσώπου χωρίς όρκο.
Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και το σενάριο της ηλεκτρονικής παγίδευσης
Ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε ότι δημιούργησε ή χρησιμοποίησε το ψευδές προφίλ από το οποίο φέρεται να έγιναν οι απειλές, υποστήριξε ότι διαθέτει άλλο προφίλ στην ίδια εφαρμογή και αρνήθηκε ότι είχε συνομιλία με την ανήλικη. Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι είναι θύμα ηλεκτρονικής παγίδευσης, συνδέοντας το σενάριο αυτό με εγκατάσταση συστήματος παρακολούθησης με κάμερες το 2017 σε χώρο που χρησιμοποιούνταν για λόγους ασφαλείας, μέσω κινητών τηλεφώνων.
Στο ίδιο πλαίσιο, η υπεράσπιση φαίνεται να αμφισβητεί τη βαρύτητα των τεχνικών δεδομένων, επικαλούμενη πιθανή πρόσβαση τρίτων σε συσκευές ή στοιχεία σύνδεσης.
Ωστόσο, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς αυτούς ως ερμηνεία που δεν στηρίζεται σε ανεξάρτητα αποδεικτικά δεδομένα και έκρινε ότι ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει πειστική εξήγηση για το πώς στο επίμαχο προφίλ εμφανίστηκε καταχωρισμένο στοιχείο επικοινωνίας που, κατά την κρίση των αρχών, χρησιμοποιούνταν από τον ίδιο.
Η διπλή επικοινωνία και η εκτίμηση περί σύγχυσης και κάλυψης ιχνών
Ένα ακόμη σημείο που η δικογραφία αντιμετωπίζει ως ιδιαίτερα σημαντικό είναι η αναφορά ότι υπήρξε επικοινωνία και μέσω του κανονικού προφίλ του κατηγορουμένου προς την ανήλικη, σε χρονικό πλαίσιο που ακολούθησε τη διανομή των φωτογραφιών. Η αξιολόγηση που γίνεται είναι ότι αυτή η κίνηση δεν ήταν ουδέτερη, αλλά εκλήφθηκε ως προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχυση και να παρουσιαστεί ως διαφορετικό το πρόσωπο που αρχικά επικοινώνησε με την ανήλικη μέσω του ψευδούς προφίλ.
Το Συμβούλιο, από τη συγκριτική στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, αναφέρει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής ώστε να στηριχθεί δημόσια κατηγορία.













