Προσωρινά κρατούμενοι κρίθηκαν χθες, μετά την απολογία τους, με ομόφωνη απόφαση Ανακριτή και Εισαγγελέα, οι Αλβανοί ναρκέμποροι H. E. του X., 24 ετών και A. Α. του G., 25 ετών.
Στους αστυνοµικούς περιήλθε η πληροροφία που ήθελε τον πρώτο µαζί µε τον δεύτερο να διακινούν µεγάλες ποσότητες ηρωίνης στη Λάρδο.
Την 12 Νοεµβρίου 2012 και περί ώραν 15.00 αστυνοµικός του Τµήµατος Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, προσποιούµενος τον χρήστη, τηλεφώνησε σε κινητό τηλέφωνο του πρώτου και συµφώνησε µαζί του για την αγορά 100 γραµµαρίων ηρωίνης έναντι 2.000 ευρώ.
Την 17:00 ώρα της 12ης Νοεµβρίου 2012, ο αστυνοµικός µετέβη, έχοντας προσηµειώσει τα 2.000 ευρώ και συναντήθηκε µε τους δύο πρώτους κατηγορούµενους, οι οποίοι επέβαιναν στην υπ’ αριθµ. ΡΚΤ-983 δίκυκλη µοτοσυκλέτα.
Ο αστυνοµικός παρέδωσε τα λεφτά στον πρώτο κατηγορούµενο και οι συνάδελφοί του, που παρακολουθούσαν την περιοχή, έσπευσαν να τους ακινητοποιήσουν. Οι δύο Αλβανοί έριξαν στο έδαφος τα ναρκωτικά και τράπηκαν σε φυγή. Οι αστυνοµικοί του Τµήµατος Δίωξης Ναρκωτικών φέρονται να δέχτηκαν χτυπήµατα από τους Αλβανούς διακινητές κατά τη διάρκεια της καταδίωξης. Επιπλέον, στην προσπάθεια διαφυγής τους, φέρονται να προσέκρουσαν µε τη µοτοσυκλέτα σε πινακίδα οδικής κυκλοφορίας µε αποτέλεσµα τον τραυµατισµό τους και την πρόκληση φθορών στο δίκυκλο. Οι αστυνοµικοί βρήκαν και κατάσχεσαν τρεις αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες µε ηρωίνη συνολικού µικτού βάρους 112 γραµµαρίων. Σε σωµατική έρευνα που διενεργήθηκε στον πρώτο κατηγορούµενο βρέθηκαν τα προσηµειωµένα χαρτονοµίσµατα. Ο δεύτερος κατηγορούµενος οδήγησε τους αστυνοµικούς σε βραχώδη περιοχή της Λάρδου, όπου ανέλαβε από καβάτζα και τους παρέδωσε µια συσκευασία µε ηρωίνη βάρους 197 γραµµαρίων και µία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας. Στην υπόθεση ενεπλάκη και ένας τρίτος ομοεθνής τους για ξέπλυμα ναρκοχρημάτων.
Ο πρώτος απολογούμενος δήλωσε χρόνιος χρήστης ναρκωτικών. Όπως είπε, λίγες ημέρες πριν τη σύλληψή του δέχτηκε τηλεφώνημα από ένα άτομο που τον προμήθευε με ναρκωτικές ουσίες για την προσωπική του χρήση κατά το χρόνο παραμονής του στην Αθήνα. Το άτομο αυτό γνώριζε ως “Νίκο”. Του είπε ότι θα τον προμήθευε δωρεάν με ναρκωτικά αν τον βοηθούσε να ολοκληρώσει μια πώληση ναρκωτικών που είχε κανονίσει. Ο 24χρονος δέχτηκε και τότε ο διακινητής του εξήγησε ότι είχε κρύψει μια μεγάλη συσκευασία με ναρκωτικά σε κάποια αγροτική περιοχή. Του είπε, όπως ισχυρίστηκε ότι εντός της συσκευασίας αυτής υπήρχαν άλλες μικρότερες και ότι τρεις εξ’ αυτών ήταν για τον ίδιο, η αμοιβή του.
Μετά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, ο 24χρονος περίμενε να του τηλεφωνήσει ξανά για να τον φέρει σε επαφή με το άτομο στο οποίο είχε πουλήσει τα ναρκωτικά για να του τα παραδώσει. Αντ’ αυτού όμως του τηλεφώνησε ένας άλλος και κανόνισε ραντεβού μαζί του. Τότε παρεκάλεσε, όπως είπε, τον δεύτερο κατηγορούμενο να τον μεταφέρει με τη μηχανή του στο ραντεβού και εκεί διαπίστωσε ότι επρόκειτο για αστυνομικό.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνήθηκε και ανεκάλεσε όλη την προανακριτική του ομολογία, τονίζοντας ότι συνέδραμε τους αστυνομικούς για να βρουν τα ναρκωτικά στην καβάτζα που ήταν κρυμμένα.
Ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος τον φιλοξενούσε στο σπίτι του γιατί αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, ενώ δήλωσε και ο ίδιος χρήστης ναρκωτικών. Υποστήριξε τέλος ότι δεν έχει καμία σχέση με τη συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών και ότι το μόνο που έκανε ήταν να οδηγήσει τον πρώτο στο σημείο με το όχημά του.
Ως συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορούμενων παρέστησαν οι δικηγόροι κ.κ. Μ. Κρικοπούλου και Δήμος Μουτάφης.













