Αποκαλυπτικό βούλευμα για την ανθρωποκτονία

Aκρως αποκαλυπτικό, του τι ακριβώς συνέβη μεταξύ του κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία από πρόθεση Ζ. Μ.- Κ. του Ε., 26 ετών και του 31χρονου θύματος Στ. Τ. του Ηλία, είναι το υπ’ αριθμ. 258/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου με το οποίο διατάχθηκε η αντικατάσταση της προσωρινής κράτησής του, µε τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και της εµφάνισής του την 5η και 20ή µέρα κάθε µήνα στο αστυνοµικό τµήµα του τόπου κατοικίας του.

Στο βούλευμα, που προκάλεσε προσφυγή, που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του 26χρονου, ποινικολόγος κ. Ακης Δημητριάδης, αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής:
Ο προσφεύγων – κατηγορούμενος, Z. Μ. ο οποίος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών συμμετέχει στο πρόγραμμα αποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ στο παράρτημα της Ρόδου. Είναι σε ομάδα χαμηλού ουδού από τις 07-09-2012, λόγω παράλληλης χρήσης (από τις αρχές Ιουνίου 2012) και εμφανίζει συννοσηρότητα: μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας, με συχνά καταθλιπτικά επεισόδια, και αντικοινωνική συμπεριφορά, λαμβάνοντας για τους λόγους αυτούς σχετική φαρμακευτική αγωγή.
Το θύμα, το οποίο ονομάζεται T. Στ., αντιμετώπιζε προβλήματα σχιζοφρένειας και κατ’ επανάληψη είχε νοσηλευτεί στο νοσοκομείο της Λέρου.
Στις 19-10-2012 και περί ώρα 14:30 ο προσφεύγων μαζί με την T. M., με την οποία διατηρούσε σχέσεις, βάδιζε επί της οδού Ερυθρού Σταυρού της Ρόδου, κατευθυνόμενος προς τον ΟΚΑΝΑ. Την ίδια στιγμή στον ίδιο δρόμο βάδιζε και το θύμα, φορώντας μόνο το εσώρουχό του. Ο τελευταίος πλησίασε την Τ. Μ., η οποία προπορευόταν του προσφεύγοντος και ζήτησε από αυτή ένα τσιγάρο. Η τελευταία είπε ότι δεν είχε και τότε το θύμα άρχισε να γίνεται επιθετικός απέναντί της. Τότε ήταν που προσέτρεξε ο προσφεύγων προκειμένου να υπερασπιστεί την τελευταία και επακολούθησε συμπλοκή μεταξύ των δύο αντρών. Με ποιόν επακριβώς τρόπο ξεκίνησε η συμπλοκή, και τί επακολούθησε εντεύθεν μέχρι τη δημιουργία του αξιοποίνου αποτελέσματος του θανάτου του Τ. Σ., δεν προκύπτει από το προανακριτικό και ανακριτικό υλικό με σαφήνεια. Συνεπεία της ως άνω εμπλοκής όμως επήλθε ο τραυματισμός του προσφεύγοντος και ο θάνατος του θύματος. Και συγκεκριμένα, ο θανών, ο οποίος ήταν αναμφισβήτητα υπέρτερης σωματικής διάπλασης από τον προσφεύγοντα, χτύπησε τον τελευταίο με ένα μεταλλικό αντικείμενο στο κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματός του, και του προξένησε θλαστικό τραύμα, μήκους 3 εκ περίπου κροταφοβρεγματικά δεξιά, τομή μήκους 2,5 εκατοστών περίπου στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού δείκτη δακτύλου μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάλαγγος, εκχύμωση μδ 8 εκ περίπου, σύνοδες μικροεκδορές στη δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα, γραμμοειδείς αμυχές στο δεξιό ώμο (μήκους 4 εκ περίπου), στη δεξιά υποκλείδιο χώρα (μήκους 7 εκ περίπου) και πέντε παράλληλες μεταξύ τους στην αριστερή μαστική χώρα (μήκους 8 εκ περίπου έκαστη). Όλες δε οι προπεριγραφείσες σωματικές βλάβες χαρακτηρίστηκαν ως επικίνδυνες σωματικές βλάβες.
Σημειωτέον ότι το θλαστικό τραύμα της κεφαλής του προσφεύγοντος, έχει πιθανότατα προκληθεί από κάποιο σκληρό αντικείμενο, μάλλον μικρού μεγέθους και από τη φύση του είναι ιδιαιτέρως αιμορραγικό.
Από τη μεριά του ο προσφεύγων, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα σουγιά, κατάφερε στο θύμα τρεις νυγμούς και συγκεκριμένα, ένα θανατηφόρο στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα αριστερά, και άλλους δύο στο οπίσθιο αριστερό θωρακικό τοίχωμα, οι οποίοι ακολούθησαν χρονικά τον πρώτο και ήταν επιπόλαιοι. Αιτία του θανάτου είναι καρδιακός επιπωματισμός συνεπεία τρώσης της καρδιάς από νύσσον και τέμνον όργανο. Σημειούται δε ότι η φύση του θανατηφόρου τραύματος της καρδιάς είναι τέτοια που δεν επέτρεψε εξωτερική αιμορραγία. Από τα προεκτιθέμενα δεν προέκυψε με σαφήνεια με ποιόν επακριβώς τρόπο προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο μοιραίος νυγμός και αν ο προσφεύγων τέλεσε αυτόν βρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας ή όχι, όπως ισχυρίζεται, κάτι εξάλλου που εκφεύγει και από την κρίση του παρόντος Συμβουλίου. Προέκυψαν όμως αναμφισβήτητα σοβαρές ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος για την προρρηθείσα κακουργηματική πράξη για την οποία κατηγορείται, ήτοι την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299§1 ΠΚ). Παρά ταύτα, δεν συντρέχει για τη συνέχιση της προσωρινής κράτησης σε βάρος του προσφεύγοντος η προϋπόθεση του άρθρου 282§3εδβ ΚΠΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρ. 31§1 του ν.4055/2012), δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα προσωρινή κράτηση με το υπ’ αριθ. 104/2012 ένταλμα προσωρινής κράτησης, ήτοι δεν προέκυψε, δεδομένων των συνθηκών τέλεσης του αδικήματος, επικινδυνότητα του κατηγορουμένου για την τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Και ειδικότερα το Συμβούλιο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη Ί) το βαθμό ανάπτυξης και μόρφωσης του δράστη, το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής του, ήτοι το ότι αυτός είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, πολυτοξικομανής με διαταραχή της προσωπικότητας και συχνά καταθλιπτικά επεισόδια, ii) τα αίτια και τις συνθήκες του εγκλήματος, ήτοι το γεγονός ότι η ενέργεια του προσφεύγοντος δεν έγινε εν ψυχρώ αλλά κατά τη διάρκεια συμπλοκής, κατά την οποία δέχτηκε και ο ίδιος επίθεση από άντρα υπέρτερης σωματικής διάπλασης και δύναμης από αυτόν, ο οποίος μάλιστα κυκλοφορούσε στο δρόμο μόνο με το εσώρουχό του και του κατάφερε πλείστα όσα χτυπήματα, εκ των οποίων προέκυψαν σωματικές βλάβες επικίνδυνες για τη ζωή αυτού, το δε τραύμα στο κεφάλι του ήταν ιδιαιτέρως αιμορραγικό, ώστε είναι φυσικό να του προκάλεσε φόβο και ταραχή, σε κάθε δε περίπτωση ο φόβος αυτός εντάθηκε λόγω και της παρουσίας της κοπέλας του Μ. T., την οποία προσέτρεξε να προστατεύσει, καθώς και το ότι iii) δεν επεδίωξε κάποιο σκοπό από την πράξη του, ούτε είχε βούληση να σκοτώσει το θύμα, αλλά μάλλον πρόκειται για ατυχές περιστατικό, το οποίο έλαβε χώρα μεμονωμένα, και κατά το οποίο μάλιστα, λόγω του ό,τι το θανατηφόρο τραύμα του θανόντος δεν αιμορράγησε, ο προσφεύγων δεν αντιλήφθηκε καν τις συνέπειες της πράξεώς του, και τέλος λαμβάνοντας υπόψη ίν) ότι ο προσφεύγων έχει καταδικαστεί στο παρελθόν μια φορά για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ως τοξικομανής καθώς και για κλοπή, για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός μηνός, δεν κρίνει ότι ο προσφεύγων είναι άτομο με ροπή στην εγκληματική δράση, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενεργώντας επιτήδεια και μεθοδευμένα.