Στην Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου υποβλήθηκε από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου, η προσφυγή που υπέβαλε ειδικευόμενη ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, που κατηγορείται με ακόμη δύο συναδέλφους της, για ανθρωποκτονία από αµέλεια.
Η δίκη έχει προσδιοριστεί για την 9η Οκτωβρίου 2013, αλλά οι τρεις ιατροί υπεραµύνονται της αθωότητάς τους.
Σύµφωνα µε το κατηγορητήριο από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και µπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσµα της πράξης τους και επέφεραν το θάνατο της Ευ. Κ., στις 8 Μαρτίου 2010. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούµενος, µε την ιδιότητα του ειδικευόµενου ιατρού, φέρεται στις 2 Μαρτίου 2010 να εκτελούσε εικοσιτετράωρη ενεργό εφηµερία στο τµήµα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) στο Γενικό Νοσοκοµείο Ρόδου. Στο ΤΕΠ προσήλθε η Κ. Ευ. η οποία φέρεται να του ανέφερε ότι έπασχε από βρογχικό άσθµα και σακχαρώδη διαβήτη. Ο ιατρός φέρεται να διέγνωσε ότι έπασχε από αναφυλαξία µετά από λήψη γαστροπροστατευτικού δισκίου και να της χορήγησε φάρμακα για να αντιµετωπιστεί η αναφυλαξία.
Ωστόσο, φέρεται να µην µερίµνησε να πληροφορηθεί για ποιο λόγο αρχικώς η γυναίκα κατανάλωσε το γαστρεντερικό δισκίο, ούτε παρήγγειλε τη διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων και έτσι δεν διέγνωσε την ύπαρξη λοιµώξεως στον οργανισµό της, συνεπεία γαστρεντερίτιδας, η οποία οδήγησε σε εκτεταµένη σηψαιµία και εν τέλει στο θάνατό της.
Ο δεύτερος κατηγορούµενος στις 3 Μαρτίου 2010, µε την ιδιότητα του ιατρού ειδικού παθολόγου, επιµελητή Α’ ΤΕΠ στο Γενικό Νοσοκοµείο Ρόδου, ενώ είχε ενηµερωθεί νωρίτερα για την επικείµενη επίσκεψη της ασθενούς στο Νοσοκοµείο, εξαιτίας υπεργλυκαιµίας, λόγω του σακχαρώδους διαβήτη από τον οποίο έπασχε, φέρεται από αµέλειά του, να παρέλειψε να δώσει εντολή για τη διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων και έτσι δεν διέγνωσε την ύπαρξη λοιµώξεως.
Η τρίτη κατηγορούµενη, ενώ εφηµέρευε στο Τµήµα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκοµείου Ρόδου, ως βοηθός παθολόγου, υπό την επίβλεψη του δευτέρου κατηγορούµενου, φέρεται οµοίως να παρέλειψε να δώσει εντολή για τη διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων.
Η ειδικευόμενη ιατρός στην προσφυγή της τονίζει μεταξύ άλλων ότι είναι διαφορετικό το μέτρο του ειδικού από ότι του γενικού ή ανειδίκευτου γιατρού, όπως επίσης διαφορετικό είναι και το μέτρο του πολύπειρου από του λιγότερο έμπειρου ειδικού γιατρού.
Επισημαίνει ότι θεμελιώδης πρωταρχική υποχρέωση του ειδικευόμενου γιατρού είναι η παράλειψη εκ μέρους του έγκαιρης ειδοποίησης του (εφημερεύοντος ή επιβλέποντος) ειδικού ιατρού. Ο ειδικευόμενος οφείλει, πρωταρχικά να ειδοποιεί τον ειδικό ιατρό παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες για τη φύση και τη σοβαρότητα της εκάστοτε παθήσεως. Τυχόν παράλειψη της ειδοποίησης ή μη έγκαιρη διενέργεια αυτής θα στοιχειοθετεί την επίδειξη εξωτερικής αμέλειας, δηλαδή, αντικειμενικού αμελούς και πλημμελούς ιατρικής αντιμετώπισης, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και θα καθιστά τον ειδικευόμενο ιατρό υπεύθυνο, έστω και κατά δευτερεύοντα τρόπο, για την επέλευση ζημίας στον ασθενή. Βεβαίως, θα πρέπει, επιπλέον, να κριθεί ότι η παράλειψη του αυτή συνδέεται αιτιακά με το απευκταίο αποτέλεσμα και ότι οι προσωπικές ιδιότητες του συγκεκριμένου ειδικευόμενου ιατρού ήταν επαρκείς, ώστε να δύναται να αξιωθεί από αυτόν η επίδειξη της αντίστοιχης επιμέλειας και προσοχής.
Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο δεν προκύπτει η οποιαδήποτε ευθύνη της ως ειδικευόμενης ιατρού για το θάνατο αλλά ούτε κάποια ευθύνη των υπόλοιπων συγκατηγορουμένων της.
Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι την 3η Μαρτίου 2010 εφημέρευε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ), ως βοηθός παθολόγου, ευρισκόμενη στο δεύτερο έτος ειδίκευσης της στην καρδιολογία, υπό την επίβλεψη ειδικευμένου ιατρού, παθολόγου επιμελητή Α’ του τμήματος των επειγόντων περιστατικών.
Περί ώρα 10:00 π.μ. εδέχθη τηλεφωνική κλήση από γενικό ιατρό, επιμελητή Α’ στο Περιφερειακό Ιατρείο Καλυθιών, ο οποίος την ενημέρωσε για την παραπομπή της ασθενούς στο ΤΕΠ. Την ενημέρωσε ότι επρόκειτο για μια σακχαροδιαβητική ασθενή, της οποίας ο διαβήτης ελεγχόταν χρονίως δυσχερώς, όπως αποδεικνύεται από την έκθεση εξέτασής του.
Η παραπομπή της έγινε εξαιτίας υπεργλυκαιμίας, που παρουσίαζε την προκειμένη ημέρα. Την ενημέρωσε επίσης για την προ 12ώρου περίπου επίσκεψη της ασθενούς στο ΤΕΠ, λόγω αλλεργικής αντίδρασης. ¶μεσα, πριν την προσέλευση της ασθενούς ενημέρωσε, ως όφειλε, τον υπεύθυνο παθολόγο και ειδικευμένο ιατρό του ΤΕΠ για την κατάσταση της ασθενούς, ακριβώς όπως της ελέγθη. ¶μεσα, επίσης, ανέτρεξε στο βιβλίο κίνησης ασθενών για την 02-03-2010, προκειμένου να ενημερωθεί για την κλινική εικόνα που παρουσίαζε η ασθενής, καθώς και για την αγωγή η οποία της εδόθη και ακολούθως ενημέρωσε εκ νέου τον ειδικευμένο συνάδελφό της.
Η ασθενής προσήλθε περιπατητική, συνοδευόμενη από συγγενικά της πρόσωπα και την ανέλαβε ο ειδικευμένος ιατρός, ο οποίος την καταχώρησε ιδιοχείρως στο βιβλίο κίνησης ασθενών. Ακολούθως προέβη στη λήψη του ιστορικού, στη λεπτομερή κατά συστήματα κλινική εξέταση της και στη μέτρηση των τιμών σακχάρου στο αίμα, τα οποία επίσης σημείωσε ιδιοχείρως στο βιβλίο κίνησης των ασθενών και εν συνεχεία της έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος, λήψη ζωτικών σημείων (αρτηριακής πίεσης, κορεσμό οξυγόνου, σφίξεις και θερμοκρασία) και αιμοληψία για μέτρηση αερίων αίματος για τον προσδιορισμό της οξεοβασικής ισορροπίας.
Όλες οι εξετάσεις βρέθηκαν φυσιολογικές. Παράλληλα, λόγω των υψηλών τιμών σακχάρου στο αίμα ο ειδικευμένος ιατρός έδωσε οδηγίες στο νοσηλευτικό προσωπικό για ενδοφλέβια χορήγηση ινσουλίνης και φυσιολογικού ορού ενδοφλεβίως. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια παραμονής της ασθενούς στο ΤΕΠ, εξετάσθηκε από τον επιμελητή κλινικά κατά συστήματα, από την οποία εξέταση δεν προέκυψε κάτι το παθολογικό. Ρωτήθηκε αν παρουσίαζε κάποιο ενόχλημα ή σύμπτωμα (άλγος, δύσπνοια, δυσφορία κ.τ.λ.) και η ασθενής ανέφερε ότι ήταν ασυμπτωματική. Μετά την πάροδο περισσότερο της μιας ώρας και την ενδοφλέβια λήψη υγρών, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ξαναμετρήθηκαν και ήταν αισθητά μειωμένα.







