Aκρως αποκαλυπτικό του περιεχομένου των δύο αποφάσεων του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη συνταγματικότητα του ΔΗΦΟΔΩ αλλά και των απόψεων της νομικής υπηρεσίας του Δήμου Ρόδου γύρω από τα διαλαμβανόμενα στις αποφάσεις αυτές είναι NON PAPER, του προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας κ. Θ. Παπαγεωργίου, που δόθηκε στο δήμαρχο Ρόδου κ. Στάθη Κουσουρνά και στους καθηγητές του συνταγματικού δικαίου που εκπροσωπούν τη δημοτική αρχή, ενώπιον του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου.
Στο Νοn Paper αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής:
“Όπως είναι γνωστό με πάγια νομολογία του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου και του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, έχουν απορριφθεί μέχρι σήμερα όλα τα ένδικα βοηθήματα και μέσα κατά βεβαιωτικών πράξεων του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ, ο οποίος θεωρείται απόλυτα συμβατός με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Σύνταγμα, σύμφωνα και με την επικαλούμενη στις δίκες από το 1995 Γνωμοδότηση του Καθηγητή Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Σπ. Φλογαΐτη.
Για πρώτη φορά θέματα παραβάσεως κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Συντάγματος υπήχθησαν στην κρίση του Ανώτατου Διοικητικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου , δηλαδή του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) με δύο αιτήσεις αναιρέσεων που από το 2006 της πρώτης, άσκησε η Κοινοπραξία ανέγερσης του Νοσοκομείου Ρόδου, συγκροτούμενη από τις εργολαβικές εταιρείες ΤΕΡΝΑ Α.Ε., ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε., ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.- J & Ρ ΑΒΑΞ Α.Ε. και ΙΜΕΚ GMBH.
Λόγω ιδιαιτερότητας-σπουδαιότητας της υπόθεσης, οι παραπάνω αιτήσεις, υπήχθησαν στη κρίση του αυξημένης 7μελούς (από 5μελούς) σύνθεσης Β’ Τμήματος του ΣτΕ, το οποίο ύστερα από 9 αναβολές συνεκδίκασε στις 10-10-2012 τις δύο αιτήσεις αναίρεσης με μοναδικούς διάδικους την παραπάνω Κοινοπραξία από τη μια πλευρά και τον Δήμο Ρόδου από την άλλη πλευρά.
Ο Δήμος Ρόδου και η Περιφερειακή Ένωση Δήμων Νοτίου Αιγαίου, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας των υποθέσεων για τα συμφέροντα των Δήμων της Δωδεκανήσου και της απαιτούμενης εξειδικευμένης γνώσης σε θέματα Συνταγματικού-Διοικητικού-Φορολογικού Δικαίου ανέθεσε την υπόθεση στη δικηγορική εταιρεία των Καθηγητών της Νομικής Σχολής Αθηνών κ.κ. Σπ. Φλογαΐτη και Γλυκ. Σιούτη, που με πολυσέλιδα υπομνήματα υπερασπίσθηκαν τη συμβατότητα του εσόδου τόσο με την ευρωπαϊκή όσο και με τη εθνική έννομη τάξη. Επίσης ανατέθηκε και κατατέθηκε Γνωμοδότηση-Μελέτη της επικ. Καθηγήτριας Φορολογικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Θράκης κ. Ελ. Θεοχαροπούλου, με την οποία επίσης τεκμηριώνεται σε όλες τις παραμέτρους, η συμβατότητα του εσόδου καθ’ όλες τις πτυχές της ευρωπαϊκής όσο και της εθνικής έννομης τάξης.
Στις 13-11-2013 πληροφορηθήκαμε μέσω του διαδικτύου και του ιστότοπου του ΣτΕ ότι εξεδόθησαν οι υπ. αρ. 3930-3931/13-2013 αποφάσεις του Β Τμήματος του ΣτΕ (7μελ) σύμφωνα με τις οποίες η υπόθεση παραπέμπεται στην Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Αν και δεν υπήρξε ακόμη καθαρογραφή για λήψη αντιγράφων των αποφάσεων μέσω συνεργάτη, έγινε επίσκεψη στη Γραμματεία του ΣτΕ και με τηλεφωνική ανάγνωση, που μου παρείχε, κρατήθηκαν σημειώσεις του κυριότερου μέρους τών αιτιολογιών, που με επιφύλαξη της ακρίβειας τους εξ αιτίας του παραπάνω τρόπου που ελήφθηκαν, και συμπληρωματικών στοιχείων που δημοσιοποιήθηκαν στον τοπικό τύπο, οι αιτιολογίες έχουν ως εξής:
Εισαγωγικά γίνεται ανάλυση επί του προϊσχύσαντος ειδικού τοπικού φόρου κατανάλωσης υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων της Δωδεκανήσου, των ιταλικών κυβ. διαταγμάτων 187/1938 και 132/1939,- που διατηρήθηκαν σε ισχύ υπέρ της Δωδεκανήσου από την ελληνική πολιτεία με τους A.M. 798/1948 και 1910/ 1951. Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι ότι γίνεται δεκτό ότι η διατήρηση σε ισχύ των υπέρ των δήμων και κοινοτήτων διατάξεων, όπως και άλλες φορολογικές αποκλίσεις σχετικά με τη Δωδεκάνησο, δεν παραβίαζαν τις συνταγματικές αρχές περί ισότητας, ενόψει μεταξύ άλλων , των διαφόρων συνθηκών που τελούν οι φορολογούμενοι στη Δωδεκάνησο σε σχέση με τη λοιπή Ελλάδα, με επίκληση μάλιστα επ αυτού τριών (3) αποφάσεων του’ΣτΕ. (139/1956,194/1956 ,2956/1981 ΣτΕ).
Επί της καταργήσεως του παραπάνω δημοτικού φόρου κατανάλωσης, γίνεται αναφορά στο ιστορικό της ύστερα από την ένταξη στην Ε.Ο.Κ. αμφισβήτησης που υπήρξε για τη συμφωνία των παραπάνω αρχικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο κατέληξαν σε αποφατική κρίση του ΔΕΚ (υπόθεση Σιμιτζή κατά Δήμου Κω) και της κατάργησης και αντικατάστασης που υπήρξε με το άρθρο 60 του Ν.2214/1994 που επέβαλε τον Δημοτικό Φόρο Δωδεκανήσου. Επί του θεσπισθέντος με το άρθρο 60 του Ν.2214/1994 ένδικου φόρου, αφού παρατίθεται όλη η διάταξη για τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ., επισημαίνονται οι συζητήσεις που έγιναν στη Βουλή κατά τη ψήφιση, κατόπιν δε αυτού κρίνεται ότι δεν έγινε μελέτη και επίκληση ειδικών συνθηκών διαφοροποίησης της Δωδεκανήσου και ότι έγινε μόνο συζήτηση προκειμένου οι δήμοι και οι κοινότητες της Δωδεκανήσου να διατηρήσουν το ίδιο έσοδο.
Αμέσως παρακάτω ωστόσο γίνεται χωρίς τεκμηρίωση επικέντρωση στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του χρόνου επιβολής του φόρου 50 περίπου χρόνια μετά την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, και χωρίς αιτιολογία πώς ήταν τότε και πώς είναι σήμερα και πού έγκειται η ουσιώδης διαφορά, καταλήγει αμέσως στο συμπέρασμα ότι είναι προφανώς διαφορετικές εκείνων που υπήρχαν κατά τα αμέσως επόμενα της ένωσης αυτής έτη και δικαιολογούσαν μια ειδική, έναντι άλλων περιοχών της χώρας με τα αυτά χαρακτηριστικά, μεταχείριση. Παρατίθεται μόνο, χωρίς να αιτιολογείται τι σχέση έχουν με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, οι διατάξεις της νομοθεσίας για το Φ.Π.Α., για το ενιαίο τρόπο επιβολής συντελεστών της Δωδεκανήσου με τα άλλα νησιά του Αιγαίου, καθώς επίσης της νομοθεσίας της κλίμακας φορολογικών συντελεστών, του ποσοστού 20% υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων Δωδεκανήσου, ευνοϊκών ρυθμίσεων φορολογίας εισοδήματος της Δωδεκανήσου μαζί με άλλες περιοχές (Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας) των άρθρων 5 Ν.2065/1992, 118 Κωδ. Φορολ Εισοδήματος κ.λ.π. Κατόπιν των παραπάνω παραδοχών δέχεται ότι δεν δικαιολογείται η με πάγιο τρόπο επιβολή του φόρου μόνο για τους ΟΤΑ Δωδεκανήσου, σε βάρος μόνο εκείνων που ασκούν εκεί οικονομική δραστηριότητα, διότι αυτό δεν συνάγεται από τη φύση του φόρου και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες κατά τη ψήφισή του (ΣτΕ 3037/2008 Ολ. ,ΣτΕι 650/1957 7μελ).
Δέχεται επίσης για να αιτιολογήσει την παραπάνω άποψη, ότι στις γνωμοδοτήσεις των Καθηγητών Σπ.Φλογαΐτη και Ελ. Θεοχαροπούλου, γίνεται χρήση εκφράσεων και επίκληση συνθηκών που θα δικαιολογούσαν ενδεχομένως τη διαφοροποίηση με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια κατά τη νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ 2626/1980, 3442/1981, 986/1982, 2543/2004) όχι όμως μόνης της Δωδεκανήσου, μη αρκούμενης για την υποστήριξη του θεσμού, χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη εξειδίκευση των λόγων που το επιβάλλουν, της επίκλησης των άρθρων 102 παρ6 και 101 και 106 του Συντάγματος για τις νησιώτικες παραμεθόριες περιοχές, ούτε επίσης του άρθρου 9 του Ν. 1850/198 περί κυρώσεως του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονομίας που ορίζει – όπως δηλαδή δέχεται -το δικαίωμα και την υποχρέωση των ΟΤΑ να έχουν επαρκείς ίδιους πόρους από τοπικούς φόρους.
Ωστόσο οι παραπάνω παραδοχές του Δικαστηρίου δεν ήταν της παμψηφίας αφού μειοψήφισε η Σύμβουλος κ. Βασιλική Καλάντζη, με αιτιολογία που έχει ως εξής:
– Η αναιρεσείουσα εργολαβική Κοινοπραξία συνήψε το 1994 σύμβαση με τη ΔΕΠΑΝΟΜ και ανέλαβε τη μελέτη, ανέγερση, αποπεράτωση και προμήθεια του εξοπλισμού του Νοσοκομείου Ρόδου. Με από τις 1995-1996 εγγραφές στους βεβαιωτικούς καταλόγους του Δήμου Ροδίων κατέστη οφειλέτης για τη μη πληρωμή του ένδικου φόρου με ποσά 3.333.441 δρχ και 7.081.098 δρχ. Αποδέχεται στη συνέχεια ως ορθές τις αιτιολογίες του Διοικητικού Εφετείου που είχε θεωρήσει νόμιμη την επιβολή, διότι ο ένδικος φόρος δεν παραβιάζει την αρχή της φορολογικής ισότητας, η οποία επιβάλλει την καθολικότητα της φορολογικής υποχρέωσης, γιατί συνιστά φόρο με συγκεκριμένη τοπική αναφορά, ο οποίος αποβλέπει στην ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας και επομένως στη βελτίωση του επιπέδου διαβιώσεως και ποιότητας ζωής των δημοτών, εξυπηρετώντας το τοπικό συμφέρον, χωρίς να εισάγει ανεπίτρεπτες διακρίσεις.
Ειδικότερα αιτιολογείται ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της καθολικότητας, γιατί ο γενικός κανόνας της γενικής ισχύος δεν έχει την έννοια της εφαρμογής του φόρου σε όλη την επικράτεια και ως εκ τούτου δεν αντίκειται ο δημοτικός φόρος Δωδεκανήσου στις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος.
Η πλειοψηφούσα ωστόσο προαναφερθείσα άποψη, αν και λόγω 7μελούς συνθέσεως θα μπορούσε να προβεί σε αναίρεση, παρά ταύτα παρέπεμψε το θέμα επανεξέτασης της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με Εισηγητή τον Σύμβουλο κ. Γ. Τσιμέκα , με αιτιολογία της παραπομπής «λόγω της κρίσης για την αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου αλλά και της σπουδαιότητας του ζητήματος» όπως αυτολεξεί αναφέρεται.
Συνομιλώντας ήδη με την πλευρά των Καθηγητών που χειρίζονται την υπόθεση για τον Δήμο Ρόδου, εκφράζεται η άποψη ότι ενισχύοντας ο Δήμος με συγκεκριμένα στοιχεία τα παραπάνω ζητήματα που η πλειοψηφία του δικάσαντος Δικαστηρίου δέχθηκε εσφαλμένα όχι επί νομικού αλλά επί πραγματικού επιπέδου, υπάρχει η ευχέρεια και η αισιοδοξία διατηρήσεως και μη διασαλεύσεως του νόμου για τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.. ως απόλυτα συμβατού και με το άρθρο 4 περί ισότητας του Συντάγματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είναι σπάνιο και παμψηφίας ακόμη αποφάσεις περί αντισυνταγματικότητας Τμημάτων του ΣτΕ, να ανατρέπονται από την Ολομέλεια.
Ως πρώτες -κατ’ αρχή- δικές μας γνώμες, για την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας της πλειοψηφούσας άποψης των παραπεμπτικών αποφάσεων, παραθέτουμε τις εξής:
-Οι ειδικές από άλλες περιοχές της χώρας κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, οι οποίες κατά την κρίση της πλειοψηφούσας άποψης θα έπρεπε να ισχύουν στη Δωδεκάνησο για να είναι συνταγματικά επιτρεπτός ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ., είναι φανερό ότι εξακολουθούν κατά την εξελεγκτική των πραγμάτων πορεία να υφίστανται, όπως ενώπιον της Ολομέλειας πληρέστατα θα γίνει ακόμη πιο σαφές, με απόλυτα στοιχεία πλήρους αποδεικτικής ισχύος.
-Η γενικής εκφράσεως κρίση της παραπεμπτικής ότι 50 χρόνια μετά την επιβολή όχι του ένδικου αλλά έτερου προϊσχύσαντος δημοτικού φόρου , άλλαξαν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επέβαλαν τον ένδικο φόρο, καθιστώντας έτσι έωλο ότι το μέτρο έχει ακόμη παραμείνει στη Δωδεκάνησο εξομοιώνοντας την με περιοχές της Μακεδονίας, και της Θράκης, κατά τη γνώμη μας συνιστά προφανώς εσφαλμένη κρίση και εκτίμηση επί πασίδηλης μάλιστα περί του αντιθέτου πραγματικής κατάστασης. Πιο συγκεκριμένα η κρίση και εκτίμηση αυτή που οδήγησε στο κρίσιμο συμπέρασμα αντισυνταγματικότητας του νόμου για τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. που θεσπίσθηκε το 1994, έγινε αόριστα, γενικευμένα και χωρίς τεκμηρίωση σε αποδεικτικό υλικό.
Χωρίς δηλαδή εξέταση και αναφορά – χωρίς δηλαδή αιτιολογία – πραγματικών στοιχείων και δεδομένων που δικαιολογούν ότι δήθεν δεν επικρατούν πλέον ειδικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στη Δωδεκάνησο , παραβλέποντας ότι είναι το πλέον απομακρυσμένο από ηπειρωτικό έδαφος επί παραμεθορίου γραμμής νησιώτικο σύμπλεγμα επί των Ν.Α. συνόρων της χώρας.
-Η μειοψηφούσα άποψη – αντίθετα από την πλειοψηφούσα -υπερβαίνει το ζήτημα των ειδικών συνθηκών στη Δωδεκάνησο σε σχέση με άλλες περιοχές, δεχόμενη ότι ο ένδικος φόρος δεν παραβιάζει την αρχή της φορολογικής ισότητας η οποία επιβάλλει την καθολικότητα της φορολογικής υποχρεώσεως, γιατί συνιστά φόρο, με συγκεκριμένη αναφορά, ο οποίος αποβλέπει στην ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας και επομένως στη βελτίωση του επιπέδου διαβιώσεως των δημοτών, εξυπηρετώντας το τοπικό συμφέρον χωρίς να εισάγει διακρίσεις και χωρίς να παραβιάζει την αρχή της καθολικότητας, γιατί ο γενικός κανόνας ότι οι φορολογικοί νόμοι έχουν γενική ισχύ δεν έχει την έννοια της εφαρμογής του φόρου σε ολόκληρη την επικράτεια .
-Είναι φανερό δηλαδή ότι οι άξονες της αιτιολογίας της μειοψηφούσας άποψης είναι ορθότεροι, κινούμενοι όχι μόνο στην κατά πάγια πλέον νομολογία του ΣτΕ παραδοχή ότι η αρχή της καθολικότητας δεν σημαίνει και εφαρμογή σε όλη τη χώρα (Βλ. 2469-2471/2008 Ολομέλειας ΣτΕ).
Συγκεκριμένα με την αναφορά στην δια του ένδικου φόρου ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας και επομένως στη βελτίωση του επιπέδου διαβιώσεως των δημοτών, γίνεται ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 του Ν. 1850/1989 περί κυρώσεως του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, που αποτελεί κατά το προοίμιο του νόμου Συμφωνία-Σύμβαση μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό και κρίσιμο για την υπόθεση, διότι όπως έχει αναγνωρισθεί από τα Διεθνή Δικαστήρια, με όχι λίγες καταδίκες και της χώρας μας, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος οι διεθνείς συμβάσεις (όπως π.χ. είναι η Συνθήκες της Ε.Ε.) από της επικυρώσεώς τους με νόμο και της θέσεώς τους σε ισχύ όχι μόνο υπερισχύουν από κάθε αντίθετη διάταξη νόμου, αλλά υπερισχύουν και οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης εσωτερικού δικαίου, δηλαδή και από το ίδιο το Σύνταγμα (π.χ. αποφ. 16-4/2009 ΕΔΔΑ, 314/2008 ΔΕΚ κ.λ.π., θεωρία Φ. Σπυρόπουλος Συνταγματικό Δίκαιο ,109 σελ129,). Ειδικότερα οι διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1850/1989 περί κυρώσεως του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, ορίζουν το δικαίωμα των Ο.Τ.Α. α’ βαθμού, να έχουν στα πλαίσια της εθνικής οικονομικής πολιτικής επαρκείς ίδιους πόρους για την ελεύθερη διάθεσή τους προς άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, με δέσμευση μάλιστα ότι τουλάχιστον ένα μέρος πρέπει να προέρχεται από τοπικούς φόρους και τέλη των οποίων το ύψος πρέπει να ορίζεται μέσα στα όρια του νόμου. Είναι σαφές δηλαδή ότι κανόνας δικαίου της χώρας-μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης που προβαίνει σε κύρωση του Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, μπορεί -και μέσω βεβαίως των εθνικών δικαστηρίων- να προβαίνει σε έλεγχο και περιορισμό μόνο του ύψους του τοπικού φόρου. -Όχι δηλαδή αντί του ύψους να εξετάζεται το έδαφος, η περιοχή εφαρμογής δηλαδή του τοπικού φόρου και κατά συνέπεια να κρίνεται και να καταργείται λόγω της τοπικότητας ο φόρος, καταργώντας έτσι με διατάξεις εσωτερικού δικαίου , έστω συνταγματικές, επικυρωμένη και υπερισχύουσα όλων Διεθνή Σύμβαση που επέβαλε αυτήν ακριβώς την τοπικότητα.
– Επίσης πρέπει να επισημάνουμε μια ουσιώδη αντίφαση που έχει η αιτιολογία της παραπεμπτικής. Δέχεται δηλαδή από τη μια πλευρά ότι οι από 1-10-1995 και 21-8-2012 γνωμοδοτήσεις των Καθηγητών κ.κ. Σπ. Φλογαΐτη και Ελ. Θεοχαροπούλου δικαιολογούν με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, τις συνθήκες επιβολής του φόρου, όχι όμως μόνο για τη Δωδεκάνησο αλλά και για άλλες περιοχές της χώρας με τις αυτές ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και γεωγραφικές ιδιαιτερότητες παραμεθόριου νησιώτικου συμπλέγματος με απομονωμένα νησιά.
Από την άλλη όμως πλευρά αντί να δεχθεί ότι συνεπώς ορθά κατά τα άρθρα 9 του Ν.1850/1989 και 4,101 και 106 παρ. 1 περί νησιωτικότητας του Συντάγματος, επεβλήθη ο ένδικος τοπικός φόρος στη Δωδεκάνησο και μάλιστα θα έπρεπε να επεκταθεί και σε λοιπά παραμεθόρια απομονωμένα νησιά με ίδιες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, δέχθηκε αντίθετα ότι επειδή δεν επεβλήθη και σε άλλα νησιά με ίδιες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, κακώς επεβλήθη στη Δωδεκάνησο. Ωσάν δηλαδή να ισχύει η αρχή της ισότητας στην παρανομία και να μην είναι γνωστό και κατά τη νομολογία του ΣτΕ ότι η εφαρμογή της αρχής της ισότητας δεν μπορεί να οδηγεί σε επέκταση και γενίκευση μιας παράνομης πρακτικής της διοίκησης (ΣτΕ 792/2012 κ.λ.π.)”.







