Ανάρπαστα τα έργα του Β. Σεμερτζίδη από συλλέκτες σε ολόκληρο τον κόσμο

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Ανάρπαστα γίνονται, όποτε βγαίνουν προς πώληση, τα έργα του ζωγράφου και χαράκτη Βάλια Σεμερτζίδη, που έζησε, δημιούργησε και έφτασε μέχρι το τέλος της ζωής του στη Ρόδο. Με τιμές που ξεκινούν από 2000 ευρώ και ανέρχονται μέχρι μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, τα έργα του Βάλια Σεμερτζίδη με θέματα από την ύπαιθρο της Ρόδου ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο.
Μέσω internet, μέσα από δημοπρασίες και γκαλερί τέχνης τα έργα του Σεμερτζίδη δεν μένουν για πολύ στο ράφι. Από την πρώτη στιγμή που θα εμφανιστούν διαθέσιμα προς πώληση τότε αμέσως υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον. Οι αγοραστές είναι συνήθως συλλέκτες και επαγγελματίες της αγοράς τέχνης. Μάλιστα, επειδή είναι σπάνιο το φαινόμενο να βγει προς πώληση ένα έργο ενός τόσο σημαντικού καλλιτέχνη, τα έργα του έχουν συμπεριληφθεί σε ειδικά λογισμικά της παγκόσμιας αγοράς που αμέσως μόλις εμφανιστεί μια τέτοια ευκαιρία αγοράς ειδοποιούν τα κατάλληλα πρόσωπα.
Κι όμως, παρά τη σπουδαιότητα του καλλιτέχνη, παρά τα δεκάδες έργα που δημιούργησε με αντικείμενο τη Ρόδο, παρά την αγάπη που είχε ο ίδιος για το νησί, εν τούτοις σε κανένα σχολείο δεν γίνεται κάποια αναφορά για την προσωπικότητα αυτή. Για την προσωπικότητα που αποτύπωσε τις συνέπειες του πολέμου και του εθνικού διχασμού με μοναδική γλαφυρότητα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η επαφή του Βάλια Σεμερτζίδη με τη ζωή και το περιβάλλον της Ρόδου ξεκίνησε το 1964. Από τότε και μέχρι το τέλος της ζωής του, η Ρόδος έγινε για το δημιουργό, χώρος μελέτης ζωγραφικών προβλημάτων και εφαρμογής νέων τεχνικών. Μάλιστα ο ίδιος λάτρεψε τον Ατάβυρο και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που κατοικούν στα χωριά γύρω από αυτόν.
Ο ίδιος σημείωνε στο ημερολόγιό του το 1975: «… Δούλεψα και πάλι γύρω από τον Ατάβυρο. Είναι ανεξάντλητη πηγή για δουλειά. Αναρίθμητα προβλήματα μπαίνουν μπροστά στο ζωγράφο κάθε φορά που πλησιάζει μια τόσο δυνατή και πλούσια φύση, ένα όργιο σχημάτων και χρωμάτων. Το μυαλό στομώνει στην προσπάθεια να το ρυθμίση, να το συνθέση… Ξεκίνησα να μελετήσω τον κίτρινο θάμνο, αυτό το αγκάθι που την Ανοιξη στη Ρόδο ντύνει τα βουνά με ατέλειωτα χαλιά από φεγγερό χρυσάφι… Χτες δούλεψα στην Αμαρτο και στους Νάνους. Μαγεύομαι από τα χρώματα, από τον πλούτο των συνθέσεων. Προσπαθώ να οργανώσω τις εντυπώσεις μου…».
Ο Σεμερτζίδης γεννήθηκε στο Κρασνοντάρ του Καυκάσου από πατέρα Ελληνοπόντιο και μητέρα Ρωσίδα. Η οικογένειά του βρέθηκε στην Ελλάδα το 1923 ακολουθώντας το κύμα φυγής μετά την οκτωβριανή επανάσταση, που έμελλε τα ιδανικά της να υπηρετήσει με την τέχνη του. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το 1928, και στο Εργαστήριο Παρθένη το 1932 και έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε δεκάδες χώρες του κόσμου. Είναι χαρακτηριστικό πως στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης έγιναν δεκάδες εκθέσεις με δικά του έργα και παρουσιάσθηκαν από την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, μέχρι τις πιο απομακρυσμένες πόλεις της παγωμένης Σιβηρίας στα βάθη της Ασιατικής ηπείρου. Ένα μεγάλο μέρος όλων αυτών των έργων έχουν ως αντικείμενο τη Ρόδο, οι εικόνες της οποίας αποθεώνονται σε όλο τον κόσμο.
«Ζωγράφος μαζί και χαράκτης – έγραφε το 1959 στην «Επιθεώρηση Τέχνης» ο Γ. Πετρής – δουλεύει ακούραστα και τα έργα του, μεγάλες πολυπρόσωπες συνθέσεις, τοπία, πορτρέτα, φιγούρες, καμωμένα με λάδι, παστέλ, είτε μ’ έναν τρόπο μεικτό, χρωματιστά είτε σε άσπρο – μαύρο… είναι μνημειώδη έργα, που δικαιώνουν τον τεράστιο μόχθο του και αποδίδουν πλαστικά τον κόσμο της δουλιάς. Σκηνές από την καθημερινή ζωή, αγρότες, εργάτες, τύποι βουνίσιοι εικόνες από την Αντίσταση, είναι ο θεματικός κύκλος που ζει ο καλλιτέχνης. Ο ζωγράφος είναι ρεαλιστής και μάλιστα ορθόδοξος και ασυμβίβαστος».

Ο Βάλιας Σεμερτζίδης δεν σταμάτησε να δημιουργεί ακόμα και μετά την εγκεφαλική συμφόρηση που έπαθε το 1978 και που του προκάλεσε παράλυση της δεξιάς του πλευράς. Επίμονος όπως ήταν εξάσκησε το αριστερό του χέρι και συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1983.
Στο «στόχαστρο» των ενεχυροδανειστών τα έργα τέχνης
Αφού σιγά – σιγά άρχισαν να εξαντλούνται τα χρυσαφικά και τα ασημικά από τα νοικοκυριά, τώρα τα ενεχυροδανειστήρια έχουν θέσει στο στόχαστρο τα έργα τέχνης που μπορεί να υπάρχουν σε κάθε σπίτι. Το περιθώριο κέρδους που έχουν οι ενεχυροδανειστές από την εμπορία των έργων τέχνης είναι τεράστιο, αφού δεν υπάρχει στη Ρόδο κάποιο γραφείο ή γκαλερί που να προβαίνει σε εκτιμήσεις της αξίας πινάκων, γλυπτών και κεραμικών, συνεπώς και ο προσδιορισμός της τιμής αγοράς του κάθε έργου γίνεται με γνώμονα την ανάγκη του πωλητή.
Οι πίνακες γνωστών καλλιτεχνών, μεταξοτυπίες σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, αλλά και κεραμικά του Ικάρου βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ζήτησης από τους ενεχυροδανειστές. Ο τρόπος υπολογισμού της αξίας αυτών των έργων τέχνης διαφέρει από γραφείο σε γραφείο, ωστόσο το μόνο σίγουρο είναι πως η τελική αξία που επιτυγχάνει ο πωλητής είναι κατά πολύ χαμηλότερη από την πραγματική.
Σε νοικοκυριά της Ρόδου σήμερα, σύμφωνα με επώνυμους, ντόπιους εμπόρους έργων τέχνης, υπάρχουν σπουδαία έργα. Πρόκειται κυρίως για πίνακες μεγάλων Ελλήνων ζωγράφων (Τσαρούχη, Μυταρά, Θεόφιλου κ.α.) και μάλιστα ορισμένα σπίτια αποτελούν μικρές γκαλερί, λόγω του μεγάλου αριθμού τέτοιων έργων που διαθέτουν.
Τον περασμένο χειμώνα τα ενεχυροδανειστήρια που έκαναν συναλλαγές και αυτού του είδους έκαναν πραγματικά χρυσές δουλειές, καθώς η οικονομική ανέχεια οδήγησε πάρα πολλές οικογένειες σε μεγάλες εκποιήσεις προκειμένου να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους.